Legislator Case Law & Legislation
1489/2024 AI generated

Supreme Court allows partial appeal in labor dispute regarding Sunday pay and weekly rest compensation.

Case Number 1489/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court judgment concerning Sunday pay and weekly rest compensation. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding by accepting employer witnesses without applying common sense, but the Court rejected this claim as inadmissible due to vagueness and lack of specific legal grounds. Consequently, the Court annulled the contested appellate decision regarding these specific claims while retaining the case for a final ruling on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a decision for specific errors but retain the case for final judgment if no further clarification is needed, while inadmissible appeals lacking precise legal grounds are rejected.

Keywords

AI generated
labor dispute Sunday pay weekly rest compensation common sense doctrine admissibility of appeal retention of case judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1489 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1489/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Χ. Δ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ...ς, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία «Π. Μ.. Κ. Π.. Ο..Β..Ε..Ε.., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Νταρζάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 25/2016 του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 785/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 158/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-7-2021 και με αριθμό κατάθεσης 39/29-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 158/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, μετά την έκδοση της με αριθμό 785/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει την προηγούμενη με αριθμό 25/2016 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 158/2019, απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 20-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 71/2013 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 46/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, το οποίο δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί στο σύνολό της την από 23-12-2009 και με αριθμό κατάθεσης 236/2009 αγωγή της ενάγουσας-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσία βάσιμη.

Στη συνέχεια, το Εφετείο εξαφάνισε τη με αριθμό 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά τα αιτήματα της για αμοιβή από υπερεργασία/υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή από προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και αποζημίωση για μη χορηγηθείσα αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου ...ς την 29-10-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 2-12-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής. Όταν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα δηλαδή κεφάλαια της όλης δίκης, τότε, μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου.

Αν παρά ταύτα το εφετείο ερευνήσει λόγους εφέσεως που αναφέρονται στα τελευταία αυτά κεφάλαια ή επανακρίνει κεφάλαια μη εκκληθέντα, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου για τα πρώτα (κεφάλαια) και από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τα δεύτερα, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής παραβιάζει την μετ` αναίρεση δεσμευτικότητα των αποφάσεων της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου ως προς τα κριθέντα νομικά ζητήματα ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως (ΑΠ 818/2023, 511/2018, 493/2011, 707/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η αναιρεσείουσα με την ένδικη από 23-12-2009 αγωγή της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στην επιχείρηση της οποίας εργάστηκε, ως εργάτρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα, από το έτος 2007 έως την 4-11-2009, που την απέλυσε, να της καταβάλει, με βάση την σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, α) ως αμοιβή για υπερεργασία/υπερωριακή απασχόληση, κατά τις εκεί διακρίσεις, για το χρονικό διάσημα 22-5-2007 έως 4-11-2009 το ποσό των 16.576,24 ευρώ, β) ως προσαύξηση του ημερομισθίου της για εργασία τις Κυριακές, κατά το αυτό χρονικό διάστημα, το ποσό των 2.561,31 ευρώ, γ) ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση το ποσό των 3.414,89 ευρώ και δ) για μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 739,55 ευρώ και συνολικά για όλες αυτές τις αιτίες το ποσό των 23.291,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εν λόγω αγωγής.

Η αγωγή αυτή έγινε στο σύνολό της δεκτή με την υπ` αριθμ. 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς. Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης- αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 25/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, με την οποία, απερρίφθη, ως αβάσιμη κατ' ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία όπως προαναφέρθηκε έγινε δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή για το ποσό των 23.291,99 ευρώ.

Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η εκκαλούσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 785/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία, κατά παραδοχή σχετικού από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, έκρινε ότι, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθημερινού ωραρίου εργασίας της ενάγουσας (της απασχόλησής της δηλαδή επί 9 ώρες ημερησίως), δεν καθίστατο βέβαιο και μάλιστα χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, με την προαναφερθείσα 25/2016 απόφασή του, για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα για την συγκρότηση του λόγου αναιρέσεως έγγραφα και ακολούθως ανήρεσε εν μέρει την ως άνω απόφαση του Εφετείου, ως προς το ζήτημα της υπέρβασης του ημερησίου ωραρίου απασχόλησης της ενάγουσας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος μόνο αυτό στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Μετά ταύτα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αναίρεση απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι με την 785/2017 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναιρέθηκε εν μέρει η 25/2016 προγενέστερη απόφαση του Εφετείου, ως προς το ζήτημα του καθημερινού ωραρίου απασχόλησης της ενάγουσας και ότι ως προς το ζήτημα της επιδικασθείσης αποζημίωσης απολύσεως υφίσταται δεδικασμένο, ακολούθως δέχτηκε ότι, αφενός μεν δεν αποδείχθηκε η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης της ενάγουσας, αφετέρου δε δεν αποδείχθηκε και η απασχόλησή της κατά τις Κυριακές ή η χορήγηση ή μη αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης.

Στη συνέχεια δε, κατ' αποδοχή της εφέσεως, ως βάσιμης κατ' ουσία, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτά, και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία, όσον αφορά τα αιτήματα της υπερεργασίας/υπερωριακής απασχόλησης, της προσαύξησης του ημερομισθίου για εργασία κατά τις Κυριακές και της αποζημίωσης για μη χορηγηθείσα αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, συνολικού ποσού 22.552,44 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, σημειώνονται τα ακόλουθα: Η αναιρετική υπ` αριθμ. 785/2017 απόφαση, όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει, και τη ρητή διατύπωσή της περί εν μέρει αναιρέσεως της 25/2016 αποφάσεως του Εφετείου, αναίρεσε αυτήν μόνο σχετικά με τις επιμέρους αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούσαν την υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης αυτής και συνεπώς την αμοιβή της για υπερεργασία/υπερωριακή απασχόληση αυτής του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, δηλαδή κατά το μέτρο που έγινε δεκτός ο από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

υπό στοιχ. Ι λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττονταν μόνο το εν λόγω κεφάλαιο της πιο πάνω αποφάσεως του Εφετείου. Έτσι, τα υπόλοιπα κεφάλαια της εν λόγω αποφάσεως, στα οποία περιλαμβάνονται οι αξιώσεις της ενάγουσας-αναιρεσείουσας για αμοιβή από προσαύξηση του ημερομισθίου της για εργασία κατά τις Κυριακές, ποσού 2.561,31 ευρώ και αποζημίωση για μη χορηγηθείσα αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση αυτής, ποσού 3.414,89 ευρώ, για τα οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία από το πρωτόδικο δικαστήριο και κατά τούτο απορρίφθηκε η έφεση της εδώ αναιρεσίβλητης, δεν εθίγησαν με την αναιρετική απόφαση και κατά συνέπεια ως προς αυτά η απόφαση του Εφετείου με αρ. 25/2016 παρήγαγε δεδικασμένο, λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της παραπομπής.

Επομένως το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με το να εξετάσει εκ νέου με την προσβαλλομένη απόφασή του τα κεφάλαια αυτά, απορρίπτοντας την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβίασε το από την υπ` αριθμ. 25/2016 προγενέστερη επί της ιδίας υποθέσεως απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, προκύπτον δεδικασμένο, υποπίπτοντας έτσι στην, από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτουσα, πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ..

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ορθώς εκτιμώμενος από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο αναιρετήριο δικόγραφο, ζητείται η αναίρεση κατά τούτο της προσβαλλομένης αποφάσεως και οι διάδικοι έχουν εκθέσει τους ισχυρισμούς τους σχετικά με το ζήτημα αυτό, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ` KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη υπόψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 8/2016, Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 68/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, και όσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τις αξιώσεις της από την υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης, που απερρίφθη ως αβάσιμο κατ' ουσία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 KΠολΔ. Ειδικότερα: ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα με τις ενώπιόν του υποβληθείσες προτάσεις προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα, α) το επικυρωμένο αντίγραφο πρακτικών της επ' ακροατηρίου συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η με αρ. 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, στα οποία είχαν καταχωρηθεί οι καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, β) το επικυρωμένο αντίγραφο της με αρ. 393/2011 ένορκης βεβαίωσης δύο μαρτύρων, η οποία είχε ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της και γ) το επικυρωμένο αντίγραφο του με αρ. 102/6-11-2009Δελτίου Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας ...ς.

Από τη βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση "από την προσήκουσα εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, Γ. Π. και Φ. Φ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ....οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επαναπροσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι......την υπ' αριθμ. 383/17-11-2011 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της εφεσίβλητης-ενάγουσας, Ε.

Χ. και Σ. Δ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...ς, ........καθώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που παραδεκτά προσάγονται το πρώτον στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, ......", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, αλλά κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποδεικτικό πόρισμα, συνεκτιμώντας αυτά ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 KΠολΔ, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης των εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του KΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 109/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και σχετικά με το αυτό ως άνω αναφερθέν κεφάλαιο της υπέρβασης του ημερήσιου ωραρίου απασχόλησης, η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του KΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα, (κατά λέξη) "προκειμένου να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που αφορούσαν τις ημέρες και ώρες απασχόλησης μου δέχθηκε ως αληθείς τις καταθέσεις των μαρτύρων-υπαλλήλων της αντιδίκου χωρίς να λάβει υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, από τα οποία προκύπτει ότι οι μάρτυρες που τελούν υπό την πλήρη προσωπική και νομική εξάρτηση ενός εκ των διαδίκων και μάλιστα το εργοδότη, καταθέτουν πάντα καθ' υπαγόρευση υπό το φόβο της απόλυσης".

Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο (οι) αντίστοιχος (οι) κανόνας (κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα (κανόνες) αυτό (αυτούς), ούτε επίσης διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του KΠολΔ).

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που ερευνήθηκαν με αυτήν εκ νέου τα αγωγικά αιτήματα περί καταβολής της προσαύξησης για εργασία κατά τις Κυριακές και για καταβολή αποζημίωσης μη χορηγηθείσης αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης, που δεν αναιρέθηκαν με την 785/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί και να δικαστεί η από 20/7/2013 έφεση κατά της 46/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί αυτή, όσον αφορά τα ως άνω αιτήματα της αγωγής, ως αβάσιμη κατ' ουσία. Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, κατ' άρθρο 179 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 158/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 20-7-2013 με αριθμό κατάθ. 71/5-8-2013 έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της 46/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και τούτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη

αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ