148/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΧ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ......, 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ......, 5. Χ5, κατοίκου ......, 6. Χ6, κατοίκου ......, 7. Χ7, κατοίκου ......, 8. Χ8, κατοίκου ......, 9. Χ9, κατοίκου ......, 10. Χ10, κατοίκου ......, 11. Χ11, κατοίκου ......, 12. Χ12, κατοίκου ......, 13. Χ13, κατοίκου ......, 14. Χ14, κατοίκου ...... και 15. Χ15, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πλειώνη.
Legislator headnote
AI generated148/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, για το παραδεκτό της από 20-6-2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 8636/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1268/30-10-2007 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 148 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Κωνσταντίνο Λαϊνά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ψ, 2. Ψ2, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ψ, κατοίκου ......, 3. Ψ3, κατοίκου ......, 4. Ψ4, κατοίκου ......, 5. Ψ5, κατοίκου ......, 6. Ψ6, κατοίκου ......, 7. Ψ7, κατοίκου ......, 8. Ψ8, κατοίκου ...... και 9. Ψ9, κατοίκου ......, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο 1ος (Ψ1) αναιρεσίβλητος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, οι 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Κοινοποιούμενη προς: τους ομοδίκους του αναιρεσείοντος:
1. Χ1, κατοίκου ......, 2. Χ2, κατοίκου ......, 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ......, 5. Χ5, κατοίκου ......, 6. Χ6, κατοίκου ......, 7. Χ7, κατοίκου ......, 8. Χ8, κατοίκου ......, 9. Χ9, κατοίκου ......, 10. Χ10, κατοίκου ......, 11. Χ11, κατοίκου ......, 12. Χ12, κατοίκου ......, 13. Χ13, κατοίκου ......, 14. Χ14, κατοίκου ...... και 15. Χ15, κατοίκου ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πλειώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1984 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 12-9-1985 κύρια παρέμβαση των ήδη Κοινοποιουμένων Ομοδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1488/1986, 7448/1996, 6862/1997 μη οριστικές, 5822/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6431/2003, 8636/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για το παραδεκτό της από 20-6-2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 8636/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1268/30-10-2007 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999).
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στη προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς την ακριβή θέση και τα όρια του αγρού των 200 στρεμμάτων που διανεμήθηκε με το ......
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Στέφανου Ταβανάκη στα αναφερόμενα τέσσερα αδέλφια μεταξύ των οποίων και η Α, καθώς και την ακριβή θέση και τα όρια του αγρού των 12 στρεμμάτων που η τελευταία κληροδότησε στην ανεψιά της Β, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο συγκεκριμένος αγρός των 200 στρεμμάτων, που κατά το ανωτέρω συμβόλαιο διανομής οριζόταν ανατολικώς με ρεύμα, αρκτικώς με δρόμο, δυτικώς με ιδιοκτησία των ......
και μεσημβρινώς με ιδιοκτησίες ...... και ......, χωρίστηκε σε επτά (7) παράλληλα τεμάχια κατ' ευθεία γραμμή, εκτεινόμενα από δυσμάς προς ανατολάς, πλάτους το πρώτο το προς βορράν επί του δρόμου μέτρων 140, το μετ' αυτό δεύτερο μέτρων 84, το τρίτο μέτρων 98, το τέταρτο μέτρων 70, το πέμπτο μέτρων 91, το έκτο μέτρων 182 και το έβδομο μέτρων 154.
Καθένα από τα επτά τεμάχια υποδιαιρέθηκε σε τέσσερα (4) ίσα τμήματα από δυσμάς προς ανατολάς σε ευθεία γραμμή και καθένα από τα τέσσερα αδέλφια έλαβαν από το πρώτο που είναι προς βορράν, η Γ το πρώτο επί της οδού, ο Δ το δεύτερο μετά τη Γ, η Ε το τρίτο μετά το Δ και η ΣΤ το τέταρτο μετά την Ε. Από το δεύτερο έλαβε η Ε το πρώτο, η ΣΤ το δεύτερο, η Γ το τρίτο και ο Δ το τέταρτο.
Από το τρίτο η Γ το τρίτο, ο Δ το δεύτερο, η ΣΤ το τρίτο και η Ε το τέταρτο. Από το τέταρτο η Ε το πρώτο, η ΣΤ το δεύτερο, ο Δ το τρίτο και η Γ το τέταρτο. Από το πέμπτο η Γ το πρώτο, η Ε το δεύτερο, η ΣΤ το τρίτο και ο Δ το τέταρτο. Από το έκτο η Ε το πρώτο, ο Δ το δεύτερο, η ΣΤ το τρίτο και η Γ το τέταρτο. Από το έβδομο η ΣΤ το πρώτο, ο Δ το δεύτερο, η Γ το τρίτο και η Ε το τέταρτο.
Η συνολική έκταση των 200 στρεμμάτων προσδιορίζεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 1- 2- 3- 4- 5- 6- 7- 8- 9- 10- 11- 12- 13- 14- 15- 16- 16- 18- 1 στο με αριθμό ... από 27-10-2005 διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα Ζ, όπου προσδιορίζονται και αποτυπώνονται με διακεκομμένη γραμμή τα επτά τεμάχια στα οποία αυτή διαιρέθηκε. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι από την παραπάνω διανομή περιήλθε στην Ε, μεταξύ άλλων, και ένας αγρός δώδεκα στρεμμάτων.
Η τελευταία με την ...... δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν. Πέρδικα όρισε για τον αγρό των 12 στρεμμάτων ότι αφήνει και εγκαθιστά γενικό κληρονόμο όλης της περιουσίας της την αδελφή της ΣΤ, ότι κληροδοτεί την επικαρπία όλης της περιουσίας της στον σύζυγό της Η εφόσον αυτός ζει, μετά δε τον θάνατό του όρισε η γενική κληρονόμος αδελφή της να δώσει τα αναφερόμενα κληροδοτήματα, ειδικότερα δε στην ανεψιά της Β τον παραπάνω αγρό των 12 στρεμμάτων, που συνορεύει γύρωθεν με Δ, με ΣΤ, με ......
και Μονή Πεντέλης. Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι τα παραπάνω 12 στρέμματα, τα οποία κατ' αναμφισβήτητο τρόπο περιήλθαν στην κυριότητα της Β ταυτίζονται με την έκταση που προσδιορίζεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία 8- 9- 10- 11- 12- 13- 14- 15- 16- 17- 18- 19- 20- 21- 22- 23- 7- 8 στο με αριθμό ... διάγραμμα του πραγματογνώμονα Ζ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την ακριβή θέση και τα όρια τόσο της διανεμηθείσας έκτασης των 200 στρεμμάτων όσο και του αγρού των 12 στρεμμάτων που κληροδοτήθηκε στην απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Θ.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, με τα οποία θεμελιωνόταν ο ουσιώδης ισχυρισμός του ότι τα 12 στρέμματα της κληροδοσίας που έλαβε η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων Θ με τη διαθήκη της θείας της, ήταν παλαιά στρέμματα Αττικής των 562,50 τ.μ.
που ισοδυναμούν με 6.750 τ.μ., τα οποία και μεταβιβάστηκαν στο σύνολό τους από την Θ στον Ι τα 1942 και έτσι ουδέν απέμεινε στην τελευταία μετά τη μεταβίβαση αυτή, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα: α') το με αριθμό ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη Ταμπακόπουλου, β') το με αριθμό ...... του συμβολαιογράφου Αντωνίου Μπουρνιά, γ') το με αριθμό ......
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Γαϊτάνου και δ') το με αριθμό ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Ταβανάκη. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επίσης και ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1938, 1945, 1953, 1965 και 1981, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς θεμελίωση του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι τα αγροτεμάχια που καλλιεργούσε ο εμφυτευτής του Κ ήταν αμπέλια και ουδέποτε το επίδικο αποτέλεσε αγρό που καλλιεργείτο με σιτάρι, είναι αβάσιμος, διότι από την προαναφερθείσα ρητή διαβεβαίωση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11.1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε την επικουρική βάση της κυρίας παρεμβάσεώς του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί συγκύριο του επιδίκου ακινήτου, διότι απέκτησε τη συγκυριότητα αυτή με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, ρητά αποφάνθηκε ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον, "ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου" και συνακόλουθα δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και κατόπιν τούτου απέρριψε την κυρία παρέμβαση στο σύνολό της, ήτοι και για την επικουρική της βάση.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού είναι αβάσιμος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι άφησε αίτηση αδίκαστη και δη ότι παρέλειψε να εξετάσει την επικουρική βάση της ασκηθείσας κυρίας παρεμβάσεώς του με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, καθόσον το Εφετείο ρητά αποφάνθηκε ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον, ουδέποτε έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και απέρριψε την κυρία παρέμβαση και ως προς την επικουρική της βάση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί αποκτήσεως συγκυριότητας στο επίδικο διά χρησικτησίας, ήτοι α') τις 4175/2003, 1787/2001, 1141/1976 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, β') την 5240/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και γ') τα εκπονηθέντα από τους δικαιοπαρόχους του σχεδιαγράμματα, όπως του ......
το 1941, του ...... το 1965, του ...... το 1983, του ...... το 1984. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν αλλά και από το όλο περιεχόμενό της καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, μάλιστα δε για ορισμένα ειδικώς αναφέρεται στο σκεπτικό του, όπως η 5240/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την οριστική του απόφαση μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, που διατάχθηκαν με τρεις μη οριστικές αποφάσεις, ενώ και το Εφετείο εξέδωσε προδικαστική απόφαση.
Επομένως, και ο τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 8636/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου2 008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ