Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict, remanding case to lower court for third defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a traffic accident verdict, finding procedural flaws regarding the third defendant's participation. The court held that the lower court's reasoning was insufficient to justify the assumption that all safety measures were taken, as the lack of prior accidents did not prove compliance. Consequently, the appeal was accepted only against the third defendant, and the case was remanded for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 559, and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio the participation of absent parties and remand cases where the lower court's reasoning is insufficient to justify its findings on safety measures or procedural compliance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1489 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1489/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρισβά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) Θ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 24-1-2015 αγωγή του R. A. του E. (Ρ. Α. του Ε.), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2298/2017 εν μέρει οριστική και 644/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2786/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αιτήσεως αναιρέσεως στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/ 2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 11302/11-10-2021 και 11255/06-10-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Θεοδώρου Στεργίου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10-6-2020 αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-03-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων Π.
Π. του Σ. και Θ. Γ. του Π., αντίστοιχα. Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).
Η κρινόμενη από 10-6-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5046/610/24-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, πλην άλλων, και η θεμελιακή δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με την οποία η ένδικη προστασία παρέχεται μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και μόνο κατά την έκταση που αυτή ζητείται, δηλαδή, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε, παρά ταύτα, προβεί σε εκδίκαση και έκδοση απόφασης, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή του ένδικου μέσου, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 299 του ιδίου Κώδικα, έχει ως συνέπεια ότι η αγωγή ή το ένδικο μέσο να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκαν, ενώ αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες της άσκησής τους (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 453/ 2007, ΑΠ 1348/2006) και καταργείται αναδρομικά η δίκη επ' αυτών μετά την παραδεκτά γενομένη παραίτηση (ΑΠ 300/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά, μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, κατά το μέρος αυτής, που στέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη μ` αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 613/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 1711/2008).
Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1087/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας αναιρετικής δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων άσκησε την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 13-5-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 95105/4156/08-8-2014) αγωγή του στρεφόμενος κατά των εναγομένων: 1) Π.
Π., 2) Θ. Γ. και 3) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" και ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία αιτήθηκε την επιδίκαση αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης και πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ., προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης, που προκλήθηκαν σ' αυτόν, λόγω του τραυματισμού του και της εξ αυτού αναπηρίας του, καθώς και της ολικής καταστροφής του οχήματός του, από το αυτοκινητικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας, λόγω ανακλήσεως της αδείας της, υπεισήλθε το τρίτο εναγόμενο, το οποίο (ατύχημα) έλαβε χώρα κάτω από τις ειδικότερα αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) συνθήκες.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων παραιτήθηκε παραδεκτά από το δικόγραφο της εν λόγω ένδικης αγωγής του ως προς τον πρώτο και το δεύτερο των εναγομένων: 1) Π. Π., 2) Θ. Γ., και ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, και το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2298/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής (η οποία συνεκδικάστηκε με την από 24-1-2015 αγωγή R.
A., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), θεώρησε, κατόπιν της ως άνω γενομένης παραδεκτής παραίτησης, ως μη ασκηθείσα την ένδικη από 13-5-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τον πρώτο και το δεύτερο των ανωτέρω εναγομένων και ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Επί των εφέσεων, που ασκήθηκαν κατά της άνω πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2298/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ των οποίων και η από 11-6-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ανωτέρω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και το Εφετείο, δικάζοντας επί της ένδικης από 13-5-2014 αγωγής του αναιρεσείοντος, θεώρησε την αγωγή αυτή, ως μη ασκηθείσα ως προς τον πρώτο και το δεύτερο των εναγομένων, όπως και πρωτοδίκως και ειδικότερα διέλαβε στο διατακτικό της διάταξη, σύμφωνα με την οποία, "Θεωρεί την από 13-5-2014 αγωγή ως μη ασκηθείσα σε βάρος του πρώτου και δεύτερου εναγομένου".
Συνεπώς, εφόσον με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση θεωρήθηκε η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, ως μη ασκηθείσα ως προς τους ανωτέρω πρώτο και το δεύτερο των εναγομένων (και ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων), άρθηκαν οι συνέπειες της άσκησής της και καταργήθηκε αναδρομικά η δίκη επί της αγωγής αυτής, όσον αφορά τους ανωτέρω εναγόμενους, με συνέπεια να μην είναι δικονομικά επιτρεπτό, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, να είναι διάδικοι και δη αναιρεσίβλητοι στην προκειμένη αναιρετική δίκη, αφού έχουν απολέσει αναδρομικά την ιδιότητα αυτή και δεδομένου άλλωστε ότι με τους αναιρετικούς λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία θεωρήθηκε η ένδικη αγωγή, ως μη ασκηθείσα ως τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων - ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα και επομένως δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί ως προς αυτούς η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της.
Επομένως, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσίβλητων, πρέπει ν' απορριφθεί, κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη, ενώ, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2696/1999: "1. Όταν εκτελούνται στις οδούς εργασίες, τοποθετούνται σε κατάλληλες θέσεις όλες οι πινακίδες σήμανσης που απαιτούνται κατά περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του παρόντος Κώδικα. 2. Επιπλέον της κατά την προηγούμενη παράγραφο σήμανσης, τα όρια των επί του οδοστρώματος εκτελούμενων εργασιών ή οι χώροι εναπόθεσης υλικών πρέπει να επισημαίνονται με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος.
Κατά τη νύκτα δε, αν τα εμπόδια δεν είναι αντανακλαστικά, με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, τα για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιούμενα αντανακλαστικά στοιχεία και σταθερά φώτα πρέπει να είναι χρώματος ερυθρού, αν δε χρησιμοποιηθούν φώτα τα οποία αναβοσβήνουν, πρέπει να έχουν χρώμα βαθύ κίτρινο. Κατ` εξαίρεση των πιο πάνω οριζομένων:
α) Φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία ορατά μόνο από τη μία κατεύθυνση της κυκλοφορίας, τα οποία επισημαίνουν τα όρια οδικών εργασιών επί της απέναντι πλευράς της οδού, πρέπει να είναι λευκά. β) Φώτα και αντανακλαστικό στοιχεία, τα οποία επισημαίνουν τα όρια οδικών εργασιών, οι οποίες διαχωρίζουν τις δύο κατευθύνσεις της κυκλοφορίας, πρέπει να είναι λευκά ή κίτρινα ανοικτού χρώματος. 3.
Τα μέσα σήμανσης των προηγούμενων παραγράφων τοποθετούνται με μέριμνα και ευθύνη των εργοληπτών ή των εκτελούντων τις εργασίες, σε περίπτωση δε που οι εργασίες εκτελούνται απολογιστικά, από τον επιβλέποντα το έργο. Οι φορείς που κατασκευάζουν τα διάφορα έργα στις οδούς ή αναθέτουν την κατασκευή τους σε τρίτους υποχρεούνται να ελέγχουν την τοποθέτηση των μέσων σήμανσης".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2696/1999: " 1. Όποιος έχει τις κατά τον παρόντα Κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από τη δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών".
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: " Στις 24-9-2012 και ώρα 06.40' ο ενάγων, Μ. Φ., οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, που ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Α.Ε.Γ.Α." και κινούνταν στην αριστερή λωρίδα της Λ. Βεΐκου στο Γαλάτσι Αττικής, με κατεύθυνση προς Ηράκλειο. Η παραπάνω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης και τα δύο ρεύματα διαχωρίζονται μεταξύ τους με θαμνώδη νησίδα, ενώ η κατεύθυνση προς Ηράκλειο έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και πλάτος οδοστρώματος 10,40 μέτρα. Την παραπάνω στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η κυκλοφορία των πεζών αραιή, η ορατότητα δεν περιορίζονταν και υπήρχε καλοκαιρία. Ανώτατο όριο επιτρεπόμενης ταχύτητας σύμφωνα με σχετική ρυθμιστική πινακίδα ορίζονται τα 70 χιλ/ώρα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 ΚΟΚ ως νύχτα ορίζεται "η χρονική περίοδος ..που λήγει μισή ώρα πριν την ανατολή του ηλίου".
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένο ότι η ανατολή του ηλίου ορίζεται στις 07.14', η νύχτα έληγε στις 06.44. Επομένως το συγκεκριμένο χρονικό σημείο τοποθετείται 4 λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου κατά τον ΚΟΚ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής είχε ήδη αρχίζει να χαράζει, γι' αυτό και στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος ο αρμόδιος αστυνομικός αναφέρει στην σχετική σημείωση με αριθμό 8η, στις συνθήκες φωτισμού "ημέρα".
Περαιτέρω με την υπ' αριθμό πρωτ. ... εργολαβική σύμβαση ο Δήμος Γαλατσίου ανέθεσε στον Θ. Γ. και ο τελευταίος ανέλαβε να εκτελέσει το έργο συντήρησης πρασίνου του Δήμου, στα πλαίσια του οποίου πραγματοποίησε εργασίες κοπής τεσσάρων επικίνδυνων ξερών δέντρων που βρίσκονται στην διαχωριστική νησίδα της Λ.
Βεΐκου και στη συνέχεια να μεριμνήσει για την αποκομιδή των προϊόντων κλαδέματος. Οι εργασίες αυτές θα πραγματοποιούνταν κατόπιν της με αριθμό ... άδειας μερικής κατάληψης οδοστρώματος του οικείου Δήμου στις 24-9-2012 και μεταξύ των ωρών 05.00 και 12.00 στο τμήμα της διαχωριστικής νησίδας που βρίσκεται μεταξύ της οδού Τραλλέων και της εισόδου του Άλσους Βεΐκου.
Ο παραπάνω εργολάβος έλαβε την υπ' αριθμό ... άδεια από τον ΟΑΣΑ και κατέθεσε αμφότερες στο ΤΤ Νέας Ιωνίας. Ο ίδιος εργολάβος προσέλαβε τον Π. Π. στην οδήγηση-χειρισμό του υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο έφερε αρπάγη και καρότσα και με τη βοήθεια της πρώτης σήκωνε τα κλαδεμένα κλαδιά και τα τοποθετούσε στην καρότσα του.
Όπως προκύπτει τόσο από ένορκη κατάθεση του μάρτυρα - εργαζομένου, που κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και από την προανακριτική κατάθεση του Π. Π. αλλά και την προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος A. R., οι παραπάνω εργασίες ξεκίνησαν περίπου στις 05.00', αφού είχαν ληφθεί όλα τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα.
Συγκεκριμένα στις 06.40' οι εργασίες συνεχίζονταν σε απόσταση 500 μέτρων περίπου μετά την συμβολή της Λ. Βεΐκου με την οδό Τραλλέων. Το παραπάνω ΙΧΦ αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας σε λειτουργία τα φώτα στάθμευσης (alarm), υπήρχαν διαδοχικά κώνοι κατά μήκος της αριστερής λωρίδας και ο εργαζόμενος A.
R., που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 50 μέτρων πίσω από το πιο πάνω ΙΧΦ αυτοκίνητο, φορούσε αντανακλαστικό φωσφορούχο γιλέκο και προστατευτικό κράνος κρατώντας κόκκινη σημαία, ειδοποιώντας τους διερχόμενους οδηγούς να μειώσουν ταχύτητα λόγω των εκτελούμενων έργων και να κατευθύνονται στις άλλες δύο ελεύθερες λωρίδες κυκλοφορίας.
Ο ισχυρισμός ότι είχαν ληφθεί όλα τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας συνάγεται από το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών, ήτοι από τις 05.00 μέχρι τις 06.40' δεν δημιουργήθηκε κανένα απολύτως πρόβλημα με τους οδηγούς που διέρχονταν από το συγκεκριμένο σημείο, καθώς ρύθμιζαν την ταχύτητά τους και κατευθύνονταν στο ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος.
Στις 06.40' ο ενάγων- εναγόμενος, Μ. Φ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, δεν αντιλήφθηκε ούτε τους προειδοποιητικούς κώνους σήμανσης, ούτε την παρουσία του εργαζομένου A. R. και εξακολουθώντας να κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας παρέσυρε τον παραπάνω εργαζόμενο σε απόσταση περίπου 50 μέτρων, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί στο πίσω τμήμα του σταθμευμένου ΙΧΦ αυτοκινήτου και να επέλθει ο σοβαρός τραυματισμός του.
Στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Νέας Ιωνίας καταγράφεται ένας προειδοποιητικός κώνος αρκετά μέτρα πριν το σημείο στο οποίο εργαζόταν ο A. R.. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι την στιγμή του ατυχήματος υπήρχαν τουλάχιστον άλλοι δύο προειδοποιητικοί κώνοι, οι οποίοι ωστόσο μαζεύτηκαν μετά το ατύχημα και πριν προλάβει να έρθει η Τροχαία, αφού ήταν διάσπαρτοι στο οδόστρωμα και μπορούσαν να προκαλέσουν νέο ατύχημα.
Ο ισχυρισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας και της ασφαλιστικής εταιρίας ..., ότι ο πιο πάνω εργαζόμενος "εισήλθε" στο οδόστρωμα δεν κρίνεται πειστικός. Τούτο αφενός διότι η εργασία του ήταν επί της αριστερής λωρίδας του οδοστρώματος και δεν είχε καμία εργασία εντός της διαχωριστικής νησίδας, αφετέρου διότι η διαχωριστική νησίδα διαθέτει μεταλλικές μπάρες και συνεπώς για να εισέλθει κάποιος στο οδόστρωμα πρέπει να υπερπηδήσει τις μεταλλικές μπάρες και άρα η είσοδος στο οδόστρωμα δεν μπορεί να γίνει "ξαφνικά".
Προέκυψε αντίθετα η ανεπιτηδειότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας περί την οδήγηση, αφού όπως συνομολογεί και ο ίδιος οδηγούσε χωρίς την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η αρμόδια Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία με τον υπ' αριθμό ΕΓ 1 ΟΤΙ 5/97 διάταξη της και αφού έλαβε την από 23-12-2012 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου του Μ.
Φ., που υπέχει θέση εγκλήσεως, απέρριψε αυτήν κρίνοντας ότι τόσο ο εργάτης A. R., όσο και ο εργολάβος του έργου και ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, δεν έχουν καμία ευθύνη για τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, Μ. Φ.. Σημειώνεται επίσης ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατά την πρώτη προανακριτική του κατάθεση στις 23-12-2012 κατέθεσε ότι δεν θυμάται τίποτα για τις συνθήκες του ατυχήματος.
Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, Μ. Φ., διότι δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια που μπορούσε και όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου, χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον εργάτη A.
R. που προειδοποιούσε τους διερχόμενους οδηγούς, ούτε τους προειδοποιητικούς κώνους, καθώς και τα αναμμένα φώτα έκτακτης ανάγκης του προαναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου (παράβαση άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 1 ΚΟΚ). Αντίθετα καμία απολύτως υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον εργάτη A. R., ούτε και τους εναγομένους της από 13-5-2014 αγωγής.
Έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του Π. Π. σε ποσοστό 70% και του Μ. Φ. σε ποσοστό 30%, δεκτών γενομένων των δύο πρώτων λόγων έφεσης του A. R. και του πρώτου λόγου έφεσης του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και απορριπτόμενης της έφεσης του Μ.
Φ. καθώς και των δύο πρώτων λόγων της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρίας .... Περαιτέρω και αφού απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 13-5-2014 αγωγή θα πρέπει να απορριφθούν ως άνευ αντικειμένου οι λοιποί λόγοι έφεσης του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και του ενάγοντος Μ. Φ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την από 11-6-2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 22082/1628/2019) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2298/2017 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ με την οποία είχε κριθεί συνυπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος κατά ποσοστό 30% και είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η ανωτέρω από 13-5-2014 αγωγή αυτού, περί επιδίκασης αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης και πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ.], απέρριψε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ακολούθως, κατά παραδοχή άλλων συνεκδικασθεισών εφέσεων, μεταξύ των οποίων και η από 12-6-2019 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 50021/4004/2019) έφεση του τρίτου αναιρεσίβλητου κατά του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε στο σύνολό της την ανωτέρω εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας επί της ένδικης από 13-5-2014 αγωγής του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το τρίτο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σχετικά με την κατάφαση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και την ανυπαρξία οιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού και του ιδιοκτήτη του προαναφερόμενου με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου (πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, αντίστοιχα), παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν. 2696/1999, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της, ήταν εφαρμοστέες.
Ειδικότερα, αν και δέχεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος πραγματοποιούνταν εργασίες κοπής δέντρων, που βρίσκονταν στη διαχωριστική νησίδα της ανωτέρω λεωφόρου Βεΐκου, κατόπιν σχετικής άδειας μερικής κατάληψης οδοστρώματος και ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος είχε προστήσει στην οδήγηση- χειρισμό του τον πρώτο εναγόμενο, ήταν ακινητοποιημένο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου αυτής, καθώς επίσης δέχεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ακόμη νύκτα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 2696/1999, και συνεπώς, με βάση τις παραδοχές αυτές, επιβαλλόταν η λήψη των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 2696/1999 μέτρων σήμανσης και ασφαλείας από οδηγό και τον ιδιοκτήτη του προαναφερόμενου με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο είχε καταλάβει μέρος του οδοστρώματος, και μάλιστα η λήψη των μέτρων αυτών, που πρέπει να λαμβάνονται κατά τη νύκτα, στη συνέχεια δέχεται ότι είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα ασφαλείας, μνημονεύοντας ως τέτοια τα αναμμένα φώτα έκτακτης ανάγκης του προαναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου, την τοποθέτηση κώνων κατά μήκος της αριστερής λωρίδας και την ύπαρξη του εργάτη A.
R., που προειδοποιούσε τους διερχόμενους οδηγούς, όχι όμως τα μέτρα σήμανσης και ασφαλείας, που απαιτεί η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 9 του Ν. 2696/1999 και μάλιστα κατά τη διάρκεια της νύκτας, και πιο συγκεκριμένα την τοποθέτηση σε κατάλληλες θέσεις όλων των πινακίδων σήμανσης που απαιτούνταν στην ένδικη περίπτωση (κινδύνου, ρυθμιστικές, πληροφοριακές), επιπλέον της ανωτέρω σήμανσης, την επισήμανση των ορίων των επί του οδοστρώματος εκτελούμενων εργασιών με την τοποθέτηση συνεχών ή διακεκομμένων εμποδίων, τα οποία να έχουν εναλλασσόμενες λωρίδες ερυθρού και λευκού χρώματος και εφόσον ήταν ακόμη νύκτα, αν τα εμπόδια δεν είναι αντανακλαστικά, με φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, τα για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούμενα αντανακλαστικά στοιχεία και σταθερά φώτα, πρέπει να είναι χρώματος ερυθρού, αν δε χρησιμοποιηθούν φώτα, τα οποία αναβοσβήνουν, πρέπει να έχουν χρώμα βαθύ κίτρινο.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας οιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού και του ιδιοκτήτη του άνω του προαναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του αποτελέσματος που επήλθε, δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν. 2696/1999, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 του Α.Κ., παρότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή τους και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης ευθύνης του οδηγού και του ιδιοκτήτη του προαναφερόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των συγκεκριμένων πράξεων και παραλείψεών τους και του αποτελέσματος που επήλθε, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και να στερείται η πληττόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον την παραδοχή του ότι είχαν ληφθεί όλα τα αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, τη συνάγει από το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών, ήτοι από τις 05.00 μέχρι τις 06.40', δεν δημιουργήθηκε κανένα απολύτως πρόβλημα με τους οδηγούς που διέρχονταν από το συγκεκριμένο σημείο, πλην όμως το γεγονός αυτό, ήτοι η μη πρόκληση άλλου ατυχήματος προγενέστερα του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, καθόλου δεν επαρκεί για να αιτιολογήσει την κρίση περί της λήψης των αναφερόμενων μέτρων ασφαλείας.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τους αριθμούς 19 και 1 αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, μόνο ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους και να αναιρεθεί, επομένως, η απόφαση αυτή ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου, ως ηττώμενου διαδίκου, λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ όσον αφορά τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων, που ερημοδίκησαν, δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθόσον δεν υποβλήθηκαν σ' αυτά, ούτε βέβαια υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10-6-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5046/610/24-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσίβλητων.
-Αναιρεί την άνω υπ' αριθμ. 2786/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο. -
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
-Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ