148/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedAπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 και 621 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Legislator headnote
AI generated148/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …75/3-5-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Full text
Απόφαση 148 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 148/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Θ. Α., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 963/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3322/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 26/9/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 74/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέμπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 185/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/9/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 και 621 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …75/3-5-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Γ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολ Δ).
2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΑΠ 153/2015). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ ΑΠ 17/2013).
Συνεπώς, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του εφετείου καθίστανται τελεσίδικες και έκτοτε προσβλητές με αίτηση αναίρεσης μόνο όταν έπαυσαν να υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), είτε διότι ο ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ή του δικαιώματος προς άσκησή του, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη (ΑΠ 185/2018, 285/2017).
Σημειώνεται ότι η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αναφέροντας, απαραιτήτως, στη σχετική απόφαση τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης (ΑΠ 820/2018, 285/2017, 609/2017). 3.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Επί της από 18-4-2003 και με αριθ. κατ.1553/2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης και τότε ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της αναιρεσείουσας και τότε εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ'', με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της πρώτης, την υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία της και την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 963/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε η από 18-5-2007 και με αριθ. κατ. 4318/2007 έφεση της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η 3322/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, κρίνοντας ότι είναι άκυρη η από 29-1-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 16.199,45 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 26-9-2008 αίτηση αναίρεσης από μέρους της εναγομένης, η οποία έγινε δεκτή και το Δικαστήριο τούτο, με την 74/2010 απόφασή του, αναίρεσε στο σύνολό της την 3322/2008 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια, με την από 8-4-2014 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας, η υπόθεση ήχθη και πάλι προς συζήτηση ενώπιον του εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη 185/2016 απόφασή του, η οποία δημοσιεύτηκε στις 20-1-2016, μετά από συζήτηση ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία απέρριψε την έφεση της τελευταίας ως ανυποστήρικτη και όρισε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής.
Κατά της απόφασης αυτής η εφεσίβλητη-εναγομένη άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Δεν προκύπτει, όμως, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αν κατά το χρόνο άσκησης αυτής( 16-9-2016) είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση, μη υποκείμενη στο τακτικό ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας από πλευράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα σχετική βεβαίωση (πιστοποιητικό) του αρμοδίου γραμματέα περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης μέχρι την άσκηση αυτής ή, σε περίπτωση τυχόν επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (οπότε πρέπει να προσκομισθούν είτε οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης, είτε αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή της), εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την άνω επίδοση, είτε (σε περίπτωση τυχόν άσκησης του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας) λόγω νομότυπης παραίτησής της από την ασκηθείσα ανακοπή.
Επομένως, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη της απαιτούμενης κατά νόμο τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης (εξεταζομένου τούτου και αυτεπαγγέλτως), τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, και πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα σχετικά με την συνδρομή της παραπάνω προϋπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει της επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 16-9-.2016 αίτησης για αναίρεση της 185/2016 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ