Legislator Case Law & Legislation
1489/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific legal error findings in the lower court decision.

Case Number 1489/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance court ruling on property ownership disputes. The appellants alleged procedural violations and factual errors regarding land titles but failed to identify specific legal errors in the lower court's judgment. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court's decision did not explicitly state the legal grounds for its findings, preventing the Supreme Court from reviewing the alleged violations of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged decision fails to specify the legal errors or violations of substantive law, as this prevents the appellate court from examining the requisite grounds for review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law error Code of Civil Procedure property ownership dispute appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1489 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1489/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ρ. του Α., 2) Π. Ρ. του Α., κατοίκων ……………., 3) Π. Ρ. του Α., κατοίκου ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τζινιέρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. του Κ., 2) Α. Δ. του Α., κατοίκων …………, 3) Κ. Δ. του Ά., 4) Ε. Δ. του Ά., κατοίκων ………………., 5) Ε. Δ. του Κ., κατοίκου…………………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2009 αγωγή των ήδη α' και β' αναιρεσειόντων, την από 16-6-2009 αγωγή του ήδη γ' αναιρεσείοντος και την από 26-2-2010 κύρια παρέμβαση των α' και ε' ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2011 μη οριστική, 30/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της 5/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας ασκήθηκαν: α) η με αριθμό καταθέσεως 53/2009 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των Κ.

Ρ. και Π. Ρ., κατά του Γ. Δ. και β) η με αριθμό καταθέσεως 56/2009 διεκδικητική κυριότητας αγωγή του Π. Ρ. κατά των Α. Δ., Κ. Δ. και Ε. Δ.. Επί της ως άνω δεύτερης αγωγής ασκήθηκε η με αριθμό καταθέσεως 30/2010 κύρια παρέμβαση των Γ. Δ. και Ε. Δ., στρεφόμενη κατά του ενάγοντος και των εναγομένων. Οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής αιτήθηκαν με αυτήν να αναγνωρισθούν κύριοι, νομείς και κάτοχοι δύο συνεχόμενων αγροτικών ακινήτων, εμβαδού 3.500 τ.μ.

εκάστου εξ αυτών, που βρίσκονται στη θέση "………" της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και νυν δ.δ. ……..του Δήμου…………… Αιγιαλείας και ο ενάγων της δεύτερης αγωγής να αναγνωρισθεί κύριος, νομέας και κάτοχος αγροτικού ακινήτου, εμβαδού 4.000 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "………………" της ίδιας ως άνω περιφέρειας και να του αποδοθεί αυτό, ενώ οι κυρίως παρεμβαίνοντες επικαλούμενοι ίδια κυριότητα αιτήθηκαν να αναγνωρισθούν κύριοι του επιδίκου ακινήτου.

Το Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας, με την 30/2013 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε αμφότερες τις αγωγές και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες τις αγωγές των ήδη και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση και αναγνώρισε τους κυρίως παρεμβαίνοντες (συγ)κυρίους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα του ως άνω ακινήτου, (της με αριθμό καταθέσεως 56/2009 αγωγής), εμβαδού 4.000 τ.μ.

Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Με την απόφαση αυτή η έφεση κατά το μέρος της που στρέφονταν από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων της ως άνω με αριθμό καταθέσεως 53/2009 αγωγής κατά των Α.

Δ., Κ. Δ., Ε. Δ. καθώς και εναντίον του κυρίως παρεμβαίνοντος Ε. Δ. απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, καθόσον οι ανωτέρω εφεσίβλητοι - εναγόμενοι δεν ήταν αντίδικοι των εκκαλούντων- εναγόντων της με αριθμό καταθέσεως 53/2009 αγωγής. Κατά τα λοιπά η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η από 7.2.2018 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020),ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ.38/2020, ΑΠ 1551/2018).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).

Και, τούτο, διότι, μόνο κατ'αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019).

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.(ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που είναι ταυτόσημος με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ.

β') και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).

Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 10/2008, 625/2008, 2019/2007, 2031/2007, 2104/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες των αριθμών 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες με την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1045 και 1051 και την έλλειψη νόμιμης βάσης, εξ αιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτιάσεις ότι το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείου Αιγίου, που την εξέδωσε χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ως προς την ακριβή θέση, τα όρια και την εφαρμογή των επίδικων ακινήτων, και την εφαρμογή των τίτλων των διαδίκων επί του εδάφους, ενώ από όλα τα μνημονευόμενα σε αυτήν έγγραφα (τίτλους) των αναιρεσιβλήτων προέκυπτε ασάφεια, αοριστία ως προς την τοποθεσία και τα ακριβή όρια τη φερομένης ως ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου - πατέρα των αναιρεσιβλήτων, Κ.

Δ., και κατά παρέκταση η αδυναμία αποδείξεως της κυριότητας ή Συγκυριότητας αυτών, δέχθηκε εντελώς αναπόδεικτα, ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στη θέση "……….", και ότι οι πρώτος και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων έχουν αποκτήσει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία με το συνυπολογισμό στο χρόνο νομής τους και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 4.000 τ.μ., ενώ απέρριψε την αγωγή τους που αφορούσε την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί των λοιπών δύο επιδίκων ακινήτων, εκτάσεως 3.500 τ.μ.

το καθένα, χωρίς να λάβει υπόψη του τους ισχυρισμούς των ιδίων (αναιρεσειόντων) περί αποκτήσεως από αυτούς κυριότητας (συγκυριότητας)επί όλων των επιδίκων ακινήτων. Με τους λοιπούς δε λόγους αναίρεσης (δεύτερο, τρίτο) και με την επίκληση πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης από τους ίδιους αριθμούς 1,5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου που δίκασε ως Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033 και 974 Α.Κ.

και τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, εσφαλμένα, και λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα των επίδικων ακινήτων και απέρριψε τους ισχυρισμούς των ιδίων (αναιρεσειόντων) περί ιδίας κυριότητας επί τούτων, με το σκεπτικό ότι οι ισχυρισμοί τους αυτοί "δεν βρήκαν έρεισμα στο προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό".

Επί πλέον δε, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οδηγήθηκε στην ως άνω κρίση της, εκτιμώντας επιλεκτικά το εισφερθέν από τους αναιρεσίβλητους αποδεικτικό υλικό, ενώ δεν εκτίμησε ή εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά μέσα των ιδίων, δεχόμενη ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων τους είναι αναξιόπιστες και ότι από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από αυτούς έγγραφα, ήτοι ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και δηλώσεις ΕΝΦΙΑ και Ε9 δεν αποδείχθηκε η εκμίσθωση των επιδίκων ακινήτων από αυτούς σε τρίτους και η δήλωσή τους στις αρμόδιες φορολογικές αρχές.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης: α) κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο οικείο δικόγραφο, δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για τη μη κτήση κυριότητας των επιδίκων ακινήτων από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες και, αντιθέτως, για την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου της με αριθμό καταθέσεως 56/2009 αγωγής, από τους κυρίως παρεμβαίνοντες σε αυτήν πρώτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης.

Επίσης ουδόλως κατονομάζονται τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας. Εντελώς περιορισμένη αναφορά και κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων γίνεται στον δεύτερο αναιρετικό λόγο μόνο σε μέρος των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν στο συμπέρασμά της, περί μη συναγωγής απόδειξης της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, από τα προσκομισθέντα από τους ίδιους ιδιωτικά μισθωτήρια και έγγραφα προς τις αρμόδιες φορολογικές αρχές.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, β) όλοι οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί από αυτήν δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, εφόσον με τις αιτιάσεις τους οι αναιρεσείοντες εκφράζουν την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά τους συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 07.2.2018 αίτηση για αναίρεση της 5/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 07.02.2018 αίτηση για αναίρεση της 5/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ