Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague complaint lacking causal link.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiff's lawsuit as inadmissible. The plaintiff argued the lawsuit was vague because it failed to establish a causal link between the alleged bylaw violation and the specific resolution adopted by the extraordinary general meeting. The Court held that the appeal was procedurally inadmissible because the underlying complaint lacked the necessary factual clarity to be legally actionable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 118, 216, 535, 580 of the Code of Civil Procedure; A lawsuit is inadmissible if it fails to clearly state the facts required for its legal foundation, and an appeal based on such vagueness must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 148 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ταρνατώρο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Εμμανουήλ Μαυρουδή και Ευστράτιο Δοξάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12705/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/2/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-2-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 527/2020, ΕΑΚ 42/2020, Αριθ. Δικ. 391/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 101/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 28-9-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 12705/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης προδικασίας της αγωγής, η οποία συνεπάγεται απαράδεκτο και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Η αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 101 ΑΚ, απόφαση της συνέλευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή το καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης.
Η απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης σωματείου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, εάν αντίκεινται στο νόμο ή στο καταστατικό είναι άκυρες, η ακυρότητα δε κατά ρητή επιταγή του νόμου, που έχει υπαγορευθεί από λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας των συναλλαγών, κηρύσσεται από το δικαστήριο μόνον κατόπιν αγωγής των ανωτέρω προσώπων και μέσα στην οριζόμενη προθεσμία (ΟλΑΠ 410/1963).
Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την ακύρωση της ως άνω ελαττωματικής απόφασης της γενικής συνέλευσης είναι η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του νόμου ή του καταστατικού και της απόφασης που λήφθηκε από τη γενική συνέλευση, η οποία (ακυρωσία) δεν επέρχεται εφόσον λείπει τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος (ΑΠ 1116/1997, ΑΠ 567/1993).
Η κατά τα άνω ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας αποτελεί στοιχείο της ακυρωτικής αγωγής, που πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ο ενάγων (ΑΠ 567/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτήν τα ακόλουθα: "...
οι ενάγοντες, ως παθολόγοι ιατροί, τυγχάνουμε τακτικά μέλη του εναγομένου επιστημονικού σωματείου, με την επωνυμία "...", που έχει έδρα τη …, ... και το οποίο συστάθηκε και λειτουργεί με την υπ' αριθμ. 1388/1966 απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης,... Με την υπ' αρ. πρωτ. 439/12-5-2016 επιστολή του εναγομένου, ορίστηκε αρχικώς στις 21-5-2016 και περί ώρα 14:00 μμ έκτακτη γενική συνέλευση του σωματείου ..., για την Τροποποίηση του Καταστατικού.
Η προαναφερόμενη δε επιστολή διευκρίνιζε ότι σε περίπτωση μη απαρτίας η συνέλευση θα πραγματοποιηθεί εκ νέου στις 28-5-2016 στο ξενοδοχείο ... και θα ληφθεί απόφαση επί της τροποποίησης του καταστατικού του σωματείου ανεξάρτητα από το γεγονός της ύπαρξης ή μη απαρτίας. Επί της ανωτέρω επιστολής και πρόσκλησης για έκτακτη γενική συνέλευση ....
ο δεύτερος εξ ημών έστειλα την από 18-5-2016 επιστολή μου, ενημερώνοντας τη διοίκηση του σωματείου ότι σύμφωνα με το άρθρο 26 του από 15-6-1986 καταστατικού του για την τροποποίηση του καταστατικού ή τη διάλυση της εταιρείας απαιτείται για την επίτευξη απαρτίας στη γενική συνέλευση η παρουσία των 2/3 του συνόλου των τακτικών μελών, η δε απόφαση πρέπει να παρθεί με πλειοψηφία των 3/4 του αριθμού των παρόντων μελών.
Αντίστοιχη δε επιστολή έστειλε στις 24-5-2016 και ο πρώτος εξ ημών. Επισημάναμε και οι δύο δηλαδή, ότι για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για την τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου, είναι αναγκαία προϋπόθεση η τήρηση των διατυπώσεων του Αστικού Κώδικα και των διατάξεων του καταστατικού. Ενόψει λοιπόν της έγγραφης διαμαρτυρίας μας, η διοίκηση του σωματείου εξέδωσε στις 19-5-2016 νέα διευκρινιστική ανακοίνωση, συντασσόμενη πλήρως με το περιεχόμενο των ανωτέρω επιστολών μας, ...
Κατά την ορισθείσα έκτακτη γενική συνέλευση που έλαβε χώρα στις 21-5-2016 στα γραφεία του σωματείου, δεν συμπληρώθηκε η εκ του καταστατικού απαρτία για τη λήψη απόφασης και ορίστηκε νέα συνέλευση στις 28-5-2016, όπως άλλωστε προέβλεπε και η υπ' αριθμ. 439/2016 πρόσκληση. Κατά την επαναληπτική γενική συνέλευση του σωματείου ..., η οποία διεξήχθη στις 28-5-2016 ...
παρευρέθηκαν σαράντα (40) τακτικά μέλη του σωματείου, σε σύνολο πεντακοσίων πενήντα (550) εγγεγραμμένων μελών, καθιστώντας για δεύτερη φορά ανέφικτη την ύπαρξη απαρτίας, μιας και για την απαρτία για τη λήψη απόφασης τροποποίησης του καταστατικού του σωματείου, απαιτούνταν να είναι παρόντα τουλάχιστον τριακόσια εξήντα έξι (366) μέλη.
Σημειωτέον ότι κατά την επαναληπτική έκτακτη γενική συνέλευση στις 28-5-2016, άπαντες εμείς οι αιτούντες παρασταθήκαμε σε αυτή μετά πληρεξουσίου δικηγόρου και ρηματικά και κατηγορηματικά καταγγείλαμε την παράνομη και αντικαταστατική διαδικασία, ζητώντας να καταχωρηθεί και καταχωρήθηκε στα μαγνητοφωνημένα πρακτικά που τηρούνταν, τόσο η διαφωνία μας στο παράνομο και άκυρο της έκτακτης γενικής συνελεύσεως, όσο και το γεγονός ότι εμείς δεν συναινούσαμε επ' ουδενί στη σύγκληση μιας αντικαταστατικής συνελεύσεως και ότι θα προσβάλλαμε αυτή δικαστικώς ελλείψει νομίμου απαρτίας.
Κατόπιν αποχωρήσαμε από την έκτακτη γενική συνέλευση. Παρά λοιπόν την αδυναμία συγκέντρωσης της απαρτίας, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 26 του καταστατικού του σωματείου για την τροποποίηση του καταστατικού, το διοικητικό συμβούλιο του σωματείου προχώρησε κανονικά την έκτακτη γενική συνέλευση, παρουσίασε τις τροποποιήσεις του καταστατικού ...
και προχώρησε στη λήψη απόφασης, εγκρίνοντας την τροποποίηση του καταστατικού. Κατά συνέπεια, τόσο η από 28-5-2016 γενική συνέλευση, όσο και η από 28-5-2016 απόφαση της γενικής συνέλευσης του σωματείου με την επωνυμία "..." για τροποποίηση του καταστατικού, τυγχάνουν ακυρωτέες ως παρανόμως ληφθείσες, δυνάμει του άρθρου 101 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 99, 100 του ΑΚ και του άρθρου 8 του ν. 1264/1982.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν, (α) να ακυρωθεί η από 28-5-2016 έκτακτη γενική συνέλευση του σωματείου με την επωνυμία "..." και (β) να ακυρωθεί και εξαφανιστεί η από 28-5-2016 απόφαση του σωματείου για την τροποποίηση του από 15-6-1986 καταστατικού". Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτή η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της παραπάνω καταστατικής διάταξης και της απόφασης που λήφθηκε από τη γενική συνέλευση, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η επικαλούμενη παράβαση άσκησε επιρροή στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και συγκεκριμένα δεν εκτίθεται σ' αυτή ότι με την πρόσθεση όσων μελών δεν ψήφισαν θα επερχόταν διαφορετικό αποτέλεσμα στην ψηφοφορία για την τροποποίηση των διατάξεων του καταστατικού ή έστω ότι η ανάπτυξη από τα μη παρευρεθέντα και μη ψηφίσταντα μέλη διαφορετικής άποψης θα μπορούσε να επηρεάσει την τελική απόφαση των μελών της γενικής συνέλευσης.
Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, παρότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης παράβασης και της απόφασης που λήφθηκε από τη γενική συνέλευση του αναιρεσείοντος σωματείου, υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., εφόσον για την νομική θεμελίωσή της αξίωσε λιγότερα στοιχεία από εκείνα τα οποία ο νόμος απαιτεί.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος κατά σειρά λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 101 ΑΚ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε την ένδικη αγωγή ως ορισμένη, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναίρεσης εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των διατυπούμενων με αυτήν υπόλοιπων λόγων αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, (πρέπει) να κρατηθεί και να δικασθεί αυτή από το Δικαστήριο τούτο κατ' ουσία (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, το ως Εφετείο δικάζον πλέον Δικαστήριο τούτο (άρθρο 522 ΚΠολΔ), πρέπει να δεχθεί ως βάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο - εκκαλούν σωματείο παραπονείται για αοριστία της αγωγής λόγω μη αναφοράς της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικαλούμενης παράβασης του καταστατικού και της απόφασης που λήφθηκε από την έκτακτη γενική συνέλευση και κατόπιν αυτού, αφού γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 28-9-2017 έφεση του εναγόμενου σωματείου, να εξαφανισθεί η με την έφεση προσβαλλόμενη 12705/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να κρατηθεί και να δικασθεί κατ' ουσία η υπόθεση και να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της προαναφερόμενης αοριστίας της η από 24-6-2016 αγωγή (άρθρο 535 παρ.
ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον σωματείο τόσο του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από αυτό για την άσκηση της αναίρεσης, για το οποίο εκδόθηκε το e-Παράβολο με κωδικό πληρωμής "...", όσο και του εξ εκατό (100) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, για το οποίο εκδόθηκε το e-Παράβολο με κωδικό αριθμό "...".
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι ενάγοντες που ηττήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της κατ' αναίρεση δίκης, του εναγόμενου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ανέρχονται για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ (ήτοι, 300 ευρώ για τον α' βαθμό και 500 ευρώ για τον β' βαθμό) και για την κατ' αναίρεση δίκη στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) και συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 101/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (τακτικής διαδικασίας). Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσία την από 28-9-2017 (ΓΑΚ 111156/2017, ΕΑΚ 3830/2017 και ΓΑΚ 21113/2017, ΕΑΚ 2436/2017) έφεση.
Εξαφανίζει την 12705/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 24-6-2016 (αριθμ. κατάθ. Δικ. 5542/2016) αγωγή. Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του εκ τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης, για το οποίο εκδόθηκε το e-Παράβολο με κωδικό πληρωμής "...", καθώς και του εξ εκατό (100) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε για την άσκηση της έφεσης, για το οποίο εκδόθηκε το e-Παράβολο με κωδικό αριθμό "...". Και
Καταδικάζει τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους - αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία ανέρχονται κατά τα αναφερόμενα στο παραπάνω σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο, συνολικό ποσό, των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ