Legislator Case Law & Legislation
148/2013 AI generated

148/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 148/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

148/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου της παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο, επομένως, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.

Keywords

AI generated
authorization to levy debt enforcement expenditure authorization authority debt capital reproduction and imitation of banknotes custodian bank repatriation of capital
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 148 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 148/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK - ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και προγενέστερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ.-Β. θυγ. Ι. Γ., κατοίκου ..., ως αρχικώς ενάγουσας και ως κληρονόμος της αποβιωσάσης ενάγουσας μητρός της Μ. χας Ι. Γ., 2. Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ως κληρονόμος της αποβιωσάσης ενάγουσας μητρός του Μ. χας Ι. Γ., 3.Ε. συζ. Λ. Χ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 4.Δ. Μ. του Κ., κατοίκου ... και 5. Π. χας Γ. Π., κατοίκου .... Στο σημείο αυτό το πληρεξούσιος της αναιρείουσας αφού έλαβε το λόγο δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 14 Μαΐου 2008 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Οι λοιποί αναιρεσίβλητου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Ανδριόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9179/1998 μη οριστική, 825/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4066/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Μαΐου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 §1, 296, 297, 299 και 495§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573§1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί, ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους, μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' άρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης, ενώ εξάλλου ειδικότερα η παραίτηση που γίνεται κατά την συζήτηση με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργούμενου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησης κατ` αρθ. 576§3 ΚΠολΔ λόγω μη κλήτευσης του.

Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η αναιρεσείουσα με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου της παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο, επομένως, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη.

ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτισθεί επ` ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα η ανώνυμη εταιρία, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, από το διοικητικό της συμβούλιο το οποίο ενεργεί συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί ευθέως από αυτό ή δια του διοικητικού της συμβουλίου η εκπροσώπησή της σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή στους διευθυντές της ή άλλα πρόσωπα ή και σε τρίτο.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ.

διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.

Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ και 7β παρ. 15 του ν. 2190, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα.

Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά το διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα, γι` αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ` αυτής οι τρίτοι.

Οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν προς τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2339/1995, κατά την οποία οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα.

Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ` εντολή ή κατ` ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ` αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1694/2009, 1187/2000).

Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρείας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ` υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρείας εκφράζεται πρωτογενώς (Α.Π. 1363/2011, Α.Π. 470/2006, 1659/2005).

Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, κατά δε την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, εντάσεως ή αντεστάνσεως ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989). Επίσης δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1994 η πρώτη των εναγόντων - εφεσίβλητων, κατόπιν προτροπών και συμβουλών του γνωστού της Π.

Π., διευθυντή του υποκαταστήματος … της εναγομένης Τράπεζας Αθηνών και μετέπειτα διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της ίδιας Τράπεζας, η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την Τράπεζα EFG ΕURΟΒΑΝΚ - ERGASIAS A.E., παρακίνησε τους λοιπούς ενάγοντες - εφεσίβλητους, συγγενείς και φίλους της, να επενδύσουν (και η ίδια μαζί) σε REPOS, να καταθέσουν χρηματικά ποσά σε λογαριασμούς CAPITAL και εν γένει να προβούν σε επωφελείς γι' αυτούς τραπεζιτικές εργασίες με την εναγομένη, αποβλέποντας στην επίτευξη κέρδους μέσω του υψηλού επιτοκίου, που οι τράπεζες συνήθως προσφέρουν σε τέτοιες συναλλαγές.

Κατά το χρονικό διάστημα από 9-5-1994 μέχρι και 28-2-1997, κατόπιν των καθοδηγήσεων και των επενδυτικών συμβουλών του ανωτέρω υπαλλήλου της εναγομένης, οι ενάγοντες συνήψαν με αυτήν τις ακόλουθες συμβάσεις: 1) στις 9-5-1994 η πρώτη ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π. Π., διευθυντής του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, βάσει της οποίας επένδυσε σε RΕΡΟS το χρηματικό ποσό των 21.065.644 δραχμών.

Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίσθηκε για ένα μήνα, το δε συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 17,10%, ενώ το τελικό ποσό, που θα εισέπραττε κατά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης η εν λόγω ενάγουσα ή ο ορισθείς από αυτήν συνδικαιούχος Β. Μ., ήταν 21.361.717 δραχ. (βλ. για όλα τα παραπάνω την με αριθμό …/9-5-1994 "Βεβαίωση Συναλλαγής RΕΡΟS).

Στις 8-6-1994, οπότε και έληξε η ανωτέρω σύμβαση, από το ως άνω οφειλόμενο στην πρώτη ενάγουσα χρηματικό ποσό, αυτή δια του ανωτέρω συνδικαιούχου της εισέπραξε μόνο το ποσό των 3.000.000 δραχμών (βλ. τις υπ' αριθμ….και …επιταγές της Τράπεζας Αθηνών για ποσά 1.000.000 και 2.000.000 δραχ. αντίστοιχα), το δε υπόλοιπο ποσό των 18.361.717 δραχ.

παρέμεινε σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης αυτής (πρώτης ενάγουσας) στην εναγόμενη Τράπεζα, ώστε την 31-3-1995 το άνω ποσό, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνημένων τόκων, να ανέρχεται στο ποσό των 20.097.471 δραχμών, οπότε και δυνάμει σχετικής σύμβασης που συνήφθει ανάμεσα στην πρώτη ενάγουσα και τον Π. Π., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης ως διευθυντής πλέον του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, το ανωτέρω χρηματικό ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό CAPITAL με συμφωνηθέν επιτόκιο 19,10% και διάρκεια μέχρι και 2-5-1995, ανανεωμένης της συμβάσεως, πλην αντίθετης έγγραφης γνωστοποίησης, κάθε μήνα (βλ.

για όλα τα παραπάνω την υπ' αριθμ…/31-3-1995 σύμβαση λογαριασμού CAPITAL), ώστε, τελικά, την 31-3-1997, οπότε και η πρώτη ενάγουσα αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 28.778.713 δραχμών. 2) Στις 26-6-1995 η δεύτερη αρχική ενάγουσα συνήψε σύμβαση πώλησης αξιόγραφων από ίδια διαθέσιμα με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π.

Π. διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, δυνάμει της οποίας αυτή (δεύτερη ενάγουσα) επένδυσε το ποσό των 4.454.669 δραχμών σε αξιόγραφα του Ελληνικού Δημοσίου με συμφωνηθείσα απόδοση 15,25% σε ετήσια βάση για το διάστημα μέχρι και τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, δηλαδή, στις 14-4-1996, οπότε και θα δικαιούνταν να εισπράξει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (βλ.

για όλα τα παραπάνω την με αριθμό …/26-6-1995 βεβαίωση συναλλαγής πώλησης αξιόγραφων από ίδια διαθέσιμα). Κατόπιν αιτήσεως της δεύτερης ενάγουσας, η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε από τον Π. Π., ο οποίος στο μεταξύ εκτελούσε χρέη αναπληρωτή διευθυντή της Τράπεζας Αθηνών, διαδοχικά δύο φορές, αφενός στις 14-4-1996 για οκτώ μήνες και με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 13,17%, αφετέρου την 31-12-1996 για ένα χρόνο με συμφωνηθείσα ετήσια απόδοση 12,97%, οι δε λοιποί όροι της παρέμειναν ως είχαν (βλ.

σχετικά τις πράξεις ανανέωσης επί του εγγράφου της ως άνω σύμβασης), ώστε, τελικά την 31-3-1997, οπότε η δεύτερη ενάγουσα αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 5.638.952 δραχμών. 3) Στις 12-12-1996 η τρίτη ενάγουσα συνήψε σύμβαση, με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π.

Π. υπό την ιδιότητα του αναπληρωτή διευθυντή της Τράπεζα Αθηνών, δυνάμει της οποίας επένδυσε σε REPOS το χρηματικό ποσό των 14.000.000 δραχμών, εκ των οποίων το ποσό των 900.000 δρχ. καταβλήθηκε στην εναγομένη σε μετρητά (βλ. σχετικά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Σ. Γ.), ενώ για το υπόλοιπο των 13.100.000 δρχ.

παραδόθηκε στην εναγομένη ισόποση τραπεζική επιταγή (βλ. την υπ' αριθμ… επιταγή Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος). Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίσθηκε για ενενήντα ημέρες, το δε συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 12,80% ενώ το τελικό ποσό που θα εισέπραττε κατά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης η τρίτη ενάγουσα ή οι ορισθέντες από αυτή συνδικαιούχοι Λ.

Χ. και Β. Γ., ήταν 14.441.863 δραχμές (βλ. για όλα τα παραπάνω την υπ' αριθμ…/12-12-1996 Βεβαίωση Συναλλαγής REPOS. Στις 13-3-1997, οπότε και έληξε η διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης, η τρίτη ενάγουσα κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 1.700.000 δρχ., οπότε το ποσό της κατάθεσης ανήλθε στις 16.141.863 δρχ. (βλ. σχετικά τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Σ.

Γ. και Σ. Π. καθώς και αυτήν του μάρτυρα της εναγομένης Π. Κ.), και κατόπιν αιτήσεως της, η εν λόγω σύμβαση ανανεώθηκε από τον Π. Π., ενεργούντος για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ιδιότητα του ως αναπληρωτή διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, για τρεις μήνες, δηλαδή μέχρι την 13-6-1997, με συμφωνηθέν επιτόκιο 12,90%, οι δε λοιποί όροι παρέμειναν ως είχαν (βλ.

σχετικά την πράξη ανανέωσης επί του εγγράφου της ως άνω σύμβασης), ώστε, τελικά, την 31-3-1997, οπότε η τρίτη ενάγουσα αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 16.240.193 δραχ. 4) Στις 28-2-1997 ο τέταρτος ενάγων συνήψε με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π.

Π. υπό την ιδιότητα του ως αναπληρωτή διευθυντή της Τράπεζας Αθηνών, σύμβαση λογαριασμού CAPITAL διάρκειας τεσσάρων μηνών, δυνάμει της οποίας αυτός (τέταρτος ενάγων) κατέθεσε το ποσό των 7.876,568 δραχμών σε λογαριασμό CAPITAL με συνδικαιούχους τα τέκνα του Κ. και Ε. Μ. και συμφωνηθέν επιτόκιο 13,90% (βλ. σχετικά την υπ' αριθμ…/28-2-1997σύμβαση λογαριασμού CAPITAL), ώστε, τελικά, την 31-3-1997, οπότε ο τέταρτος ενάγων αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 7.967.804 δραχμών. 5) Στις 22-5-1996 η πέμπτη ενάγουσα συνήψε σύμβαση με την εναγομένη, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο Π.

Π.ς υπό την ιδιότητα του ως αναπληρωτή Διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, δυνάμει της οποίας επένδυσε σε REPOS το χρηματικό ποσό των 5.000.000 δραχμών, το οποίο αφαιρέθηκε από λογαριασμό CAPITAL που διατηρούσε η ίδια στην εναγομένη (βλ. σχετική κίνηση λογαριασμού στις 22-5-1996). Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης ορίσθηκε για 128 ημέρες, το δε συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 13,70%, ενώ το τελικό ποσό, που θα εισέπραττε κατά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης η πέμπτη ενάγουσα ή οι ορισθέντες από αυτήν συνδικαιούχοι Β.

και Π. Π., τέκνα αυτής, ήταν 5.240.220 δραχ. (βλ. για όλα τα παραπάνω την υπ1 αριθμ…/22-5-1996 Βεβαίωση Συναλλαγής REPOS). Στις 30-9-1996, οπότε έληξε και η διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε, κατόπιν αιτήσεως της πέμπτης ενάγουσας, από τον Π. Π. ενεργούντος για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ιδιότητα του ως αναπληρωτής διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, για τρείς μήνες με συμφωνηθέν επιτόκιο 13,70%.

Την 31-12-1996, οπότε και έληξε εκ νέου η ανωτέρω σύμβαση, η πέμπτη ενάγουσα ανέλαβε το ποσό των 2.000.000 δρχ. για το δε υπόλοιπο, που στο μεταξύ ανερχόταν στο ποσό των 3.417.239 δρχ., ανανεώθηκε, κατόπιν αιτήσεως της, δεύτερη φορά η εν λόγω σύμβαση από τον Π. Π., ενεργούντος για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, για ένα μήνα με συμφωνηθέν επιτόκιο 12,70%.

Την 31-1-1997, οπότε έληξε εκ νέου η ανωτέρω σύμβαση, αυτή ανανεώθηκε για τρίτη φορά από τον Π. Π., ενεργούντος για λογαριασμό της εναγομένης υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, κατόπιν αιτήσεως της πέμπτης ενάγουσας, η οποία στο μεταξύ είχε συμπληρώσει με κατάθεση μετρητών το ποσό, που είχε επενδύσει σε REPOS, ώστε να ανέρχεται στο ποσό των 4.000.000 δρχ.

Η νέα διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε σε ένα έτος με συμφωνηθέν επιτόκιο 13,70%, ώστε, τελικά, την 31-3-1997, οπότε η πέμπτη ενάγουσα αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 4.091.333 δραχμών. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά σύμβασης ορίσθηκε σε ένα έτος με συμφωνηθέν επιτόκιο 13,70%, ώστε, τελικά, την 31-3-1997, οπότε η πέμπτη ενάγουσα αναζήτησε το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, αυτό να ανέρχεται, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνηθέντων τόκων, στο χρηματικό ποσό των 4.091.333 δραχμών.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που πιο πάνω αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι στις 3-12-1996 ο Π. Π., όντας αναπληρωτής διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ανακλήθηκε το δικαίωμα υπογραφής του από τη Γενική Διεύθυνση της ιδίας Τράπεζας (βλ. σχετικά την υπ' αριθμ…/15-12-1996 πράξη της Γενικής Διεύθυνσης της Τράπεζας Αθηνών), γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όσες εκ των ανωτέρω συμβάσεων έλαβαν χώρα μέχρι και την ημερομηνία αυτή είναι απόλυτα έγκυρες και δεσμεύουν πλήρως την εναγομένη, οι δε ισχυρισμοί αυτής, που αφορούν στο σύνολο των ενδίκων συμβάσεων, προγενέστερων και μεταγενέστερων της άνω ημερομηνίας, περί παρανομιών εκ μέρους του εν λόγω υπαλλήλου της κατά την κατάρτιση αυτών (των συμβάσεων), που καθιστούν τη συμπεριφορά του κείμενη εκτός των πλαισίων των ανατεθημένων σ' αυτόν καθηκόντων, είναι αβάσιμοι για τους εξής λόγους:

α) ο τύπος των ανωτέρω ενδίκων συμβάσεων είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός επομένως η τήρηση αυτού αφορά απλώς την απόδειξη της νομιμοποίησης του δικαιούχου ως καταθέτη λογαριασμού CAPITAL ή επενδυτή σε REPOS και όχι βέβαια στη γένεση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, που απορρέουν από τις ένδικες συμβάσεις και υφίστανται ήδη από το χρονικό σημείο της κατάθεσης του χρηματικού ποσού στην Τράπεζα από τον τρίτο συναλλασσόμενο και της φύλαξης αυτού εκ μέρους της για το λόγο και με τους όρους, που συμφωνήθηκαν, β) οι τυχόν παρατυπίες κατά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων εκ μέρους του ανωτέρω υπαλλήλου της εναγομένης δεν μπορεί να βαρύνει τους ενάγοντες, οι οποίοι καλόπιστα και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη προέβησαν σε συμφωνίες μαζί του υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητα του επιδιώκοντας απλώς σε επωφελείς επενδύσεις των χρημάτων τους, και δεν γνώριζαν ούτε όφειλαν να γνωρίζουν ειδικές λεπτομέρειες σχετικά με το πώς καταρτίζονται οι ανωτέρω συμβάσεις, αν π.χ.

χρειάζεται υπογραφή και δεύτερου υπαλλήλου της Τράπεζας ή αν χρησιμοποιήθηκε η σωστή σφραγίδα κλπ γ) σε κάθε περίπτωση η αδικοπρακτική συμπεριφορά του Π. Π., η οποία σημειωτέον δεν συνιστά αντικείμενο απόδειξης της παρούσας, δεν απαλλάσσει την εναγομένη, η οποία ως νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ως του είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης (αρθρ. 71 Α.Κ.), τέτοιο δε όργανο, υπό την ευρεία έννοια του όρου, είναι και ο διευθυντής καταστήματος Τράπεζας, όπως ο ανωτέρω υπάλληλος της εναγομένης, ο οποίος ενήργησε ζημιογόνα λόγω ακριβώς της συγκεκριμένης θέσης του, των ευκαιριών που αυτή του παρείχε και των μέσων που είχε στη διάθεση του, ώστε να προκύπτει αβίαστα ότι η συμπεριφορά του συνδέεται αιτιωδώς με τα ανατεθημένα σε αυτόν από την εναγομένη καθήκοντα.

Περαιτέρω ως προς τις ένδικες συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μετά τις 6-12-1996,οπότε και ο Π. Π. τέθηκε διαθεσιμότητα και ανακλήθηκε το δικαίωμα υπογραφής του, αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι και το Μάιο 1997, μολονότι είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα προσέρχονταν κανονικά στην εργασία του στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Αθηνών και παρέμεινε εντός αυτού κατά τις ώρες λειτουργίας του, συναλλασσόμενος μέσα σε γραφείο με επενδυτές και πελάτες της εναγομένης, έχοντας πλήρη πρόσβαση σε έντυπα και σφραγίδες αυτής, γεγονός που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τους μάρτυρες των εναγόντων, αλλά και από αυτούς της εναγομένης, ώστε να δημιουργείται σε κάθε καλόπιστο η εύλογη πεποίθηση ότι συναλλάσσεται με κάποιον, ο οποίος έχει προς τούτο εξουσιοδότηση από την εναγομένη, έστω και σιωπηρά, που συνάγεται δηλαδή, από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συναλλαγής σε συνδυασμό με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, οι ενάγοντες συναλλάχθηκαν με τον ανωτέρω υπάλληλο της εναγομένης, τον οποίο γνώριζαν και είχαν, άλλωστε, συνεργασία μαζί του ήδη τρία περίπου χρόνια πριν την 6-12-1996, και βέβαια, από τη στιγμή που καμία εξωτερική αλλαγή εμφανής σε τρίτους δεν πρόδιδε ότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, αυτοί δεν γνώριζαν ούτε όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχε δικαίωμα υπογραφής, όταν συναλλασσόταν μαζί τους.

Συνεπώς και οι μετά την 6-12-1996 ένδικες συμβάσεις δεσμεύουν την εναγομένη. Κατ' ακολουθίαν, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του, έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα προπαρατεθέντα πραγματικά γεγονότα και ακολούθως δέχθηκε την ένδικη αγωγή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επεδίκασε σε καθένα από τους ενάγοντες τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις..".

Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να παραβλέψει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που αποτελούσαν και λόγους εφέσεώς της, σχετικά με το ότι ο Π. Π. ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων και των οδηγιών που είχε, ως διευθυντής, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι αναιρεσίβλητοι, συνεπεία και της εξωτερικής αλλαγής που επήλθε στην πραγματοποίηση των ενδίκων συναλλαγών μετά την τοποθέτηση ως διευθυντού του κεντρικού καταστήματός της του Π.

Κ., κατά τα στον 6ο λόγο της εφέσεώς της εκτιθέμενα, αλλ' αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία τους με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν. Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη υπόψη τους υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγους της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος είναι ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της λήψεως υπόψη από το Δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, καθ' όσον οι αρνητικοί ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων στην διαλαμβανομένη στον αναιρετικό λόγο, που ερευνάται, ένσταση της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν πράγμα.

Εξάλλου το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής και την απόρριψη των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ 221 και 224 του Α.Κ. και 18 και 22 του κωδ. Νόμου 2190/1920, περαιτέρω δε το δικαστήριο αυτό της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο σχετικά με το ζήτημα της νομίμου εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας από τον Π.

Π., κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, όσο και των συνθηκών κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν με τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ενεργούσαν καλόπιστα. Κατ' ακολουθίαν οι περί του αντιθέτου, πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της λήψεως υπόψη ουσιωδών πραγμάτων χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι' αυτά, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι η ως άνω πλημμέλεια, η οποία δεν αφορά στη δημόσια τάξη, προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η πλημμέλεια της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως (Α.Π.441/1993). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη την δίκη ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 14.5.2008 αίτηση αναίρεσης της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", για αναίρεση της 4066/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των λοιπών αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ