148/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 12-2-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 3-3-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 4-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου και την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated148/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 69 του ιδίου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Full text
Απόφαση 148 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Γεωργιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατάθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μοροζίνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 12-2-2007 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 3-3-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 4-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασίλειου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου και την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο" παρ. 3 περ. α', όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, 6 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την τροποποίηση της από το άρθρο 5 του Ν. 3552/2007 συνάγεται, ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου οριστεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 309/2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 69 του ιδίου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.
Στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επιδίκου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κυρία παρέμβαση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος, που διαλαμβάνονται στην αγωγή, την κύρια παρέμβαση, την ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ειδικότερα της από ημερομηνία 12-2-2007 κυρίας παρεμβάσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτά άσκησε σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις και αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, τούτο ζήτησε α)να απορριφθεί η από 9-1-2007 αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου, β) να αναγνωριστεί το αναιρεσειον ως κύριος των επιδίκων ακινήτων, με βάση τους αναφερομένους στην ως άνω κυρία παρέμβαση πρωτοτύπους τρόπους κτήσεως της κυριότητας, γ) να υποχρεωθεί ο καθ' ου η κυρία παρέμβαση και ήδη αναιρεσίβλητος που κατέχει τα επίδικα ακίνητα (αγροτεμάχιο και οικόπεδο) να του τα αποδώσει και δ) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" του κτηματολογικού βιβλίου του κτηματολογικού γραφείου του Δήμου Χαλκιδέων με ΚΑΕΚ 121165301015/0/0 και 121165301060/0/0 και να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητος. Την ως άνω κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη, στο σύνολο της, με την αιτιολογία ότι " το κυρίως παρεμβάν ουσιαστικά αμφισβητεί την κυριότητα του αιτούντος επί των επιδίκων ακινήτων, χωρίς να επικαλείται συγκεκριμένο, εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία, δικαίωμα επ'αυτών".
Εν συνεχεία το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές του ως προς την κυρία παρέμβαση, απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ1 αριθ. 20/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος το οποίο είχε κάνει δεκτή, εν μέρει, την συνεκδικασθεισα αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου και είχε απορρίψει με την αυτή αιτιολογία την ένδικη κυρία παρέμβαση του νυν αναιρεσείοντος.
Πλην όμως, από την επισκόπηση του περιεχομένου του δικογράφου της κύριας παρέμβασης, και της ασκηθείσας υπό του παρεμβάντος έφεσης, προκύπτει ότι το παρεμβαίνον - νυν αναιρεσείον επικαλείται σαφώς και ορισμένως τους τρόπους, με τους οποίους τα επίδικα ακίνητα, κατά την άποψη του, περιήλθαν στην κυριότητα του (σελίς 4 έως 10 του δικογράφου της κύριας παρέμβασης) Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε στο σύνολο της, ως μη νόμιμη, την κύρια παρέμβαση, χωρίς να λάβει υπόψη τους προβληθέντες και επαναφερθέντες με λόγο έφεσης, από το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν - νυν αναιρεσείον ισχυρισμούς του, οι οποίοι θεμελίωναν αυτήν, (παρέμβαση) κατά το μέρος της, που αφορούσε το δικαίωμα άσκησης κυρίας παρέμβασης, στη δίκη κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που ανοίχθηκε με αίτηση τρίτου (του καθ' ου η παρέμβαση- νυν αναιρεσιβλήτου) και με την οποία ζητούσε τη διόρθωση, στα κτηματολογικά βιβλία, της πρώτης εγγραφής των επιδίκων ακινήτων, ως αγνώστου ιδιοκτήτη και την αναγραφή του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ιδιοκτήτου αυτών και όχι του καθ' ου-νυν αναιρεσιβλήτου, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως, κατ' ορθή εκτίμηση επικαλείται το αναιρεσείον, με τον μοναδικό, κατά το ένα σκέλος αυτού, λόγον αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος.
Αντίθετα, η υπό κρίση κυρία παρέμβαση, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί η κυριότητα του παρεμβαίνοντος επί των επιδίκων ακινήτων και να υποχρεωθεί ο καθού κατέχων τα επίδικα και οιοσδήποτε τρίτος έλκει από αυτόν δικαίωμα ή κατέχει επ' ονόματι του να του τα αποδώσει, είναι μη νόμιμη, διότι αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται, ως προϋπόθεση, η ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος, για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς, όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 632/2013, ΑΠ 309/2012).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε, κατά το μέρος της αυτό, την κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, κατά το σκέλος αυτού, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Στην πλημμέλεια αυτή δεν προσήκει η παράλληλα διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει επί της απορρίψεως της κυρίας παρεμβάσεως ως μη νόμιμης.
Το νυν αναιρεσείον νομίμως παρέστη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με δήλωση, δεδομένου ότι το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 573 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, στην οποία δεν διεξάγεται προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ανεξάρτητα από τη διαδικασία, κατά την οποία είχε συζητηθεί η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν.3693/1957, 5 παρ.12 Ν.1738/1987 και 2 της 134423/1992 Κ.Υ.Α. Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 83/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης, κεφάλαιο αυτής (διόρθωση εγγραφής και αναγραφή του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη των ακινήτων).
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ