Legislator Case Law & Legislation
1490/2007 AI generated

1490/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1490/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2053/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 842/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1490/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας του τελευταίου.

Keywords

AI generated
employment status qualification duration of incapacity fixed-term work work subject to authorization unemployment benefits overpayment job offer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1490 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1490/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, (μετονομασθείσα από "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"-ΦΕΚ 1458/8-3-05 και εν συνεχεία σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ"-ΦΕΚ 2178/30-3-06), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Άνδροβικ.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Αποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2053/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 842/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 και 167 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει από τον καταγγέλλοντα και σιωπηρά, με πράξεις του από τις οποίες συνάγεται σαφώς και αναμφιβόλως η θέλησή του να λύσει την σύμβαση.

Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας του τελευταίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Με την από 4-4-2001 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 5-4-2001, στις 11.30 π.μ. αναγράφεται ότι η (με την επίδοση της εν λόγω δηλώσεως) κοινοποίηση της από 30-3-2001 καταγγελίας με δικαστικό επιμελητή στην αναιρεσίβλητη και η δι' αυτής προσφορά της νόμιμης αποζημίωσής της επιβλήθηκε από το γεγονός της άρνησης της τελευταίας να παραλάβει αντίγραφο αυτής μετά της νομίμου αποζημιώσεως στις 30-3-2001, οπότε έλαβε γνώση της καταγγελίας.

Τόσο η από 30-3-2001 καταγγελία της σύμβασης όσο και η εξώδικη δήλωση-πρόσκληση κλπ έχουν υπογραφεί από την .... , Διευθύνουσα Σύμβουλο, νόμιμη εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας. Παρατηρείται όμως ότι εν προκειμένω, η προσφορά της νόμιμης αποζημίωσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη (όπως αναγράφεται στην προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση καταγγελίας και στην αντίστοιχη έκθεση επιδόσεως, έγινε με την υπ' αριθ. ....

δίγραμμη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς) εκ ποσού 14.948,23 ευρώ επί διαταγή αναιρεσίβλητης. Επισημαίνεται δηλαδή ότι η επιστολή αυτή είχε ημερομηνία 4-4-2001 και όχι προγενέστερη. Περαιτέρω προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, αφού παρέλαβε την ως άνω εξώδικη δήλωση καθώς και το έγγραφο της καταγγελίας που ανέγραφε ως τελευταία ημέρα εργασίας της τη 30-3-2001, υπέγραψε για την παραλαβή τους, επιφυλασσόμενη για το κύρος της καταγγελίας, για την πληρεξουσιότητα της καταγγέλουσας και για το ύψος της νόμιμης αποζημίωσης.

Εφόσον επιφυλάσσεται για το κύρος της καταγγελίας γενικώς, ενόψει και των μη ειδικών νομικών γνώσεων της, τούτο δεν υποδηλώνει ότι συνομολόγησε ότι, η καταγγελία της σύμβασης έγινε την 30-3-2001. Συνάγεται και εκ της ημερομηνίας της ανωτέρω τραπεζικής επιταγής (4-4-2001) ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας δεν έλαβε χώρα στις 30-3-2001 αλλά στις 5-4-2001, ότε (επισήμως) επιδόθηκε το έγγραφο της καταγγελίας και η επιταγή για την αποζημίωση καταγγελίας στην αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς, η νόμιμη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης της καταγγελίας σύμβασης εργασίας άρχισε εν προκειμένω την 6-4-2001 και έληξε την 6-7-2001, ώστε η ένδικη αγωγή, της οποίας η επίδοση στην αναιρεσείουσα έλαβε χώρα την 3-7-2001 ασκήθηκε εντός της νόμιμης προθεσμίας και είναι παραδεκτή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ένσταση απαραδέκτου της κρινόμενης αγωγής, λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, από τη διάκριση που γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δεν προκύπτει με σαφήνεια, αν το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αναιρεσείουσα έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης στις 30-3-2001 και αν η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας έγινε από τότε που η αναιρεσείουσα έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες αυτές, οπότε έκτοτε άρχισε να τρέχει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, ή αντιθέτως όταν επιδόθηκε επίσημα η καταγγελία στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 842/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ