Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and lack of motivation in judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate witness testimony and lacked sufficient reasoning for its findings. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not clearly identify the specific legal error or lack of motivation required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly specify the legal error and the specific provision violated, and a lack of motivation is only a ground for dismissal if it concerns autonomous claims, not evidentiary assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 148 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κράγκαρη.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 647/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2004, 85/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2006 αίτησή της και με τους από 17-10-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 7-11-2007 συμπληρωματική έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ερμηνευτικών κανόνων, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχθηκε την αγωγή αυτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, μετά την παραδοχή ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ...., κατά το χρόνο της μεταβίβασης σ'αυτόν της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με το .....
πωλητήριο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε στις 12-11-1992, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της μεταγραφής του .... πωλητήριου συμβολαίου (τίτλου ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στο εν λόγω ακίνητο), στις 26-10-1992, είχε ήδη γίνει κυρία του πιο πάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς προηγουμένως να γνωστοποιήσει η ίδια στον αδελφό της ......
την πρόθεσή της να νέμεται το ακίνητο αυτό για δικό της αποκλειστικά λογαριασμό, ενώ με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με το να δεχθεί χωρίς καμιά αιτιολογία ή με ελλιπή αιτιολογία, ότι τη νομή στο διεκδικούμενο ακίνητο ασκούσε η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου και όχι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, ο πρώτος μεν, κατά το πρώτο μέρος του, αφού δεν διαλαμβάνονται σ'αυτόν οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, καθώς και οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης και δεν προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των συγκεκριμένων ουσιαστικών κανόνων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους, ο δεύτερος, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποιοι ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάστηκαν και αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα, δεν προσέφυγε, όμως, στους ερμηνευτικούς κανόνες ή, αντίθετα, προσέφυγε στους τελευταίους, μολονότι βεβαιώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλόμενων μερών ήταν σαφείς, ο τρίτος δε, γιατί δεν εκτίθενται σ'αυτόν, ούτε αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην απόφαση αυτή οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 9 περίπτ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, γιατί η δικαιοπάροχός του είχε ήδη γίνει κυρία του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή, αλλιώς, επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, με αυτή ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με βάση το ....πωλητήριο συμβόλαιο και ότι η άμεση δικαιοπάροχός του ..... είχε γίνει κυρία του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκε το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίας από το έτος 1952, αφότου περιήλθε στην ίδια η νομή του με άτυπη δωρεά από τη μητέρα της .... και εφεξής εξακολουθητικά μέχρι το χρόνο σύνταξης του πιο πάνω πωλητήριου συμβολαίου, δηλαδή επί συναπτά σαράντα (40) έτη.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσοι όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 861/1984), ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων, όπως λ.χ. η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν αυτοί σχετικά με τους αποδεικτικούς ισχυρισμούς των διαδίκων. Ο πρώτος, επομένως, πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με το να λάβει υπόψη τις καταθέσεις του μάρτυρα, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου και να αξιολογήσει το περιεχόμενό τους, χωρίς να δικαιολογήσει την ιδιότητα του μάρτυρα και τις πηγές γνώσης του στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο συναφής προς τον τρίτο αναιρετικό λόγο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πιο πάνω πλημμέλεια, γιατί δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της άσκησης νομής της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλητου στο επίδικο ακίνητοι είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.
Ο τρίτος πρόσθετος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι δεν δικαιολογείται σε αγωγή καθ' "υποφοράν" ιστορική βάση της είναι απορριπτέος, παρεκτός της αοριστίας του, ως απαράδεκτος, αφού δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2006 αίτηση για αναίρεση της 85/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 27-10-2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ