Supreme Court dismisses appeal against administrative contract dispute, upholding lower court's finding of unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital Trikala's appeal against the Larissa Court of Appeal's judgment. The hospital argued the contract was void and the payment constituted unjust enrichment, while the lower court found the contract valid and the payment a legitimate debt. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was clear, the legal basis was sound, and the factual findings regarding the work and remuneration were properly supported by evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 908 of the Civil Code; Administrative contracts are distinguished from private ones by the direct pursuit of a public interest and the exercise of public power, and where a contract is void, the recipient's use of the work without payment constitutes unjust enrichment recoverable from the payer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1490 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1490/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη - Εισηγητή, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ", που εδρεύει στα Τρίκαλα Θεσσαλίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλλέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 639/23.8.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 738/2004 του Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11.1.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 24.10.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Διονυσίου Γιαννακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 παρ. 2 στοιχ. του ν. 1406/1983 οι διαφορές εκ συμβάσεων υπάγονται στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια, αναλόγως αν πρόκειται για ιδιωτικές ή διοικητικές συμβάσεις. Διοικητική σύμβαση είναι μόνο εκείνη, στην οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους είναι το κράτος ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η οποία με το περιεχόμενό της εξυπηρετεί κατά τρόπο άμεσο ένα δημόσιο σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος και διέπεται κατά την εκτέλεσή της από ιδιαίτερο ή εξαιρετικό καθεστώς προνομίων και υποχρεώσεων που αντιστοιχούν ή προσιδιάζουν στην άσκηση δημόσιας εξουσίας (ΑΕΔ 3/1999, Ολ.
ΑΠ 8/2000). Συμβάσεις, στις οποίες δεν συντρέχουν σωρευτικώς τα εκτεθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είναι ιδιωτικές και οι εξ αυτών διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Στα τελευταία υπάγονται και οι εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού διαφορές που έχουν ως υπόβαθρο μια άκυρη σύμβαση έργου ιδιωτικού δικαίου.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ συνάγεται ότι η χρησιμοποίηση έργου εκτελεσθέντος από άλλον βάσει άκυρης συμβάσεως έργου και χωρίς αμοιβή συνιστά αδικαιολόγητο και συνεπώς επιστρεπτέο πλουτισμό. Ο εν λόγω πλουτισμός στηρίζεται στη δαπάνη που ο παραλήπτης του έργου εξοικονόμησε, δηλαδή στην αμοιβή που θα κατέβαλε για το ίδιο έργο σε άλλον εργολάβο ομοίων επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής :Με προφορικώς καταρτισθείσα κατά μήνα Μάϊο του 1997 σύμβαση μεταξύ αφενός του αναιρεσιβλήτου που διατηρούσε σχολή ηλεκτρονικών υπολογιστών στα .... και αφετέρου του ......, έχοντος την ιδιότητα του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Τρικάλων", το τελευταίο ανέθεσε και ο πρώτος ανέλαβε τη διενέργεια σειράς σεμιναρίων - μαθημάτων σε επιλεγέντες από εκείνο τριάντα οκτώ διοικητικούς υπαλλήλους του, με αντικείμενο την εκμάθηση της χρήσεως ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Ως αμοιβή συμφωνήθηκε το ποσό των 10.000 δραχμών ανά ώρα, το οποίο θα κατεβάλλετο το αργότερο εντός δύο μηνών από την εκτέλεση του έργου. Η σχετική διδασκαλία θα εγίνετο καθημερινώς, εκτός Σαββάτου και Κυριακής, για μεν τις δύο πρώτες ομάδες των δέκα ατόμων επί τέσσερις μήνες με χρονολογία ενάρξεως την 1-6-1997 από ώρα 14.15' έως 16.45', για δε τις υπόλοιπες δύο ομάδες των εννέα ατόμων επί τρεις μήνες από ώρα 14.15' έως 17.35'.
Σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, ο αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε τα ως άνω σεμινάρια - μαθήματα από 1-6-1997 έως 30-7-1998 στις τέσσερις ομάδες των ονομαστικώς αναφερομένων στην εφετειακή απόφαση τριάντα οκτώ (38) υπαλλήλων του αναιρεσείοντος, παραδώσας σε κάθε ομάδα μαθήματα διαρκείας 200 ωρών και συνολικώς 800 ωρών (200 Χ 4).
Λόγω μη τηρήσεως του προβλεπομένου στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 εγγράφου τύπου, είναι μεν άκυρη η ειρημένη σύμβαση, με την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εκτέλεση όμως του ανωτέρω έργου, το αναιρεσείον απέκτησε σε βάρος της περιουσίας του πρώτου ωφέλεια, η οποία, συνισταμένη στην εξοικονόμηση της δαπάνης που το τελευταίο θα κατέβαλλε αν με έγκυρη σύμβαση ανέθετε την εκτέλεση του ίδιου έργου σε άλλο πρόσωπο ομοίων επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων, είναι, κατά το συμφωνηθέν ως άνω ποσό, ίση με τη συνηθισμένη και δικαιολογημένη αμοιβή.
Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 8.000.000 δραχμών (800 ώρες Χ 10.000 δραχμές ανά ώρα), απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού το υπόβαθρο της ένδικης διαφοράς, ήτοι η ως άνω (άκυρη) σύμβαση έργου, συνομολογηθείσα στο πλαίσιο της συναλλακτικής διοικήσεως με αντικείμενο δικαιώματα και υποχρεώσεις ιδιωτικού δικαίου και με σκοπό την καλύτερη οργάνωση των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος νοσοκομείου και μη διεπόμενη από εξαιρετικό υπέρ αυτού νομοθετικό καθεστώς, δεν είναι διοικητική αλλά ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και άρα η ειρημένη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι εσφαλμένως απέρριψε τον περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθόσον "από τα όσα κατά την αποδεικτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη απεδείχθησαν, ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση δημιουργήθηκε μεταξύ του νομικού προσώπου του Νοσοκομείου μας και του αντιδίκου, δεδομένου ότι ο φερόμενος ως δώσας την συγκατάθεσή του, για την διεξαγωγή των επιδοτούμενων σεμιναρίων εκτός ωραρίου εργασίας, τότε Διοικητής του Νοσοκομείου έπραξε τούτο αυτοβούλως....". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντα τρίτο λόγο προσάπτεται στο Εφετείο ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, διότι α) θεώρησε ως παράγουσα αποτελέσματα ανυπόστατη (και όχι άκυρη) σύμβαση "έστω και με τη νομική μορφή του αδικαιολογήτου εις βάρος του Νοσοκομείου, θεωρώντας ότι ο δώσας την σχετική εντολή (τότε) πρόεδρος του Δ.Σ.
του Νοσοκομείου είχε την σχετική εξουσία και παρά πάσαν σχετική προς την εκπροσώπηση του νομικού προσώπου διάταξη, ήτοι ενήργησε ατομικά και μη δυνάμενος να δεσμεύσει το νομικό πρόσωπο με τις εκτός αρμοδιότητος ενεργηθείσες πράξεις του" και β) δέχθηκε ως εφαρμοζόμενη τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ, χωρίς να προσδιορίζει "με πείθοντα στοιχεία" αν το αναιρεσείον κατέστη εργοδότης και ποια είναι η εξοικονομηθείσα από αυτό δαπάνη.
Ο λόγος αυτός, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσεως, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι τα ως άνω στοιχεία αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι δεν ερεύνησε αν η παροχή του αναιρεσιβλήτου ήταν επιδοτούμενη, β) ότι δέχθηκε, χωρίς να διατάξει απόδειξη και χωρίς να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι "συνηθισμένη και δικαιολογημένη αμοιβή που όπως προαναφέρθηκε συμφωνήθηκε στο ποσό των δέκα χιλιάδων δραχμών ανά ώρα διδασκαλίας" και γ) ότι δεν ερεύνησε ούτε και απεδείχθη ποιος επέλεξε τα προς εκπαίδευση άτομα, αν η εκπαίδευση ήταν απαραίτητη για όλα τα εκπαιδευθέντα άτομα, αν τα γενόμενα μαθήματα (σεμινάρια) ήταν πρόσφορα για την καλύτερη λειτουργία της υπηρεσίας, ποια ήταν τα μαθήματα αυτά και αν το αναιρεσίβλητο, δια των αρμοδίων οργάνων του, είχε ενημερωθεί για το έργο, είχε εγκρίνει αυτό και είχε συμφωνήσει στο ποσό της αμοιβής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ως προς μεν το δεύτερο (υπό β') στοιχείο, το εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων και εγγράφων), ως προς δε τα λοιπά στοιχεία, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο.
Ως προς την εκ του άρθρου 559 αρι. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι, κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το εφετείο, ενώ η αξία του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το αναφερόμενο στο άρθρο αυτό όριο, έλαβε υπόψη εμμάρτυρη απόδειξη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η θεσπιζόμενη συναφώς απαγόρευση χρήσεως του εμμάρτυρου μέσου αφορά σε ενοχές από σύμβαση και όχι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2005 αίτηση του Γενικού Νοσοκομείου Τρικάλων περί αναιρέσεως της 738/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ