Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for drunk driver accident due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment against an insurance company. The appellant argued the lower court failed to address consumer protection claims and misapplied contract terms regarding liability for third-party damages caused by a drunk driver. The court rejected these arguments, ruling that the appellant improperly introduced new claims during the appeal phase that were not part of the original proceedings, thereby violating procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly cite specific substantive law violations and the court's factual findings, while new claims introduced during the appeal phase are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1490 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1490/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σαμαρά.
Της αναιρεσλιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλειών, με την επωνυμία «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 963/13-12-2001 και 709/31-8-2001 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και της ...., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 487/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 439/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια : 1) ο φερόμενος ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσοντος προτάσεως του νομικού συλλογισμού) που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που βάσει αυτών καταγνώσθηκε και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η ενσωμάτωση της απαλλακτικής ρήτρας στη σύμβαση ασφαλίσεως προκύπτει από τη σύναψη της συμβάσεως, την παράδοση στην ασφαλισμένη (εναγόμενη – αναιρεσείουσα) του ειδικού σήματος και την παράδοση σ΄ αυτή αντιγράφου του συμβολαίου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4 και 6 του ν. 2496/1997 και του άρθρου 361 Α.Κ.
Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, γιατί δεν παρατίθενται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως παρά μόνο αποσπασματικές και επί πλέον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, σε τί συνίσταται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των μνησθεισών ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Ο ίδιος λόγος κατά τα λοιπά είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Με τους δεύτερο και τρίτο από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην ίδια προσβαλλομένη απόφαση οι παρακάτω πλημμέλειες : α) ότι αυτή προκειμένου να σχηματίσει κρίση για το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του οδηγού του αυτοκινήτου (αποβιώσαντος) στηρίχθηκε μόνο στην έκθεση εξετάσεως αίματος, η οποία (εξέταση) δεν διενεργήθηκε με τις νόμιμες διατυπώσεις β) ότι αυτή στερείται αιτιολογιών όσον αφορά στην παραδοχή τους ότι ο οδηγός τελούσε σε κατάσταση μέθης και γ) ότι διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την παραδοχή της περί υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μέθης του οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, αφού αυτό οφείλεται στην υπερβολική ταχύτητα και όχι στη μέθη. Όμως όλες οι παραπάνω προσαπτόμενες πλημμέλειες, ανεξαρτήτως του ότι δεν παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (αλλά οι παραδοχές άλλης ασχέτου προς την επίδικη διαφορά αποφάσεως του Εφετείου) παρά μόνο οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα της ενάγουσας, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο είναι σαφές.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται αιτιολογικών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η απόφαση έχει αιτιολογίες.
ΙΙ. Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο παρά την ειδική αμφισβήτησή της ήδη αναιρεσείουσας ότι ουδέποτε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα της παρέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τους γενικούς ασφαλιστικούς όρους, το οποίο εξ άλλου ουδέποτε υπέγραψε, δέχθηκε σιωπηρή ομολογία αυτής, ότι παρέλαβε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Από την απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η παρεμπιπτόντως εναγομένη είχε στην κυριότητά της το υπ΄ αριθμόν κυκλοφορίας ....Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, τύπου 200Ε, το οποίο είχε ασφαλισμένο για το από 19.5.1999 έως 19.5.2000 χρονικό διάστημα στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία υπό την επωνυμία «Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών».
Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτισθεί το υπ΄ αριθμόν .....ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 6 και 8 αυτού ρητώς συμφωνήθηκε, ότι «από το παρόν εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25 και 26 της Υ.Α. Κ4/885/78 όπως αναφέρονται στους συνημμένους Γενικούς ΄Ορους άρθρο 8».
Προς δε ότι «Εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προύποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ανεξάρτητα αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος». Κατ΄ αυτόν τον τρόπο ο ως άνω περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής κάλυψης του άρθρου 25 παρ. 8 της άνω Υπουργικής Αποφάσεως απέκτησε συμβατική ισχύ, αφού εντάχθηκε στο κείμενο της ως άνω ασφαλιστικής συμβάσεως και έτσι αποτελεί περιεχόμενο αυτής.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο φέρει την υπογραφή μόνο του νομίμου εκπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρίας και ότι η ασφαλισμένη παρέλαβε το ασφαλιστικό σήμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί του ότι οι περιλαμβανόμενοι στη σύμβαση ασφαλίσεως περιοριστικοί όροι της ασφαλιστικής καλύψεως δεν απέκτησαν συμβατική ισχύ για το λόγο ότι αυτή δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ούτε απεδέχθηκε ρητώς ή σιωπηρώς τους όρους αυτού, τους οποίους και δεν γνώριζε και ούτε της παραδόθηκε ποτέ αντίγραφο της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ. κατά τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια δεχθέν σιωπηρή ομολογία περί του ότι αυτή παρέλαβε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου παρά τη ρητή αμφισβήτησή της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως και με το πρώτο μέρος αυτού αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 8 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού δεν προσκομίζεται το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
V. Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγο της εφέσεως της ήδη αναρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με τον οποίο μεταβλήθηκε η βάση της αγωγής της περί μη ευθύνης της για ζημίες έναντι τρίτων δυνάμει απαλλακτικού όρου της συμβάσεως ασφαλίσεως σε περίπτωση που ο οδηγός τελεί σε κατάσταση μέθης ανεξαρτήτως της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ μέθης και επελθόντος ατυχήματος.
Από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των δικογράφων : α) της από 13.11.2001 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει, ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία εξέθετε τα ακόλουθα : Το ιδιοκτησίας της εναγομένης αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εταιρία της.
Ο οδηγός και αποβιώσας ....οδηγούσε τούτο υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ, η δε εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) αν και γνώριζε το γεγονός αυτό του παραχώρησε την χρήση και τον προέστησε στην υπηρεσία της, καίτοι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχαν αποκλεισθεί της συμβάσεως ασφαλίσεως ζημίες προς τρίτους, καθ΄ ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ β) του δικογράφου της από 06.11.2002 εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης από το οποίο προκύπτει, ότι η εκκαλούσα ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού η ποσότητα αλκοόλης που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού, σε συνδυασμό με τον απαλλακτικό όρο της συμβάσεως, το μεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οδηγός κατά την ώρα του ατυχήματος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 παρ. 1 του ΚΟΚ, το δε ότι εξαιρούνται της ασφαλίσεως οι προς τρίτους ζημίες.
Συνεπώς ορθά το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω λόγο της εφέσεως αφού από την παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) γενομένη επισκόπηση αγωγής και εφέσεως προκύπτει πρόδηλα, ότι ουδεμία μεταβολή της βάσεως της αγωγής δια του λόγου της εφέσεως επήλθε. Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως.
VΙ. Με το τρίτο μέρος του τετάρτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται οι πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα για το λόγο ότι το Εφετείο 1) δεν απάντησε στον προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας του όρου 8 της συμβάσεως ασφαλίσεως και 2) δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6-7 του ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών». Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., γενομένη επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της εναγομένης – εφεσίβλητης αυτή τους ως άνω ισχυρισμούς της προέβαλε απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων όπως τούτο προκύπτει από την με ημερομηνία 24.03.2004 επισημείωση του αρμοδίου Γραμματέως.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση της .....για αναίρεση της 439/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ