Legislator Case Law & Legislation
148/2006 AI generated

148/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 148/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2016/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1146/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Απριλίου 2004 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

148/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 ΑΚ παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 148 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 148/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μιχαηλίδη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GOOD FAITH SHIPPING CO", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοννιδά και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ESPERIA HOLDINGS S.A.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2016/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1146/2003 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Απριλίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανάγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 ΑΚ παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. α'ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ' άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της εγέρσεως αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων, για αξιώσεις του των ετών 1989-1994, που προέρχονται από τη σύμβαση εργασίας, που συνέδεε τους διαδίκους, την από 27-4-1995 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, για την οποία εκδόθηκε η 885/17-6-1996 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη η αγωγή για τις αξιώσεις των ετών 1990-1994, ενώ για τις αξιώσεις του έτους 1989, απορρίφθηκε λόγω παραγραφής, ότι κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο και επομένως αυτή τελεσιδίκησε, κατ' άρθρο 518 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

στις 17-6-1999, ότι στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε άλλη αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων, βασιζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, που επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες στις 31-12-1996, η οποία με την 3331/29-5-1998 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη, ότι ύστερα από εφέσεις όλων των διαδίκων εκδόθηκε η 942/21-9-1999 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, δηλαδή για τυπικό λόγο, ότι στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε και τρίτη αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, με αριθμό καταθέσεως 7549/12-7-2000, που επιδόθηκε στις αντιδίκους του στις 21-7-2000, βασιζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις προηγούμενες, για την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα με την έφεση απόφαση με αριθμό 2016/2002 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ότι (δέχθηκε το Εφετείο) οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος έχουν υποκύψει στην πιο πάνω παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, επειδή η τρίτη πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε μετά την πάροδο έξι μηνών από την τελεσίδικη και για τυπικούς λόγους απόρριψη των άλλων δύο (17-6-1999 η πρώτη και 21-9-1999 η δεύτερη) και σε χρόνο που είχε συμπληρωθεί για όλες τις επίδικες αξιώσεις η πενταετής παραγραφή.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση παραγραφής των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 6 και 17, 261 και 263 ΑΚ και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

προβάλλεται ότι, παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε τις ενστάσεις παραγραφής των αναιρεσιβλήτων ως αόριστες, αφού δεν ανέφεραν στα δικόγραφα των εφέσεών τους κατά της 2016/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ποια ήταν η τύχη των τριών ασκηθεισών εφέσεων κατά της 3331/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν γίνεται επίκληση ότι προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα αντένσταση περί αοριστίας των ενστάσεων παραγραφής των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι προεχόντως αόριστος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί, πλέον του ότι η εν λόγω ένσταση παραγραφής, κατά το διαλαμβανόμενο στο αναιρετήριο και τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου περιεχόμενο, προβλήθηκε πλήρως και ορισμένως.

Σύμφωνα με το άρθρο 260 ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής και την συζήτηση της εφέσεως των αντιδίκων του κατά της 2016/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, πρότεινε την ένσταση διακοπής της παραγραφής, κατ' άρθρο 260 ΑΚ, επειδή οι αναιρεσίβλητες με το να υποστηρίζουν στη δίκη αυτή ότι έχουν εξοφληθεί οι επίδικες αξιώσεις του από τα καταβληθέντα σ' αυτόν ποσά , στην ουσία αναγνώρισαν τις επίδικες αξιώσεις και ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό.

Η αντένσταση, όμως για διακοπή της παραγραφής, που πρότεινε ο αναιρεσείων, είναι νομικά αβάσιμη, αφού η κατ' αυτή αναγνώριση των αξιώσεων του αναιρεσείοντος έλαβε χώραν κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής και της άνω εφέσεως, δηλαδή μετά την κατά τα άνω συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής και επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αντένσταση αυτή δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 8 Απριλίου 2004, αίτηση του Ν. Χ. για αναίρεση της με αριθμό 1146/2003 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ