148/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated148/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Full text
Απόφαση 148 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Καλαντζή.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσείουσας (μετά την έκδοση της 135/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 29-10-2010 αίτηση του Π. Μ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Εκδόθηκε η 347/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χαράλαμπο Καλαματιανό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Κατά το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου''.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η δε σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1782/2008).
Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013, "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημίωσης, προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε τις από 21-10-2010 (υπ' αρ. εκθ. κατ. …/2010 και …/2010) αιτήσεις της αναιρεσείουσας εταιρείας και του, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, Π. Μ., αντιστοίχως, καθώς και τις ανταιτήσεις του Δημοσίου, που ασκήθηκαν με τις προτάσεις, με τις οποίες ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα των αιτούντων, που περιλαμβάνονται σε μεγαλύτερη έκταση, η οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του αναιρεσιβλήτου και με δαπάνες αυτού για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, σχετικά με τον καθορισμό αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων της αναιρεσείουσας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1004833/373/0010/ 29-01-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 57/11-02-2008 ΦΕΚ, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων, κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνη του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή οδικού άξονα Κόρινθος - Πάτρα του τμήματος χ.θ. 4+900 έως χ.θ. 12+700, έκτασης συνολικού εμβαδού 106.681,97 τ.μ.
που βρίσκεται στο Νομό Κορινθίας. Η απαλλοτριούμενη έκταση, περιλαμβάνουσα ιδιοκτησίες ή τμήματα αυτών, που βρίσκονται στα ΔΔ …, …, …, …, … και …, εικονίζεται σε κλίμακα 1:500 στα από 20-07-2007 και με αριθμούς σχεδίων …έως … ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων, τα οποία συντάχθηκαν από τους Γ.
Χ., Π. Ο. και Κ. Κ. και θεωρήθηκαν από τον διευθυντή της Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ., όπως αυτά στη συνέχεια διορθώθηκαν και εγκρίθηκαν αρμοδίως. Η γενικότερη χάραξη του Νέου Αυτοκινητόδρομου Κόρινθος - Πάτρα κατά αρκετά μεγάλο τμήμα της ακολουθεί την υφιστάμενη Νέα Εθνική Οδό, της οποίας το σημερινό πλάτος των 12,5 μέτρων γίνεται 26,5 μέτρα.
Τα επίδικα ακίνητα ευρίσκονται στο τμήμα από τη ΧΘ 4+900 έως τη ΧΘ 12+700, ενώ στη ΧΘ 7+400 λειτουργεί μετωπικός σταθμός διοδίων. Σε μικρή απόσταση από το νέο οδικό άξονα βρίσκονται οι παραθαλάσσιοι οικισμοί …, …, …, …, …, …, …, … και …. Οι αποστάσεις των ακινήτων, που απαλλοτριώνονται, από τη θάλασσα κυμαίνονται από 3.800 μ.
έως 4.000 μ., ενώ μεταξύ τους διέρχεται η παραλιακή Παλαιά Εθνική Οδό. Βόρεια δε των ακινήτων αυτών και σε μικρή απόσταση διέρχεται και η σιδηροδρομική γραμμή. Στο υπόψη οδικό τμήμα προβλέπεται η κατασκευή παράπλευρων οδών (Service Roads) ένθεν και ένθεν του αυτοκινητόδρομου στο μεγαλύτερο μήκος του, καθώς επίσης ένα πλήθος εγκάρσιων διελεύσεων, με σκοπό την εξυπηρέτηση των προσβάσεων των παρόδιων ακινήτων και των τοπικών κυκλοφοριακών αναγκών.
Οικιστικά η ευρύτερη παραλιακή περιοχή είναι αρκετά ανεπτυγμένη, καθ' όλο το μήκος της παράκτιας ζώνης, που βρίσκεται βόρεια της Ν.Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών, μέσα στα όρια των οικισμών, καθώς και πέρα από τα όρια αυτών, στην εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών περιοχή. Εκτός από το γεγονός, ότι στην περιοχή διαμένουν μόνιμα σημαντικοί πληθυσμοί, είναι ανεπτυγμένες πολλές παραθεριστικές, αλλά και μόνιμες κατοικίες κυρίως στην παραθαλάσσια ζώνη.
Στην ζώνη απαλλοτρίωσης η χρήση είναι κυρίως αγροτική, ενώ οικιστική χρήση συναντάται κυρίως στην περιοχή των οικισμών … (όπου και ο ομώνυμος σταθμός του Προαστιακού σιδηροδρόμου) και …. Οι καλλιέργειες, που ως επί το πλείστον υπάρχουν στην εγγύς περιοχή, είναι κατά κύριο λόγο αμπελώνες διαφόρων ποικιλιών (ονομαστές ποικιλίες κορινθιακής σουλτανίνας και μαύρης σταφίδας), ελαιώνες, εσπεριδοειδή και οπωροφόρα.
Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη, ούτε χωροθετημένη, πλην των προαναφερόμενων οικισμών, που βρίσκονται κοντά στον αυτοκινητόδρομο. Έτσι, στις εκτός σχεδίου πόλης περιοχές αναπτύσσονται όλες οι δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις, ενώ εντός οικισμών αναπτύσσονται όλες οι χρήσεις της γενικής κατοικίας (οικιστικές παραθεριστικής και μόνιμης κατοικίας και κατά περίπτωση εμπορικές και βιοτεχνικές).
Οι γεωργικές εκτάσεις είναι στη πλειοψηφία τους καλλιεργούμενες με δυνατότητα άρδευσης -σε μεγάλο τμήμα αρδευόμενες είτε από τον αύλακα του ΑΟΣΑΚ είτε με τοπικές γεωτρήσεις. Η επικρατούσα καλλιέργεια στους αγρούς είναι κυρίως των αμπελώνων, ενώ υπάρχουν και αρκετές καλλιέργειες ελιάς, εσπεριδοειδών και μερικών οπωροφόρων.
Τα επίδικα εξυπηρετούνται από το υφιστάμενο εθνικό και επαρχιακό οδικό δίκτυο και η προσπέλασή τους γίνεται και από χωματόδρομους, ενώ υπάρχουν και ιδιοκτησίες που εξυπηρετούνται από ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Στην περιοχή του …οι ιδιοκτησίες τοπικά εξυπηρετούνται από τον σταθμό του Προαστιακού.
Όλα τα γεωτεμάχια είναι πεδινά, διότι αυτά βρίσκονται σε μια περιοχή χωρίς σημαντικό ανάγλυφο και σε υψόμετρα που κυμαίνονται από 40 έως 60 Μ. Οικιστικά η περιοχή είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη κυρίως στην παραλιακή ζώνη και όχι στην εγγύς περιοχή των επιδίκων. Από πλευράς υποδομής η περιοχή των επιδίκων εξυπηρετείται από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, Ο.Τ.Ε., Ύδρευση κατά τόπους).
Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τις υπεραστικές και αστικές λεωφορειακές γραμμές, καθώς και από τον Προαστιακό σιδηρόδρομο, που περνά αρκετά κοντά από το νέο αυτοκινητόδρομο, με σταθμό στο …. Η αξία δε των επιδίκων εφαπτόμενων στην υφιστάμενη Νέα Εθνική Οδό ή σε παράπλευρο αυτής ή σιδηροδρομική γραμμή, για οικιστική χρήση λόγω των βασικών μειονεκτημάτων της θέσης τους (θόρυβος, καυσαέρια, θέα αυτοκινητοδρόμου κλπ), δεν μπορεί να είναι η ίδια με αυτή της ευρύτερης περιοχής, στην οποία βρίσκονται, όσο ανεπτυγμένη και αν είναι αυτή.
Κατά συνέπεια η ζήτηση και άρα η αξία της γης που απαλλοτριώνεται στο συγκεκριμένο τμήμα του αυτοκινητοδρόμου, δεν είναι ίδια με αυτή της ευρύτερης περιοχής, αλλά μικρότερη. Αντίθετα, για εμπορικές και βιοτεχνικές χρήσεις η λειτουργία του υπάρχοντος αυτοκινητοδρόμου επιδρά θετικά λόγω προβολής και καλύτερης πρόσβασης.
Τα επικείμενα, που κυρίως συναντώνται κατά το μήκος της απαλλοτρίωσης, είναι λίγες κατοικίες, αποθήκες, άλλα κτίσματα, δένδρα, μάντρες, μεταλλικές πόρτες, περιφράξεις διαφόρων τύπων και άλλες κατασκευές. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού από μάντρες, περιφράξεις και μεταλλικές πόρτες εισόδων γεωτεμαχίων, οφείλεται στο γεγονός ότι η απαλλοτρίωση της νέας χάραξης του οδικού άξονα αποτελεί στα περισσότερα σημεία του διεύρυνση των παλαιών ορίων απαλλοτρίωσης της Ν.Ε.Ο.
Κορίνθου - Πατρών. Οι όροι δόμησης στην περιοχή είναι η ακόλουθη: Για τα εκτός σχεδίου πόλης και οικισμών τμήματα, η αρτιότητα είναι 4.000 Μ2 (ή κατά παρέκκλιση 2.000 Μ2, 750 Μ2, 1.200 Μ2 όπως αναλυτικά προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Π.Δ. της 24/31.5.1985 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 3212/2003 (ΦΕΚ 308) και ο συντελεστής δόμησης είναι ανάλογα με τη χρήση.
Για κατοικία, στις εκτός σχεδίου περιοχές, ισχύουν οι παρακάτω όροι και περιορισμοί δόμησης:
Εμβαδόν γηπέδου
Επιτρεπόμενη δόμηση Μέχρι 4.000 Μ2
200 Μ2 Από 4.000 έως 8.000 Μ2 200 + (εμβ. γηπέδου - 4.000) χ 0,02 Μεγαλύτερο από 8.000 Μ2 280 + (εμβ. γηπέδου - 8.000) χ 0,01 Μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση
400 Μ2 Μέγιστο ποσοστό κάλυψης
10% Μέγιστος αριθμός ορόφων
2 Μέγιστο ύψος
7,50 Μ + 1,20 Μ για στέγη Περιοχές, που βρίσκονται εντός ορίων οικισμών προϋφιστάμενων 1923 (…και …) έχουν όρους δόμησης, που καθορίζονται με το Π.Δ. από 2-3-1981 (ΦΕΚ 138Δ), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ/19-8-81 (ΦΕΚ 459Δ), ΠΔ/30/3/83 (ΦΕΚ 459Δ), ΠΔ/21-9-82, ΠΔ/5-5-84, ΠΔ/24-4-85 (αρ. 9). Περαιτέρω, άρτια και οικοδομήσιμα θεωρούνται τα οικόπεδα, που έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 Μ2 και πρόσωπο σε υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο.
Κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα θεωρούνται τα οικόπεδα που έχουν: α) κατά την 13-3-81 ελάχιστο εμβαδό 300 Μ2, β) κατά την 25-7-79 ελάχιστο εμβαδόν 150 Μ2, γ) επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα οικόπεδα με όποιες διαστάσεις και εμβαδόν είχαν κατά την 2-7-68. Ο συντελεστής δόμησης είναι 0,80, η μέγιστη επιτρεπόμενη δόμηση: 400 Μ2 (οικόπεδα μέχρι 2.000 Μ2) και για οικόπεδα > 2000 Μ2: 400 + (εμβαδόν οικοπέδου - 2.000) χ 0,05, συντελεστής κάλυψης: 60% (σε περιοχές που ίσχυε το σύστημα των πτερύγων) και 70% (σε περιοχές που ίσχυε το συνεχές σύστημα), ενώ το μέγιστο ύψος κτιρίων είναι 7,50 Μ.
Ακίνητα, που βρίσκονται εντός της ζώνης των 500 μ. των οικισμών, στην οποία ισχύουν οι όροι και περιορισμοί δόμησης του ΠΔ 31-05-85, ΦΕΚ - 270Δ με ελάχιστο εμβαδό αρτιότητας 2000 Μ2 την 24-4-1977. Η ζώνη των 500 Μ ορίζεται από τα όρια των οικισμών, ως προϋφιστάμενων του 1923, ως ορίζεται στο ΦΕΚ 523Δ/10-10-1978 και μετά από αυτοψία της αρμόδιας πολεοδομίας.
Εξάλλου, λόγω του γεγονότος, ότι η χάραξη του νέου αυτοκινητόδρομου στο μεγαλύτερό της ακολουθεί την υφιστάμενη Ε.Ο., κρίσιμη παράμετρος σχετικά με την οικοδομησιμότητα των γεωτεμαχίων, αποτελεί η απόσταση από τον άξονα της Ε.Ο. και της σιδηροδρομικής γραμμής. Με βάση το ΠΔ 209/1998 (ΦΕΚ 169Α/15.07.98), οι ελάχιστες αποστάσεις τοποθέτησης των κτιρίων από τους άξονες των οδών καθορίζονται ως εξής:
Αρ. 1.) Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες οδών ή τα όρια τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής: α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής καθώς και στα νέα διόδια …, που είναι παράλληλα με τον διαπλατυνόμενο αυτοκινητόδρομο, β) στο δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής.
Αρ. 2.) Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφιστάμενων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων οριοθετημένων σύμφωνα με το ΠΔ 24/24.04.1985 όπως ισχύει, ορίζεται ως εξής:
γ) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μέτρων από το όριό της και δ) στο δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 15 μέτρα από τον άξονα της οδού. Με υπουργική απόφαση του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 800/14.09.1995) εγκρίθηκε η κατάταξη της με αρ. 8α Ν.Ε.Ο. "Κόρινθος - Πάτρα" του Εθνικού Οδικού Δικτύου της Πελοποννήσου σε Βασικό (Πρωτεύον) Εθνικό Οδικό Δίκτυο, ενώ με βάση το ΠΔ/24-5-1985 αρ. 5 οι αποστάσεις των κτιρίων ορίζονται εκ του ορίου της απαλλοτρίωσης σε 20 μ.
και για την σιδηροδρομική γραμμή σε 15 μ.... Περαιτέρω αποδεικνύεται, ότι πλέον το περιβάλλον στο οποίο κινείται η αγορά ακινήτων είναι αυτό μιας μοναδικής οικονομικής κρίσης. Η κρίση αυτή έχει λάβει στη χώρα μας έντονα χαρακτηριστικά και οι επιπτώσεις της στην κτηματαγορά ακινήτων είναι άμεσες με "πάγωμα" των αγοραπωλησιών.
Το φαινόμενο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με μειωτικές τάσεις στα μισθώματα και στις αγοραίες αξίες των εμπορικών, οικιστικών και αγροτικών ακινήτων. Στις τιμές των γηπέδων (οικοπέδων ή αγροτεμαχίων με δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης) παρατηρείται μείωση ελαφρώς χαμηλότερη από τα δομημένα ακίνητα και εξηγείται από τη μικρότερη πίεση που έχει ένας ιδιοκτήτης γηπέδου να προβεί σε πώληση, διότι το κόστος συντήρησής του είναι σχεδόν μηδαμινό και δεν έχει τη φορολογική επιβάρυνση ενός νομίμου υφιστάμενου κτίσματος.
Τα δεδομένα αυτά αλλάζουν άρδην εάν έχει προβεί σε δανεισμό (για αγορά ή τυχόν αξιοποίησή του). Οι ανωτέρω εκτιμητές έκαναν εκτεταμένη έρευνα στην τοπική κτηματαγορά σε μηχανικούς, μεσίτες, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπαλλήλους της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (Δασική υπηρεσία, Διεύθυνση Γεωργίας, Πολεοδομία), Δήμους της ευρύτερης περιοχής και το διαδίκτυο και συνήγαγαν τα παρακάτω συμπεράσματα:
Η κτηματαγορά στην ευρύτερη περιοχή των εκτιμώμενων βρίσκεται σε εξαιρετική στασιμότητα, παρότι πρόκειται για μια περιοχή παραθεριστική, 2ης και 1ης κατοικίας. Η κατάσταση αυτή της τοπικής οικονομίας, εκφράζεται και στην πολύ μικρή συχνότητα με την οποία πραγματοποιούνται, οι πολύ λίγες μεταβιβάσεις ακινήτων.
Ειδικότερα, για γεωτεμάχια δεν είχαν γνωστοποιηθεί στους εκτιμητές ικανός αριθμός πωλήσεων κατά την τελευταία διετία. Η διαπλάτυνση και τα έργα υποδομής του αυτοκινητόδρομου δημιουργούν μια μελλοντική αναπτυξιακή προοπτική στην περιοχή, όμως, με τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης αυτό δε μπορεί να αποτυπωθεί θετικά στις αξίες των ακινήτων.
Ειδικότερα, τα ακίνητα που βρίσκονται κοντά στα παράλια της ευρύτερης περιοχής, εμφάνιζαν τα τελευταία χρόνια προ οικονομικής κρίσης σταθερά αύξουσα ζήτηση και, συνακόλουθα, αύξηση τιμών. Σήμερα, όμως, με την οικονομική κρίση παρατηρούνται πτωτικές τάσεις στις αξίες των ακινήτων γενικώς. Στη συνέχεια, παραθέτουν ενδεικτικά συγκριτικά στοιχεία από την έρευνα της κτηματαγοράς με τις ζητούμενες τιμές...
Με βάση όλα τα παραπάνω εκτιθέμενα και όσα θα αναφερθούν παρακάτω για κάθε ακίνητο, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα επίδικα ακίνητα και τα επικείμενά τους, πρέπει, να προσδιοριστεί, με κρίσιμο χρόνο αυτόν της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτησης της υπόθεσης (5-11-2014), αφού μέχρι αυτή παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, στις πιο κάτω οριζόμενες για κάθε ακίνητο και επικείμενο τιμές, που ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία αυτών με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και κατά συνέπεια στην πλήρη ικανοποίηση των ιδιοκτητών τους, χωρίς να υπολογίζεται η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της ή η ανατίμηση, που προέρχεται από ενέργειες των ιδιοκτητών, γενόμενες μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, αποζημίωση, που παρέχει τη δυνατότητα στους δικαιούχους να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια.
Σημειώνεται δε, ότι το εμβαδόν του κάθε απαλλοτριούμενου ακινήτου είναι εκείνο, που αναφέρεται στον 2° διορθωτικό κτηματολογικό πίνακα, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση είναι μεγαλύτερη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα εταιρία. Μεταξύ των θιγόμενων από την επίδικη απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών περιλαμβάνονται τα εξής ακίνητα (αγροτεμάχια) της αιτούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...
ΑΕ", που βρίσκονται στη θέση …ή …ή …της κτηματικής περιφέρειας του ΔΔ …του τέως Δήμου …και συγκεκριμένα: α) έκταση 32.772,52 τ.μ. με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) …, β) έκταση 1.533,27 τ.μ. με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) …και γ) έκταση 1.869,95 τ.μ. με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) …. Στις ως άνω ιδιοκτησίες, που αποτελούν μια ενιαία έκταση 37.133,59 τ.μ., βρίσκονται οι εγκαταστάσεις κονσερβοποιΐας φρούτων και λαχανικών της αιτούσας εταιρίας.
Από τις ανωτέρω εκτάσεις, που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμών, είναι πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα και πρόσφορα για οικοπεδική αξιοποίηση σύμφωνα με την από 30-8-2014 έκθεση εκτίμησης των Δ. Κ. και Ι. Α., απαλλοτριώνεται, αντίστοιχα, εμβαδόν 1.692,31 τ.μ. (ΑΚΠ ...), 344,94 τ.μ. (ΑΚΠ ...) και 190,78 τ.μ. (ΑΚΠ ...)...
Η αξία των ανωτέρω απαλλοτριούμενων εκτάσεων ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου και σύμφωνα με όλα τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, σε 12,5 ευρώ/τ.μ." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τις οποίες, ορθώς, έλαβε υπόψη του ως κρίσιμο χρόνο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης τον χρόνο συζήτησης της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, ανεξαρτήτως του εάν διαπιστώθηκε αύξηση ή μείωση της αξίας των απαλλοτριουμένων κατά τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης, αντίθετα με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ο χρόνος αυτός είναι κρίσιμος μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται αύξηση της αξίας των απαλλοτριουμένων, και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με τους πρώτο λόγο και δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά την πρώτη αιτίαση του τελευταίου, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Εξάλλου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριουμένων αγρών της αναιρεσείουσας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη σχετικών εφαρμοσθεισών διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε όλα τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής, επισημαίνοντας ότι είναι αρκετά ανεπτυγμένη στην, κείμενη βόρεια της Ν.Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών, παράκτια ζώνη, στη ζώνη απαλλοτρίωσης, όπου η χρήση είναι κυρίως αγροτική, σε αντίθεση με την περιοχή των οικισμών …και …, στους οποίους η χρήση είναι οικιστική.
Εξάλλου, η αναφορά στη μειωμένη ζήτηση των επιδίκων, τα οποία εφάπτονται με την Ν.Ε.Ο., με παράπλευρη αυτής ή με τη σιδηροδρομική γραμμή, για οικιστική χρήση, λόγω θορύβου, καυσαερίων κ.λπ., που έχει ως συνέπεια την μειωμένη αξία της απαλλοτριούμενης γης σε σχέση με τα ακίνητα της ευρύτερης περιοχής, δεν έρχεται σε αντίφαση με την εκτίμηση ότι τα ακίνητα αυτά είναι κατάλληλα για εμπορική και βιοτεχνική χρήση, λόγω προβολής και καλύτερης πρόσβασης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά την δεύτερη αιτίαση αυτού, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων, και ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, σχετικά με το ζήτημα της μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων της αναιρεσείουσας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα εξής: "Σχετικά με το πρώτο ακίνητο {ΑΚΠ ...} η πολεοδομική του κατάσταση μεταβάλλεται προς το μειονεκτικότερο καθόσον οι απαγορευτικές αποστάσεις από τα νέα διόδια και τη διαπλατυνόμενη Ν.Ε.Ο.
δεν επιτρέπουν την προσθήκη της υπόλοιπης δόμησης σε ολόκληρο τον όροφο αλλά και σε περίπτωση κατεδάφισης των υπαρχόντων κτιρίων η δόμηση νέου κτιρίου περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό. Ακόμα η πρόσβαση επηρεάζεται θετικά λόγω του νέου κυκλοφοριακού κόμβου που δίνει άμεση νέα πρόσβαση μέσω των νέων διοδίων, αλλά αντίθετα επηρεάζεται αρνητικά λόγω κατάργησης της δεύτερης ανατολικής εισόδου του ακινήτου, μειονέκτημα το οποίο αντιμετωπίζεται από τη δημιουργία του νέου κόμβου.
Σημειώνεται δε ότι παράπλευρη οδός που να εξυπηρετεί την ιδιοκτησία δεν υπάρχει. Τα ειδικά χαρακτηριστικά του ακινήτου επηρεάζονται θετικά καθόσον από τρίφατσο γίνεται τετράφατσο αλλά επηρεάζεται αρνητικά καθόσον η υπερύψωση των επιπέδων των οδών στη νότια και ανατολική πλευρά του υποβαθμίζει κατά κάποιο τρόπο το γήπεδο όχι όμως και τη λειτουργία του.
Τέλος η ρύπανση που προκαλείται από τη διαπλατυνόμενη Ν.Ε.Ο. {ηχητική, χημική και οπτική} παραμένει ίδια αλλά αυξάνεται από τη λειτουργία των νέων όμορων διοδίων" και καταλήγει η προσβαλλομένη απόφαση ότι "το εναπομένον τμήμα της άνω ιδιοκτησίας υπέστη μείωση κατά ποσοστό 16%. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ότι τα εναπομείναντα τμήματα των ΑΚΠ ...
και ... υπέστησαν σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά το προορισμό χρήση τους αφού αυτά έχουν συνενωθεί εν τοις πράγμασι με την ΑΚΠ ... ιδιοκτησία". Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αποζημίωσης για μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων της αναιρεσείουσας, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη σχετικών εφαρμοσθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα, η αναφορά σε "απαγορευτικές αποστάσεις από τα νέα διόδια και τη διαπλατυνόμενη Ν.Ε.Ο.", που "δεν επιτρέπουν την προσθήκη της υπόλοιπης δόμησης", δεν έχει καμία ασάφεια, διότι είναι προφανές ότι ως τέτοιες νοούνται αυτές που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των π.δ/των του 1985 και του 1998, ήτοι είναι μικρότερες των ελάχιστων νομίμων, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, διαλαμβάνονται αναλυτικά στην απόφαση.
Επίσης, η παράθεση όχι μόνο των αρνητικών επιπτώσεων της απαλλοτρίωσης στο πρώτο ακίνητο (κατάργηση ανατολικής εισόδου, κάποια υποβάθμιση γηπέδου λόγω υπερύψωσης του επιπέδου των οδών, απαγόρευση δόμησης), αλλά και των θετικών επιπτώσεών της σ' αυτό (απόκτηση μιας επί πλέον πρόσοψης, νέα άμεση πρόσβαση μέσω νέων διοδίων), και η συνεκτίμηση αυτών, πριν καταλήξει στην κρίση περί μείωσης της αξίας του κατά 16%, δεν συνιστά ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία.
Περαιτέρω, είναι επαρκείς και σαφείς οι αιτιολογίες, που στηρίζουν την απόρριψη του αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των, εξαρχής μικρής έκτασης, ακινήτων με ΑΚΠ ... και ..., τα οποία αποτελούν ενιαία ιδιοκτησία με το ακίνητο με ΑΚΠ .... Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενη πλημμέλεια, που προσάπτεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων εδαφικών τμημάτων, και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Καθ' όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, με τον τρίτο λόγο πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατ' αυτήν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον συγκροτούντα την ιστορική βάση της αίτησής της ισχυρισμό, ότι με τη διαμόρφωση της Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα κυκλοφοριακής σύνδεσης του ακινήτου της με τους εθνικούς δρόμους και κατά συνέπεια δυνατότητα λειτουργίας της επί του ακινήτου αυτού εμπορικής επιχείρησής της, γεγονός που αχρηστεύει πλήρως το ακίνητό της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον αξιολόγησε εν μέρει αρνητικά, κρίνοντας ότι έχει μεν καταργηθεί η δεύτερη ανατολική είσοδος, μειονέκτημα όμως που αντιμετωπίζεται από τη δημιουργία του νέου κόμβου, αφού το ακίνητο έχει αποκτήσει νέα άμεση πρόσβαση μέσω νέων διοδίων.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Δεν αρκεί δε η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις στο Εφετείο (ΑΠ 900/2006, ΑΠ 1229/2002).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του ΚΑΑΑ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, "...οι διάδικοι μέχρι να τελειώσει η συζήτηση στο ακροατήριο υποχρεούνται να προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα...". Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, προσάπτοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παρ' αυτής μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα ...
από 12-11-2014 έγγραφη απάντηση της Α.Ε. ... και την από 14-11-2014 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., σχετικά με την αρμοδιότητά της ή μη, ως παραχωρησιούχου του έργου για έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης και χαρακτηρισμό του τύπου αυτής, που, κατά την αναιρεσείουσα, αναιρούσαν το .../11-12-2012 έγγραφο της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Παραχώρησης Πελοποννήσου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει δυνατότητα κυκλοφοριακής σύνδεσης και ότι αρμόδια για την παραχώρηση είναι ο Παραχωρησιούχος Όμιλος που κατασκευάζει το έργο, ήτοι η ...
Α.Ε. Τα έγγραφα αυτό φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της συζήτησης στο Εφετείο, η οποία έλαβε χώρα στις 5-11-2014, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, το περιεχόμενο της απόφασης (σελ. 17), τις προτάσεις των διαδίκων στο Εφετείο, οι οποίες κατατέθηκαν της μεν αιτούσας στις 5-11-2014, του δε Δημοσίου, που άσκησε με αυτές ανταίτηση, στις 10-9-2014, αλλά και από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης (σελ. 20 αυτής), παρά την από προφανή παραδρομή αναγραφή στο προεισαγωγικό της αναιρεσιβαλλομένης, ως ημερομηνίας συζήτησης, της 5ης Σεπτεμβρίου 2014, προσκομίσθηκαν δε (τα εν λόγω έγγραφα) στις 14-11-2014.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι, δήθεν, έλαβε από το Δικαστήριο δεκαήμερη προθεσμία για να προσκομίσει την έγγραφη απάντηση της Α.Ε. ..., είναι αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου της ουσίας, πέραν του ότι τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται από το νόμο και τυχόν αποδοχή σχετικού αιτήματος, θα συνιστούσε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11β'.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο προκύπτει ότι υπέβαλε με αυτές, το πρώτον, αίτημα αναβολής της συζήτησης μέχρι να εγκριθεί επίσημα η κυκλοφοριακή σύνδεση του ακινήτου της (όχι για να προσκομίσει έγγραφα), άλλως να διαταχθεί διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το ζήτημα της δυνατότητας κυκλοφοριακής σύνδεσης, ώστε να διέρχονται μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα και από το εργαστήριο της.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού δεν έγινε νόμιμη επίκληση των ανωτέρω εγγράφων, το τρίτο σκέλος του ως άνω λόγου της αναίρεσης είναι αβάσιμο.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ' απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001), να διαταχθεί δε η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης …/19-9-2016 αίτηση για αναίρεση της 347/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ