Supreme Court dismisses appeal against default judgment where defendant failed to appear after valid summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a default judgment rendered in their absence. The respondent company had been legally and timely summoned to court but failed to appear, leading to a trial held without them. Consequently, the court ruled that the lower court was not bound by the appellant's unsubmitted arguments and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 § 2 and 466 § 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the legality of the lower court's decision based on the actual legal situation, requiring the appeal to allege that the claim was properly proposed before the court of first instance, which is impossible when the opposing party was tried in absentia.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 148 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 148/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "… ΕΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κουφατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία … και διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στη …, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 18-10-2021 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 30/2022 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την 4.709/24-5-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … Κ. Χ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρία, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδ. γ', και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, επειδή ο νόμιμος εκπρόσωπός της απουσίαζε από την έδρα της, το δικόγραφο παραδόθηκε σε υπάλληλό της. Εφόσον, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Από τη διάταξη του άρθρου 466 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".
Επίσης, κατά το άρθρο 469 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά το ν. 4335/2015, "αν κανείς από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί όταν εκφωνηθεί η υπόθεση, η συζήτηση ματαιώνεται. Αν απουσιάζει κάποιος διάδικος, η συζήτηση γίνεται και χωρίς αυτόν και οι διατάξεις των άρθρων 271 παρ. 3 και 272 παρ. 1 και 2 δεν εφαρμόζονται. Αν κάποιος διάδικος δικαστεί ερήμην κατά τη διαδικασία των άρθρων 466 έως 472, η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή, μόνον αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή δεν κλητεύθηκε εμπρόθεσμα για τη συζήτηση ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας." Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 ν. 4842/2021 ως εξής: "Κατά την ορισμένη δικάσιμο η υπόθεση συζητείται με την παρουσία των διαδίκων.
Αν αυτοί συμφωνούν, μπορούν να καταθέσουν κοινή δήλωση κατά την παρ. 2 του άρθρου 242. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 237, το άρθρο 260, η παρ. 3 του άρθρου 271, οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 272 και το άρθρο 501 εφαρμόζονται αναλόγως." Με το άρθρο 116 § 1α' του νόμου αυτού (4842/2021) ορίστηκε ότι το άρθρο 469 ΚΠολΔ, όπως τροποποιείται, εφαρμόζεται για τα ένδικα βοηθήματα και δικόγραφα, που πρόκειται να κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 120 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι η ισχύς της διάταξης, με την οποία τροποποιείται το άρθρο 469 ΚΠολΔ, αρχίζει από 1-1-2022.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1127/2021).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1331/2019).
Δικονομικού δικαίου διάταξη, η παράβαση της οποίας δεν ιδρύει την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι και η διάταξη του άρθρου 469 ΚΠολΔ (Α.Π. 2075/2022), αλλά και αυτή του άρθρου 272 του ίδιου Κώδικα, εφόσον ορίζει τον τρόπο και τη μορφή της ένδικης προστασίας (πρβλ. Α.Π. 11/2017 για το άρθρο 271 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Δράμας με την προσβαλλόμενη 30/28-3-2022 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών την από 31-8-2021 (αρ. κατ. 149/31-8-2021) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης-αναιρεσείουσας, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει 1.241,82 ευρώ νομιμοτόκως για το υπόλοιπο της αμοιβής της από σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και την από 18-10-2021 (αρ.
κατ. 168/19-10-2021) ανταγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, ερήμην της εναγομένης-αντενάγουσας, απέρριψε την ανταγωγή λόγω της ερημοδικίας της τελευταίας, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 469 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το ν. 4842/2021, και του άρθρου 272 § 1 ΚΠολΔ, δίκασε την αγωγή σαν να ήταν παρούσα η αναιρεσείουσα, εφαρμόζοντας το άρθρο 469 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 4842/2021, και δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας ότι το Ειρηνοδικείο απέρριψε την ανταγωγή της λόγω της ερημοδικίας της, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους κανόνες του άρθρου 469 § 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το ν. 4842/2021, και του άρθρου 272 § 1 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι η ανταγωγή της είχε κατατεθεί πριν από την 1-1-2022 και συνεπώς εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 469 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τον ν. 4842/2021, κατά την οποία η συζήτηση της ανταγωγής έπρεπε να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσείουσας και να μην απορριφθεί αυτή (ανταγωγή) λόγω της ερημοδικίας της.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η απόφαση του Ειρηνοδικείου μπορεί να προσβληθεί με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση ουσιαστικών και όχι δικονομικών κανόνων δικαίου, όπως είναι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις των άρθρων 469 και 272 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 268/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο αφενός δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, τις προτάσεις, που αυτή είχε καταθέσει νομότυπα ενώπιόν του και με τις οποίες αντέκρουε την αγωγή και τα επιμέρους κονδύλια, που διεκδικούσε η αναιρεσίβλητη, και αφετέρου έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παροχή τηλεφωνικής ειδοποίησης, άμεσης επέμβασης και περιπολίας, την οποία δεν είχε επικαλεστεί η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως προς το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα η αναιρεσείουσα δικάστηκε ερήμην ενώπιον του Ειρηνοδικείου, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση, ούτε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του τις κατατεθείσες προτάσεις της και τους περιλαμβανόμενους σε αυτές ισχυρισμούς της, και ως προς το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την από 31-8-2021 αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ για τη διακρίβωση του περιεχομένου της, η αναιρεσίβλητη επικαλείται με αυτήν, για τη θεμελίωση της ιστορικής και νομικής της βάσης, την ως άνω συναφθείσα με έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παροχή τηλεφωνικής ειδοποίησης, άμεσης επέμβασης και περιπολίας, επομένως το Ειρηνοδικείο νομίμως την έλαβε υπόψη του, χωρίς να ασκεί επιρροή, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω η αναιρεσείουσα, το γεγονός ότι δεν γίνεται περαιτέρω επίκληση της εν λόγω έγγραφης συμφωνίας με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, αφού αρκεί η επίκλησή της με την αγωγή.
Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 495 § 3 ΚΠολΔ. Διάταξη για δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα περιληφθεί, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-4-2022 αίτηση της εταιρίας "… Ε.Ε." για αναίρεση της 30/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ