Supreme Court dismisses appeal on contract term validity, upholding lower court's finding of clear mutual agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued that a specific contract term regarding payment conditions was invalid due to ambiguity, while the appellee maintained the term was clearly agreed upon. The court rejected the appeal because the lower court correctly found no gap or ambiguity in the parties' intent, rendering the statutory interpretation rules inapplicable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The rules of interpretation for gaps and ambiguities in contracts apply only when such conditions exist, and their violation requires the appellate court to have failed to apply them despite finding a gap or ambiguity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1489 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1489/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «EURIMAC ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΡΥΖΙΟΥ ΚΑΙ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ Α.Ε.», που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου και Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη προς:
Επαγγελματική οργάνωση σωματείο «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 03.07.2012 και 21.03.2012 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2013 και 101/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2473/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 08.03.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013).
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 192 του ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ’ αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του, κατά δε το άρθρο 195 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της, ενώ κατά το άρθρο 196 του ίδιου Κώδικα, αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 185, 189, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ’ αυτόν που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της πρότασης, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτή ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς ή, αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε.
Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1587/2018, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013, 1110/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
[II] Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Η ενάγουσα, διατηρεί βιομηχανική εγκατάσταση στη ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς, με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία, τυποποίηση ρυζιού και ζυμαρικών και τη βιομηχανική παραγωγή ζυμαρικών και σιμιγδαλιού και ο πρώτος εναγόμενος είναι έμπορος σιτηρών με έδρα το Δυτικό Γιαννιτσών. Οι ως άνω διάδικοι διατηρούσαν από το έτος 2006 εμπορική συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας ο πρώτος εναγόμενος προμήθευε την ενάγουσα με μεγάλες ποσότητες σκληρού σίτου, δυνάμει συμβάσεων πωλήσεων, με πρόβλεψη απώτερης πάντοτε ημερομηνίας παράδοσης, η οποία γινόταν σταδιακά λόγω της αδυναμίας εκ μέρους της ενάγουσας αποθήκευσης όλης της απαιτούμενης ετησίως ποσότητας σίτου στις αποθήκες της ενώ εκδίδονταν από την ενάγουσα, χάριν καταβολής του τιμήματος των πωλήσεων, μεταχρονολογημένες επιταγές, η ημερομηνία πληρωμής των οποίων συναρτάτο με τις οριζόμενες στις συμβάσεις καταληκτικές ημερομηνίες παράδοσης των εμπορευμάτων. Στη διάρκεια των ετών 2010 και 2011 συνήφθησαν μεταξύ των ως άνω διαδίκων, οι ακόλουθες συμβάσεις αγοραπωλησίας σκληρού σίτου:
(α) την 20.07.2010, ποσότητας 10.000 μετρικών τόνων σκληρού σίτου, με τίμημα 167 ευρώ ανά μετρικό τόνο πλέον ΦΠΑ, ήτοι με συνολικό τίμημα 1.670.000 ευρώ. Η παράδοση των πωληθέντων συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά και σύμφωνα με τη ζήτηση της ενάγουσας έως την 30.04.2011 ενώ χάριν καταβολής του τιμήματος, αφού δεν αποδείχθηκε ούτε άλλωστε επικαλούνται οι διάδικοι οποιαδήποτε συμφωνία από την οποία να συνάγεται αντίθετη βούληση των διαδίκων μερών (άρθρ. 421 ΑΚ), η τελευταία εξέδωσε σε διαταγή του πρώτου εναγομένου, έξι μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες από την Τράπεζα Κύπρου, ποσού 300.000 ευρώ εκάστης των πέντε εξ αυτών και 170.000 ευρώ της έκτης, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης, των πρώτης και δεύτερης, την 01.10.2010, τρίτης και τέταρτης, την 01.11.2010 και πέμπτης και έκτης, την 01.12.2010,
(β) την 16.12.2010, ποσότητας 3.000 μετρικών τόνων σκληρού σίτου, με τίμημα 230 ευρώ ανά μετρικό τόνο πλέον ΦΠΑ, ήτοι με συνολικό τίμημα 690.000 ευρώ. Η παράδοση των πωληθέντων συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά έως την 30.04.2011 ενώ χάριν καταβολής του τιμήματος, η ενάγουσα εξέδωσε σε διαταγή του πρώτου εναγομένου, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες από την Τράπεζα Κύπρου, ποσού 250.000 ευρώ εκάστης των πρώτης και δεύτερης και 190.000 ευρώ της τρίτης, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30.04.2011 και
(γ) την 24.02.2011, ποσότητας 3.000 μετρικών τόνων σκληρού σίτου, με τίμημα 270 ευρώ ανά μετρικό τόνο πλέον ΦΠΑ, ήτοι με συνολικό τίμημα 810.000 ευρώ.
Η παράδοση των πωληθέντων συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά έως την 15.06.2011 ενώ χάριν καταβολής του τιμήματος, η ενάγουσα εξέδωσε σε διαταγή του πρώτου εναγομένου, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, πληρωτέες από την Τράπεζα Κύπρου, ποσού 210.000 ευρώ η πρώτη και 300.000 ευρώ εκάστη των δεύτερης και τρίτης, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 22.08.2011.
Μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2011, ο πρώτος εναγόμενος ήταν συνεπής στην παράδοση των συμφωνηθεισών βάσει του πρώτου ως άνω συμφωνητικού (20.07.2010), ποσοτήτων σίτου πλην περί τα τέλη του ιδίου μηνός (Μαρτίου 2011), διέκοψε τις παραδόσεις σίτου. Μέχρι τότε είχε παραδώσει από τη συνολική ποσότητα των 10.000 μετρικών τόνων της πρώτης σύμβασης (20.07.2010), μόνο 3.422,38 τόνους, ήτοι εμπόρευμα συνολικής αξίας 571.536,79 ευρώ ενώ είχαν πλήρως εξοφληθεί από την ενάγουσα, οι επιταγές της πρώτης σύμβασης, συνολικού ποσού 1.670.000 ευρώ.
Η τελευταία επανειλημμένως όχλησε τον πρώτο εναγόμενο τόσο προφορικά όσο και με την από 24.03.2011 επιστολή της, που του απέστειλε μέσω τηλεομοιοτυπίας, ζητώντας να της παραδώσει την υπολειπόμενη συνολική ποσότητα των 7.000 τόνων της από 20.07.2010 σύμβασης, το τίμημα της οποίας ήδη από το τέλος του 2010, είχε εξοφλήσει.
Τελικά, μετά τη μη ανταπόκριση του πρώτου εναγομένου στην πρόσκληση της ενάγουσας, η τελευταία υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, την υπ’ αριθ. κατ. 203/8-4-2011 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να τεθούν υπό δικαστική μεσεγγύηση οι έξι επιταγές, που αφορούσαν τις από 16-12-2010 και 24-2-2011 (δεύτερη και τρίτη) ως άνω συμβάσεις καθώς και άλλες επτά, συνολικού ποσού 870.000 ευρώ και λήξης 15.07.2011, που αφορούσαν άλλη σύμβαση.
Συγχρόνως ζήτησε και έλαβε προσωρινή διαταγή με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Διατάσσει: (α) τη μη εμφάνιση των με αριθμούς ..., ... και ... επιταγών λήξεως 30.04.2011, ποσών 250.000 ευρώ, 250.000, 190.000 ευρώ από τον 1ο των καθ’ ων ή κάθε τρίτο κομιστή αυτών, τη μη σφράγιση και τη μη πληρωμή τους, υπό τον όρο η αιτούσα να διατηρήσει τα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα και μετά την πάροδο της προθεσμίας σφράγισης και μέχρι την προσκόμιση υπογεγραμμένων από τον νόμιμο εκπρόσωπο δελτίων αποστολής αποδεικνύοντα την παράδοση 9.500 τόνων σκληρού σίτου και (β) τη μη εμφάνιση προς πληρωμή από τον 1ο των καθ' ων ή κάθε τρίτο κομιστή αυτών των λοιπών επιταγών, με ημερομηνίες λήξης 15.07.2011 και 22.08.2011 και τη μη σφράγιση και πληρωμή προ των ως άνω ημερομηνιών λήξεως αυτών. Όλα τα ανωτέρω μέχρι τη συζήτηση της αίτησης και υπο τον όρο συζήτησης αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο».
Ακολούθησε συνάντηση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας με τον πρώτο εναγόμενο, κατά την οποία ο τελευταίος την ενημέρωσε ότι όλες οι επιταγές των ως άνω συμβάσεων, είχαν οπισθογραφηθεί λόγω ενεχύρου στη δεύτερη εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», για την κάλυψη οικονομικών του υποχρεώσεων προς αυτήν.
Επίσης, την ενημέρωσε ότι η δεύτερη εναγομένη είχε ενεχυριάσει και ποσότητα περίπου 9.000 τόνων σίτου, που ο πρώτος εναγόμενος είχε προμηθευθεί από τους παραγωγούς του με σκοπό να παραδώσει στην ενάγουσα. Την 21.04.2011 σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του Βοηθού Γενικού Διευθυντή της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης της εναγομένης «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», Γ.
Θ., ο οποίος είχε και την ιδιότητα του Εκτελεστικού Αντιπρόεδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING Α.Ε.», η ενάγουσα αφού γνωστοποίησε στον τελευταίο την έκδοση, στο πλαίσιο της αίτησης περί δικαστικής μεσεγγύησης των ως άνω επιταγών, της προσωρινής διαταγής, ζήτησε ν' αποδεσμευθεί από την τράπεζα η ποσότητα σίτου που είχε ενεχυριάσει, ώστε να της παραδοθεί, προκειμένου να πληρώσει τις επιταγές της δεύτερης σύμβασης, που αφορούσαν ποσότητα 3.000 μ.
τόνων σίτου, λήξης 30.04.2011, ποσού 690.000 ευρώ και να παραλάβει την ποσότητα των 6.500 μ.τ. που υπολείπετο και οφείλετο από την πρώτη σύμβαση της 20.07.2010, το τίμημα της οποίας είχε ήδη εξοφλήσει. Αυθημερόν δε η ενάγουσα απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, προς τον νόμιμο εκπρόσωπο των εναγομένων εταιριών, Γ. Θ., το κείμενο της ως άνω προσωρινής διαταγής.
Τόσο κατά τη συνάντηση αυτή όσο και κατά την αντίστοιχη, της 03.05.2011, που ακολούθησε, ο νόμιμος εκπρόσωπος των εναγομένων εταιριών, γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι θ’ αποδεσμεύσει ποσότητα μόνον 3.000 μ.τ. σίτου, ώστε να πληρωθούν οι επιταγές της δεύτερης σύμβασης, λήξης 30.04.2011 και για τις επιταγές της τρίτης σύμβασης, συνολικού ποσού 810.000 ευρώ, λήξης 22.08.2011, πρότεινε να καταρτισθεί νέα σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου, με την οποία η ενάγουσα θα παρέτεινε τις προθεσμίες παράδοσης της ποσότητας αυτής και θα εξέδιδε νέες ισόποσες επιταγές εις διαταγήν του πρώτου εναγομένου, τις οποίες αυτός θα ενεχυρίαζε στη δεύτερη εναγομένη και επιπλέον να καταρτισθεί μία ακόμη σύμβαση μεταξύ των ιδίων διαδίκων, για αγορά άλλης ποσότητας 3.000 μ.τ., για την οποία θα εξέδιδε η ενάγουσα μεταχρονολογημένες επιταγές, που ο πρώτος εναγόμενος, ομοίως, θα μεταβίβαζε λόγω οπισθογράφησης στη δεύτερη εναγομένη.
Τελικά, η ενάγουσα αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση και προς επιβεβαίωση της συμφωνίας τους, απέστειλε μέσω τηλεομοιοτυπίας, στη δεύτερη εναγομένη την από 09.05.2011 επιστολή με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Κύριε Θ.,
ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς 9-5-2011
Στη συνέχεια της συναντήσεώς μας στα γραφεία της Τραπέζης, στις 21-4-2011 και στις 3-5-2011, και κατόπιν της τηλεφωνικής σας συμφωνίας με τον κ. Σ. Κ., Διευθύνοντα Σύμβουλο της Eurimac Α.Ε. στις 6-5-2011, θα θέλαμε με την παρούσα να επιβεβαιώσουμε τα παρακάτω συμφωνηθέντα:
1. Σε εκτέλεση του από 16-12-2010 συμβολαίου της εταιρείας μας με τον κ. Σ. Δ., η Τράπεζα θα αποδεσμεύσει άμεσα και ο κ. Δ. θα αποστείλει στην Eurimac Α.Ε. 3.000 τόνους σκληρού σίτου αξίας Euro 690.000 και η Eurimac, κατά την ολοκλήρωση της παράδοσης όλης της ποσότητας που θα γίνει σε 7 εργάσιμες ημέρες, θα πληρώσει στην Τράπεζά σας άμεσα και τοις απολύτου μετρητοίς το ανωτέρω τίμημα, ταυτόχρονα δε θα της επιστραφούν οι υπ’ αριθμ. ..., ... και ... επιταγές από λογαριασμό μας στην Τράπεζα Κύπρου, λήξεως 30-4-2011, συνολικής αξίας 690.000€ οι οποίες είναι στην Τράπεζά σας.
2. Προκειμένου να διευκολύνουμε τον κ. Δ. να εκτελέσει το από 24-2-2011 συμβόλαιο με την εταιρεία μας που του δημιουργεί υποχρέωση για πώληση 3.000 ΜΤ σκληρού σίτου αξίας euro 810.000, θα ακυρωθεί το από 24-2-2011 συμβόλαιο και θα συναφθεί νέο συμβόλαιο με τον κ. Δ. για ίση ποσότητα και ίση αξία, με μετάθεση του χρόνου παράδοσης και πληρωμής. Το νέο αυτό συμβόλαιο θα καλυφθεί με μεταχρονολογημένες επιταγές αξίας 810.000€ και λήξεως 30-6-2012, που καλύπτουν την αξία του τιμήματος. Οι επιταγές αυτές σε διαταγή κ. Σ. Δ. θα μεταβιβαστούν στην Τράπεζά σας και θα πληρωθούν από τη Eurimac μόνον εφ'όσον παραδοθεί όλη η ποσότητα των 3.000 ΜΤ από τον κ. Δ. κατά τη λήξη τους ή και νωρίτερα, αναλόγως των παραδόσεων, διαφορετικά θα μας επιστραφούν συνολικά η μερικά κατά το ανεκτέλεστο μέρος. Με τη μεταβίβαση αυτών των επιταγών στην Τράπεζά σας θα επιστραφούν στη Eurimac Α.Ε. οι υπ’ αριθμόν ..., ... και ... επιταγές λήξεως 22-8-2011 που βρίσκονται στην Τράπεζά σας.
3. Όπως μας ζητήσατε, δεχόμαστε να συναφθεί νέο συμβόλαιο της εταιρείας μας με τον κ. Σ. Δ. για αγορά και άλλων ποσοτήτων έναντι 690.000€. Θα συναφθεί νέο συμβόλαιο για ποσότητα 4.600 ΜΤ και αξία 690.000€, με ενδεικτική τιμή Euro150/ΜΤ. Η τιμή αυτή των Euro 150/ΜΤ είναι ενδεικτική η δε τελική τιμή παράδοσης του σκληρού σίτου στην Eurimac Α.Ε. (ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς) θα προσδιοριστεί κατά τον χρόνο αποστολής και τιμολόγησης των 4.600 ΜΤ σκληρού σίτου με βάση την τότε επικρατούσα τιμή FOB Λιμένα Θεσσαλονίκης μείον 6€/ΜΤ. Για την αξία των Euro 690.000 του νέου αυτού συμβολαίου θα εκδοθούν σε διαταγή κ. Σ. Δ. και θα μεταβιβαστούν στην Τράπεζά σας επιταγές λήξεως 30-6-2012 οι οποίες θα πληρωθούν από τη Eurimac μόνον εφ’ όσον παραδοθεί όλη η ποσότητα των 3.000 ΜΤ από τον κ. Δ. κατά τη λήξη τους ή και νωρίτερα, αναλόγως των παραδόσεων, διαφορετικά θα μας επιστραφούν συνολικά ή μερικά κατά το ανεκτέλεστο μέρος. Αυτονόητο τυγχάνει ότι με την παράδοση των 4.600 ΜΤ και τον προσδιορισμό της τελικής τιμής ως ανωτέρω θα πληρωθεί από την Eurimac Α.Ε. άμεσα και το υπόλοιπο τίμημα που αφορά το εν λόγω νέο συμβόλαιο.
Παρακαλούμε για την έγγραφη επιβεβαίωση των ανωτέρω ώστε αμφότεροι να προχωρήσουμε άμεσα στην υλοποίηση αυτής της συμφωνίας μας.
Με εκτίμηση».
Την 17.05.2011, ακολούθησε τριμερής συνάντηση, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, του πρώτου εναγομένου και του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων τραπεζικών εταιριών, Γ. Θ., κατά την οποία υπεγράφησαν μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, οι νέες συμβάσεις και παραδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο οι επιταγές, έκδοσης της ενάγουσας, εις διαταγήν του τελευταίου, με αριθμούς ..., ..., ..., λήξης 31.07.2012, συνολικής αξίας 690.000 ευρώ, που αφορούσαν την από 17.05.2011 σύμβαση αγοραπωλησίας ποσότητας 4.600 μ.τ. καθώς και οι με αριθμούς ..., ... και ... λήξης 31.07.2012, συνολικής αξίας 810.000 ευρώ, που αφορούσαν την από 17.05.2011 σύμβαση αγοραπωλησίας ποσότητας 3.000 μ.τ. . Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η συνολική ποσότητα των 7.600 μ.τ. σίτου, θα παραδίδετο στην ενάγουσα το αργότερο μέχρι την 15.06.2012. Αυθημερόν, ο πρώτος εναγόμενος οπισθογράφησε, ως αξία λόγω ενεχύρου, από τις άνω επιταγές, τις μεν τρεις πρώτες (με αριθμούς ..., ..., ..., λήξης 31.07.2012, συνολικής αξίας 690.000 ευρώ) στην εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», τις δε λοιπές (με αριθμούς ..., ... και ... λήξης 31-7-2012, συνολικής αξίας 810.000 ευρώ) στην εναγομένη «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ».
Ακολούθως, η ενάγουσα, προς επισφράγιση της ως άνω συμφωνίας, απέστειλε μέσω τηλεομοιοτυπίας, στη δεύτερη εναγομένη («ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ»), την από 18.05.2011, επιστολή της με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
FAX Nr: ...
Εις προσοχήν: κ. Γ. Θ.
ΚΟΙΝ: κ. Σ. Δ.
ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς, 18-05-2011
Κύριε Θ., Θα θέλαμε με την παρούσα να ευχαριστήσουμε εσάς και τους συνεργάτες σας για την χθεσινή μας συνάντηση στα γραφεία της Τραπέζης σας στα πλαίσια της οποίας:
1. Μας επεστράφησαν δια χειρός κ. Σ. Δ. οι επιταγές υπ’ αριθμ. ..., ... και ... όλες λήξεως 30.04.2011 και συνολικής αξίας ευρώ 690.000 καθώς και οι επιταγές υπ’ αριθμ. ..., ... και ... όλες λήξεως 22.08.2011 και συνολικής αξίας ευρώ 810.000.
2. Σας παραδόθηκαν δια οπισθογραφήσεως του κ. Σ. Δ. οι επιταγές εκδόσεως της εταιρείας μας και εις διαταγήν κ. Σ. Δ. οι υπ’ αριθμ. ..., ..., ... όλες λήξεως 31.07.2012 και συνολικής αξίας ευρώ 690.000 καθώς και οι επιταγές ..., ... και ... όλες λήξεως 31-07-2012 και συνολικής αξίας ευρώ 810.000. Οι ανωτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν σε σχέση με τα συμβόλαια που υπεγράφησαν στις 17.05.2011 μεταξύ της εταιρείας μας και του κ Σ. Δ. και σας παρεδόθησαν μαζί με τα συμβόλαια. Αντίγραφα των εν λόγω συμβολαίων που αφορούν την προμήθεια των 7.600 ΜΤ σκληρού σίτου για τμηματική παράδοση μέχρι 15.06.2012 όπου αναφέρεται και το σύνολο των παραδοθεισών επιταγών συνημμένα σας αποστέλλουμε εκ νέου.
Ευχαριστούμε και πάλι για την συνεργασία και διατελούμε,
Με εκτίμηση».
Σ’ εκτέλεση όσων η ενάγουσα περιέλαβε στην από 09.05.2011 επιστολή της, εντός των αμέσως επόμενων ημερών, κατέβαλε «τοις απολύτου μετρητοίς», σε δεσμευμένο λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», όπως η ίδια (ενάγουσα) ισχυρίζεται και δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους της, το ποσό των 690.000 ευρώ για την ποσότητα των 3.000 μ.τ., που τελικά η τελευταία αποδέσμευσε από τη συνολική υπέρ αυτής ενεχυριασθείσα ποσότητα και κατόπιν τούτου της επιστράφηκαν από αυτήν («ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.»), οι αρχικές επιταγές των από 16.12.2010 και 24.02.2011 συμβολαίων, για τις οποίες υφίστατο προσωρινή διαταγή μη πληρωμής τους.
Πλην ο πρώτος εναγόμενος μέχρι και το χρόνο κατάθεσης των κρινόμενων αγωγών (21.03.2012 και 31.07.2012) ουδεμία ποσότητα σίτου, σ’ εκτέλεση των ως άνω από 17.05.2011 συμβάσεων, παρέδωσε στην ενάγουσα. Τελικά, η ενάγουσα κατέθεσε ενωπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, την υπ’ αριθμ. κατ. 171/21-3-2012 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να τεθούν οι επίδικες επιταγές υπο δικαστική μεσεγγύηση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 225/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που έθεσε αυτές υπό δικαστική μεσεγγύηση μέχρι την έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων επί των κρινόμενων αγωγών.
Από τ’ ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το κρίσιμο ζήτημα που αναφύεται και είναι διερευνητέο, είναι το αν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων άτυπη συμφωνία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην από 09.05.2011 επιστολή της ενάγουσας, βάσει της οποίας εξαρτήθηκε η πληρωμή των ένδικων επιταγών από την παράδοση των πωληθέντων ποσοτήτων σίτου στην ενάγουσα.
Οι εναγόμενες τραπεζικές εταιρίες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν δια του νομίμου εκπροσώπου τους, το ως άνω περιεχόμενο, αντίθετα το απέκρουσαν αφού δεν το επιβεβαίωσαν εγγράφως, όπως αιτείτο η ενάγουσα με την ως άνω επιστολή της. Προς τούτο δε, διατείνονται, ότι ουδεμία μνεία έγινε περί αυτού στην από 18.05.2011 ευχαριστήρια επιστολή της.
Με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, αποδείχθηκαν τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η δεύτερη εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../24-9-2001 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο και τις αντίστοιχες πρόσθετες πράξεις αυτής, διατηρούσε συνολική απαίτηση έναντι αυτού που, την 13.04.2011, ανερχόταν στο ποσό των 9.096.527,60 ευρώ. Προς εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησής της, ζήτησε με την από 14.04.2011 και υπ’ αριθμ.
κατ. 391/14-4-2011 αίτησή της, που απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί δεκαπέντε ακινήτων του οφειλέτη της και έλαβε προσωρινή διαταγή, η οποία, μάλιστα, την 20.04.2011, μεταγράφηκε στα βιβλία κατασχέσεων του υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών (τομ. …, αρ. …), βάσει της οποίας απαγορεύθηκε η μεταβίβαση από τον καθ’ ου κάθε περιουσιακού του στοιχείου εκτός των ελεύθερων εμπορευμάτων παραγωγής του που είχε συμφωνήσει να πωλήσει σε τρίτους καθώς και να εκμισθώνει τα ακίνητα ιδιοκτησίας του.
Η ίδια, δεύτερη εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», για την εξασφάλιση των χρηματοδοτήσεών της προς τον πρώτο εναγόμενο, ζητούσε απ’ αυτόν και ελάμβανε επιταγές πελατείας του, τις οποίες ο τελευταίος οπισθογραφούσε λόγω ενεχύρου προς αυτήν. Με τον τρόπο αυτό, για πιστοδότηση που χορήγησε προς αυτόν, για την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων αγοραπωλησίας με την ενάγουσα, κατέστη νόμιμη κομίστρια με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου των τριών ως άνω επιταγών της από 16.12.2010 σύμβασης (β' σύμβασης), συνολικού ποσού 690.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 30.04.2011 και η εναγομένη «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ», θυγατρική αυτής εταιρία, των τριών επιταγών της από 24.02.2011 σύμβασης (γ’ σύμβασης), συνολικού ποσού 810.000 ευρώ και φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 22.08.2011.
Από τα καταρτισθέντα ως άνω συμφωνητικά αγοραπωλησίας αλλά και άλλα προγενέστερα που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα, προκύπτει ότι περιλαμβανόταν σ’ αυτά πρόβλεψη πως για τη διασφάλιση της αγοράστριας και την καλή εκτέλεση της σύμβασης, ο πωλητής (α’ εναγόμενος) θα κατέθετε επιταγή έκδοσης του ιδίου εις διαταγήν της ενάγουσας, ισόποση με τις πληρωμές και με ημερομηνία λήξης ταυτόχρονη με αυτή των επιταγών, η οποία θα παρέμενε στην εταιρία της αγοράστριας και θα επιστρεφόταν μετά την ολοκλήρωση της παράδοσης των προϊόντων.
Για επιταγές έχουσες αυτήν την εξασφαλιστική λειτουργία και λόγω, προφανώς, της μη παράδοσης από τον πρώτο εναγόμενο των πωληθέντων προϊόντων, η ενάγουσα, την 26.09.2012, εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 31.12.2012 (οι δύο πρώτες) και 30.07.2013 (η τρίτη), ποσού 366.000 ευρώ εκάστη και μετά τη μη πληρωμή και σφράγισή τους, εκδόθηκε, μετά από αίτησή της, η υπ’ αριθμ. 224/2012 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.098.000 ευρώ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν τον Μάρτιο 2011, αποκαλύφθηκε η αδυναμία του πρώτου εναγομένου να παραδώσει προς την ενάγουσα τις ποσότητες σίτου των τριών αρχικών συμβάσεων, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της ενάγουσας, η οποία, εντωμεταξύ, είχε πληροφορηθεί από τον τελευταίο ότι οι πρώτες επιταγές καθώς και ποσότητα σίτου, είχαν ενεχυριασθεί στην εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», οι προαναφερθείσες συναντήσεις με τον εκπρόσωπο αυτής καθώς και της θυγατρικής της εταιρίας «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ», στην πρώτη των οποίων, της 21.04.2011, του γνωστοποιήθηκε, μεταξύ των άλλων, η έκδοση της προσωρινής διαταγής με την οποία είχε απαγορευθεί η εμφάνιση και πληρωμή των εν λόγω επιταγών που βρίσκονταν στην κατοχή τους λόγω ενεχύρου, το κείμενο της οποίας, κατά τα άνω, του απεστάλη αυθημερόν μέσω τηλεομοιοτυπίας.
Τις τρεις πρώτες εξ αυτών, φερόμενης ημερομηνίας λήξης 30.04.2011, συνολικού ποσού 690.000 ευρώ, που βρίσκονταν στην κατοχή της εναγομένης «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», αυτή, παρά τη γνώση της απαγόρευσης εμφάνισης και πληρωμής τους βάσει της προσωρινής διαταγής, τις εμφάνισε, την 03.05.2011, στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή πλην, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 11.11.2011 προσκομισθέν με επίκληση από την ενάγουσα, έγγραφο της Τράπεζας Κύπρου, αυτές δεν πληρώθηκαν παρότι η εκδότρια διατηρούσε στον λογαριασμό της επαρκές υπόλοιπο, λόγω της εκδοθείσας ως άνω προσωρινής διαταγής.
Ενόψει της αδυναμίας πληρωμής τους, κατά τη δεύτερη συνάντηση της 03.05.2011, ο νόμιμος εκπρόσωπός της, δέχθηκε αναφορικά με τις επιταγές που καλύπτονταν από την προσωρινή διαταγή, τελικά, ν’ αποδεσμεύσει ένα τμήμα της ενεχυριασθείσας ποσότητας, 3.000 μ.τ. προκειμένου να πληρωθούν οι επιταγές της από 16.12.2010 σύμβασης και να καταρτισθεί νέα σύμβαση σε αντικατάσταση της αρχικής από 24.02.2011 για ίση ποσότητα σίτου και ίσης αξίας (810.000 ευρώ), με μεταγενέστερες ημερομηνίες παράδοσης και πληρωμής.
Ακολούθησε η αποστολή της από 09.05.2011 επιστολής της ενάγουσας προς το νόμιμο εκπρόσωπο των εναγομένων εταιριών («ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» και «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING Α.Ε.») στην οποία λεπτομερώς αποτύπωσε την προηγηθείσα συμφωνία τους τόσο ως προς τις επιταγές που καλύπτονταν από την προσωρινή διαταγή όσο και ως προς τη νέα σύμβαση που, κατ’ απαίτηση, των εναγομένων εταιριών, δέχθηκε να καταρτισθεί, περιλαμβάνοντας, μάλιστα, σ’ αυτήν και την ειδικότερη συμφωνία, στην οποία κατέληξαν ως προς την ενδεικτική και τελική τιμή/ΜΤ της πωληθείσας ποσότητας σίτου [«...με ενδεικτική τιμή Euro 150/ΜΤ.
Η τιμή αυτή των Euro 150/ΜΤ είναι ενδεικτική η δε τελική τιμή παράδοσης του σκληρού σίτου στην Eurimac ΑΕ (ΒΙ.ΠΕ. Κιλκίς) θα προσδιοριστεί κατά τον χρόνο αποστολής και τιμολόγησης των 4.600 ΜΤ σκληρού σίτου με βάση την τότε επικρατούσα τιμή FOB λιμένα Θεσσαλονίκης μείον 6€/ΜΤ»]. Οι εναγόμενες τραπεζικές εταιρίες συνομολογούν τις συναντήσεις και διαπραγματεύσεις, που έλαβαν χώρα προκειμένου να γίνει προσπάθεια εξεύρεσης κάποιας λύσης, κοινά αποδεκτής, ώστε να ξεπερασθεί το πρόβλημα χωρίς όμως να προσδιορίζουν το χρόνο πραγματοποίησής τους.
Καθίσταται πρόδηλο, ότι κατά τη δεύτερη συνάντηση που, κατά τα άνω, πραγματοποιήθηκε την 03.05.2011, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας και των εναγομένων τραπεζικών εταιριών (μητρικής και θυγατρικής), καθορίσθηκαν όλοι οι όροι που η ενάγουσα αποτύπωσε στην από 09.05.2011 επιστολή της αφού σ’ αυτήν περιλαμβάνονται λεπτομερείς αναφορές που μόνο μετά από διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να καθορισθούν.
Συνεπώς και ο όρος περί εξάρτησης της αποπληρωμής των επιταγών από την παράδοση των εμπορευμάτων και την επιστροφή αυτών σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πωλητή, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και τελικά συμφωνίας. Ακολούθησε η τριμερής, πλέον, συνάντηση της 17.05.2011, όπου και τα τρία συμβαλλόμενα μέρη (νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, πρώτος εναγόμενος και νόμιμος εκπρόσωπος των εναγομένων τραπεζικών εταιριών), επικύρωσαν την προηγηθείσα συμφωνία και οι δύο εξ αυτών (νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και πρώτος εναγόμενος) υπέγραψαν τα δύο νέα συμφωνητικά.
Σ’ αυτά περιλαμβάνονται οι ειδικότερες συμφωνίες, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην από 09.05.2011 επιστολή της ενάγουσας και ιδίως στο συμφωνητικό που αφορά τη νέα σύμβαση της ποσότητας των 4.600 ΜΤ, αξίας 690.000 ευρώ, (περιλαμβάνεται) η συμφωνία περί της τιμής/ΜΤ: «Ενδεικτική τιμή 150€/ΜΤ παραδοτέο στις εγκαταστάσεις της ΓΙΟΥΡΙΜΑΚ ΑΕ στη ΒΙ.ΠΕ Κιλκίς.
Το οριστικό τίμημα καθορίζεται κατά τον χρόνο παράδοσης και τιμολόγησης εκάστης ποσότητας, με βάση την επικρατούσα κατά τον χρόνο παράδοσης τιμή FOB λιμένα Θεσσαλονίκης μείον 6€/ΜΤ». Σ’ εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας τους, η εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», αποδέσμευσε από τη συνολικά ενεχυριασθείσα ποσότητα, αυτή των 3.000 μ.τ.
και η ενάγουσα αποπλήρωσε «τοις απολύτου μετρητοίς», όπως ο συμφωνηθείς όρος αποτυπώθηκε στην από 09.05.2011 επιστολή, σε δεσμευμένο από την τράπεζα Πειραιώς λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, τις επιταγές, ποσού 690.000 ευρώ, που αφορούσαν την από 16.12.2010 (β’ αρχική) σύμβαση, οι οποίες και της επιστράφηκαν από την εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ».
Επίσης, όσον αφορά την από 24.02.2011 (γ’ αρχική) σύμβαση, μετά την ακύρωσή της, κατά τα συμφωνηθέντα, επιστράφηκαν από την εναγομένη «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING ΑΕ», οι επιταγές, ποσού 810.000 ευρώ και παραδόθηκαν σ’ αυτήν οι νέες επίδικες επιταγές (υπ’ αριθμ. ..., ... και ...), ίσης αξίας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.07.2012.
Τέλος, όσον αφορά τη νέα σύμβαση που καταρτίσθηκε για αγορασθείσα ποσότητα 4.600 μ.τ., παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (υπ’ αριθμ. ..., ... και ...), συνολικού ποσού 690.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.07.2012. Ακολούθως, απεστάλη από την ενάγουσα, η από 18.05.2011, επιστολή στην οποία επιγραμματικά και μόνον σκιαγραφήθηκαν τα βασικά σημεία της συμφωνίας τους (επιστροφή παλαιών επιταγών, παράδοση νέων επιταγών) χωρίς να περιλαμβάνεται σ’ αυτήν λεπτομερής αναφορά των επιμέρους σημείων, που, κατά τα άνω, εξειδικεύθηκαν.
Οι εναγόμενες τραπεζικές εταιρίες ισχυρίζονται ότι το γεγονός πως δεν επιβεβαίωσαν εγγράφως τους περιληφθέντες στην από 09.05.2011 επιστολή της ενάγουσας, όρους, όπως αυτή αιτείτο, και πως δεν περιελήφθη ο κρίσιμος, εν προκειμένω, όρος περί εξάρτησης της εξόφλησης των επιταγών από την παράδοση του σίτου στην από 18.05.2011 επιστολή της ενάγουσας, υποδηλώνει ότι αυτός δεν έγινε αποδεκτός και δεν αποτέλεσε αντικείμενο της συμφωνίας τους.
Από το γεγονός, όμως, ότι όσα η ενάγουσα περιέλαβε στην από 09.05.2011 επιστολή της, το περιεχόμενο της οποίας εφόσον δεν το αποδέχθηκαν, αρνούνται οι εναγόμενες, εκτελέστηκαν από τους συμβαλλόμενους, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά γράμμα (αποπληρωμή «τοις απολύτου μετρητοίς» των επιταγών της δεύτερης αρχικής σύμβασης, καθορισθείσα, ενδεικτική και οριστική, τιμή της δεύτερης νέας σύμβασης), παρέπεται, ότι το σύνολο του περιεχομένου αυτής και επομένως και ο κρίσιμος ως άνω επίμαχος όρος, έγινε αποδεκτός από τους εναγόμενους ενώ το γεγονός ότι αυτός δεν περιελήφθη στην από 18.05.2011 ευχαριστήρια επιστολή της ενάγουσας, δεν ασκεί επιρροή αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή είχε μορφή επιγραμματικής αποτύπωσης της συμφωνίας τους, οι λεπτομέρειες της οποίας είχαν περιληφθεί στην από 09.05.2011 επιστολή και στα συμφωνητικά αγοραπωλησίας.
Η εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», κατά το χρόνο σύναψης της ως άνω συμφωνίας, είχε, όπως προαναφέρθηκε, κατά του πρώτου εναγομένου, απαιτήσεις, ύψους 9.096.527,60 ευρώ και είχε εγγράψει (α) δυνάμει της υπ’ αριθμ. 234/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, όπως η ίδια συνομολογεί (σελ. 17 της κατατεθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσθήκης αντίκρουσης των προτάσεών της) προς εξασφάλιση αυτών, προσημείωση υποθήκης, για το ποσό των 1.500.000 ευρώ επι αγροτικών ακινήτων του οφειλέτη της και (β) όπως η ενάγουσα-εκκαλούσα επικαλείται στις κρινόμενες εφέσεις της και δεν αντικρούεται από τις εναγόμενες εταιρίες, δυνάμει της υπ'αριθμ. 8301/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, προσημείωση υποθήκης, προς εξασφάλιση της ίδιας ως άνω απαίτησης, επι αγροτεμαχίου έκτασης 22.500 τ.μ.
μετά των επ’ αυτού κτισμάτων (βιομηχανικό συγκρότημα, σιλό, βιοτεχνική αποθήκη και υπόστεγο), για το ποσό των 2.600.000 ευρώ.
Συνεπώς, αυτή είχε προφανές συμφέρον να αποφευχθεί η οικονομική κατάρρευση του πρώτου εναγομένου, η οποία θα έβλαπτε ιδίως αυτήν αφού οι εξασφαλίσεις που διέθετε σε σχέση με τις πιστοδοτήσεις που χορήγησε προς αυτόν, ήταν ανεπαρκείς. Με την εν λόγω συμφωνία και την κατάρτιση των νέων συμβάσεων, αφενός μεν διασφαλίσθηκε η πληρωμή των επιταγών που καλύπτονταν από την προσωρινή διαταγή, οι οποίες δεν θα μπορούσαν διαφορετικά να εξοφληθούν (οι τρεις εξ αυτών της δεύτερης αρχικής σύμβασης, πληρώθηκαν "τοις απολύτου μετρητοίς" και οι τρεις της τρίτης αρχικής σύμβασης, αντικαταστάθηκαν, ουσιαστικά με τις τρεις ισόποσες της νέας σύμβασης), αφετέρου δε καταρτίσθηκε νέα σύμβαση και έλαβε ως ενέχυρο και άλλες επιταγές, έκδοσης της ενάγουσας, η οποία λόγω της οικονομικής της ευρωστίας εξασφάλιζε την πληρωμή τους και την εισροή κεφαλαίων στις εναγόμενες εταιρίες.
Οι τελευταίες, βέβαια, ισχυρίζονται, ότι επέδειξαν καλοπιστία και διαλλακτικότητα προκειμένου να βοηθήσουν τον πρώτο εναγόμενο ν’ ανακάμψει και να υλοποιήσει τις υποχρεώσεις του, παρότι, θα μπορούσαν, για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους, ν’ αρνηθούν, κατά το χρόνο λήξης των αρχικών επιταγών, την αντικατάστασή τους και να επιμείνουν στη σφράγιση και είσπραξή τους, αποκρούοντας κάθε παράταση και αποκλείοντας κάθε συμβιβαστική λύση.
Ο ισχυρισμός τους αυτός αντικρούεται από την, ως άνω, παραδοχή, ότι δεν θα μπορούσαν να πράξουν οτιδήποτε διαφορετικό λόγω της δέσμευσης των αρχικών επιταγών από την προσωρινή διαταγή, που ήταν σε ισχύ και απαγόρευε την εμφάνιση και πληρωμή τους τόσο από τον λήπτη όσο και κάθε τρίτο κομιστή αυτών, όπως, άλλωστε, συνέβη όταν, την 03.05.2011, η εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» επιχείρησε να τις εμφανίσει στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή και αποκρούσθηκε λόγω της προσωρινής διαταγής του δικαστηρίου.
Αντίθετα, η ενάγουσα δεν ειχε κανένα συμφέρον να συνάψει νέα σύμβαση και μάλιστα με τον πρώτο εναγόμενο, που από τη μέχρι τότε επιδειχθείσα συμπεριφορά του, αποδείχθηκε απολύτως αφερέγγυος. Ωθήθηκε στην ενέργειά της αυτή έχοντας αφενός μεν την απόλυτη διαβεβαίωση των εναγομένων εταιριών ότι θα στηρίξουν οικονομικά τον πρώτο εναγόμενο αφού χωρίς αυτήν, ήταν απολύτως βέβαιο, ότι λόγω της κάκιστης περιουσιακής του κατάστασης, θα κατέληγε σε αδυναμία εκπλήρωσης και των νέων συμβάσεων, αφετέρου δε την αποδοχή του όρου ότι η πληρωμή των νέων επιταγών τελούσε υπό την εξάρτηση της προηγούμενης παράδοσης του σίτου από τον πρώτο εναγόμενο στις νέες ημερομηνίες που συμφωνήθηκαν.
Αντίθετη εκδοχή θα σήμαινε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε να καταβάλει χρέη του πρώτου εναγομένου προς τις εναγόμενες εταιρίες χωρίς να λάβει κανένα αντάλλαγμα. Υπέρ της ανωτέρω κρίσης του Δικαστηρίου συνηγορεί τόσο το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ζήτησε και δεν έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, για την εξασφάλιση των ένδικων συμβάσεων, ισόποση με το εκάστοτε τίμημα επιταγή, ούτε έγινε μνεία περί αυτού στα εν λόγω συμφωνητικά, όπως είχαν πράξει στα προγενέστερα συναφθέντα μεταξύ τους συμφωνητικά πωλήσεων καθώς υπήρχε η τριμερής συμφωνία της πληρωμής των επιταγών υπό τον όρο της παράδοσης των πωληθέντων ποσοτήτων σίτου, που διασφάλιζε τη μη πληρωμή των επιταγών σε περίπτωση μη παράδοσης των εμπορευμάτων, όσο και το γεγονός ότι η συμφωνηθείσα στις επίδικες συμβάσεις ημερομηνία παράδοσης των εμπορευμάτων (15.06.2012) ήταν προγενέστερη της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης και πληρωμής των επιταγών (31.07.2012), που υποδηλώνει ότι αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας και τέθηκε ως προϋπόθεση της πληρωμής των επιταγών, η παράδοση των εμπορευμάτων.
Συνήθης πρακτική στις μέχρι τότε μεταξύ των διαδίκων (ενάγουσας και α' εναγομένου) συμβάσεις, ήταν η συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης των εμπορευμάτων να έπεται ή να είναι ισόχρονη με την ημερομηνία έκδοσης και πληρωμής των επιταγών, όπως ενδεικτικά προκύπτει από τα προσκομισθέντα με επίκληση από την ενάγουσα, από 22.07.2009 (ημερομηνία παράδοσης 31.01.2010 και πληρωμής με επιταγές λήξης 30.11.2009 και 15.12.2009), από 14.07.2009 (ημερομηνία παράδοσης 30.10.2009 και πληρωμής με επιταγή λήξης 30.10.2009), από 20.07.2010 (ημερομηνία παράδοσης 30.04.2011 και πληρωμής με επιταγές λήξης 01.10.2010, 01.11.2010, 01.12.2010), από 16.12.2010 (ημερομηνία παράδοσης 30.04.2011 και πληρωμής με επιταγές λήξης 30.04.2011), συμφωνητικά.
Τέλος, οι εναγόμενες εταιρίες ισχυρίζονται ότι ενδεχόμενη, με την ανωτέρω, παραδοχή, καθιστά την τράπεζα μέρος του προβλήματος αφού αναλαμβάνει ουσιαστικά αυτή τον κίνδυνο της συναλλαγής ενώ, κατά τον τρόπο αυτό, οι επιταγές χάνουν την εξασφαλιστική τους αξία παύοντας να λειτουργούν ως ενέχυρο. Όπως προαναφέρθηκε, κατά τις πραγματοποιηθείσες μεταξύ των διαδίκων συναντήσεις, κυρίαρχο και καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, επιτέλεσε ο νόμιμος εκπρόσωπος των εναγομένων τραπεζικών εταιριών αφού ο πρώτος εναγόμενος, που κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο ήταν κατάχρεος, δεν είχε δυνατότητα συνδιαλλαγής.
Αυτές, λοιπόν, ήταν που επέβαλαν τους, κατά τα άνω, όρους, που οδηγούσαν σε διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων ενόψει της πολύ μεγάλης επισφάλειας που αποτελούσε γι’ αυτές το χρέος του οφειλέτη τους. Στο πλαίσιο αυτό και ενόψει του ότι επεδίωκαν με την κατάρτιση των νέων ως άνω συμβάσεων, να λάβουν μετά από οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, επιταγές της ενάγουσας, δέχθηκαν να αποτελέσει μέρος της συμφωνίας τους ο επίμαχος όρος και να εξαρτηθεί η πληρωμή των επιταγών από την παράδοση των εμπορευμάτων.
Άλλωστε, η εναγομένη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», κατείχε ενεχυριασμένη ποσότητα σίτου, που, κατά τους ισχυρισμούς της, βέβαια, αφορούσε τη συνολική απαίτησή της έναντι του πρώτου εναγομένου και όχι τις επίδικες συμβάσεις, πλην όμως από αυτή την ποσότητα αποδέσμευσε, κατά τα άνω, από το ενέχυρο, ποσότητα 3.000 μ.τ.
και παρέδωσε στην ενάγουσα προκειμένου να πληρωθούν οι επιταγές της δεύτερης αρχικής σύμβασης.
Συνεπώς, εφόσον οι ίδιες, μετά τις ανωτέρω παραδοχές, προέβησαν, στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας, στην επίμαχη συμφωνία, κρίνονται αβάσιμα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος δεν παρέδωσε στην ενάγουσα την πωληθείσα με τις ένδικες συμβάσεις, ποσότητα σίτου, παραβαίνοντας τη συμβατική του υποχρέωση και η παροχή του έγινε αδύνατη από γεγονός για το οποίο ο ίδιος είχε την ευθύνη, η ενάγουσα - αγοράστρια, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, άσκησε νόμιμα το δικαίωμα της υπαναχώρησής της από τις επίδικες συμβάσεις (άρθρο 382 του ΑΚ). Η υπαναχώρηση αυτή επέφερε απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συµβαλλοµένων - διαδίκων για παροχή από τις συμβάσεις.
Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος ουδεμία αξίωση έχει σε βάρος της ενάγουσας από τις επίδικες συμβάσεις πώλησης και αντίστοιχα η ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση έχει έναντι αυτού απορρέουσα από τις ένδικες επιταγές. Περαιτέρω και εφόσον κατά τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα συμφωνία, η μη παράδοση των πωληθέντων προϊόντων έχει σαν αποτέλεσμα τη μη πληρωμή των επιδίκων επιταγών και την επιστροφή τους στην ενάγουσα, πρέπει οι εναγόμενες τραπεζικές εταιρίες, στην κατοχή των οποίων αυτές, ως νομίμων κομιστριών τους, βρίσκονται, έναντι των οποίων η ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση πηγάζουσα από αυτές έχει, να υποχρεωθούν να τις επιστρέψουν σ’ αυτήν.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες αγωγές να γίνουν δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες και (α) να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδεμία αξίωση έχει σε βάρος της ενάγουσας από τις ένδικες με ημερομηνία 17.05.2011 συμβάσεις πώλησης και αντίστοιχα ότι η ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση έχει έναντι αυτού και των εναγομένων τραπεζικών εταιριών από την έκδοση των επίδικων επιταγών, όπως αυτές ειδικότερα προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας και (β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρίες να επιστρέψουν στην ενάγουσα τις επίδικες επιταγές [...]|».
[III] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30.10.2013 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 101/2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη, και, ακολούθως, δικάζοντας επί της ουσίας, δέχθηκε την από 21.03.2012 αγωγή και ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε (α) ότι ο μη διάδικος πλέον πρώτος εναγόμενος, Δ.
Σ., ουδεμία αξίωση έχει έναντι της ενάγουσας από την με ημερομηνία 17-5-2011 σύμβαση πώλησης, ποσότητας 4.600 μ.τ. σκληρού σίτου, τιμήματος 690.000 ευρώ, (β) ότι η ενάγουσα ουδεμία υποχρέωση έχει έναντι των εναγομένων, απορρέουσα από την έκδοση των υπ’ αριθμ. ..., ... και ... επιταγών της Τράπεζας Κύπρου, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.07.2012, ποσού 230.000 ευρώ εκάστης και συνολικά 690.000 ευρώ και υποχρέωσε την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να επιστρέψει στην ενάγουσα τις προαναφερθείσες τραπεζικές επιταγές.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε άτυπη συμφωνία, βάσει της οποίας εξαρτήθηκε η πληρωμή των ένδικων επιταγών από την παράδοση των πωληθεισών ποσοτήτων σίτου στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 193, 195, 196, 361 του ΑΚ, ως προς την κατάρτιση της άνω άτυπης συμφωνίας, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων του ΑΚ.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται (α) ότι, όταν τον Μάρτιο 2011 αποκαλύφθηκε η αδυναμία του μη διαδίκου Σ. Δ. να παραδώσει προς την αναιρεσίβλητη τις ποσότητες σίτου των τριών αρχικών συμβάσεων, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της τελευταίας, η οποία, εν τω μεταξύ, είχε πληροφορηθεί ότι οι πρώτες επιταγές καθώς και ποσότητα σίτου, είχαν ενεχυριασθεί στην αναιρεσείουσα «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», οι προαναφερθείσες συναντήσεις με τον εκπρόσωπο αυτής, β) ότι στην πρώτη των συναντήσεων αυτών (21.04.2011), γνωστοποιήθηκε στον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας η έκδοση της προσωρινής διαταγής με την οποία είχε απαγορευθεί η εμφάνιση και πληρωμή των επιταγών που βρίσκονταν στην κατοχή της λόγω ενεχύρου, το κείμενο της οποίας του απεστάλη αυθημερόν μέσω τηλεομοιοτυπίας, (γ) ότι, ενόψει της αδυναμίας πληρωμής τους, κατά τη δεύτερη συνάντηση της 03.05.2011, ο νόμιμος εκπρόσωπός της, δέχθηκε αναφορικά με τις επιταγές που καλύπτονταν από την προσωρινή διαταγή, τελικά, ν’ αποδεσμεύσει ένα τμήμα της ενεχυριασθείσας ποσότητας, 3.000 μ.τ.
προκειμένου να πληρωθούν οι επιταγές της από 16.12.2010 σύμβασης και να καταρτισθεί νέα σύμβαση σε αντικατάσταση της αρχικής από 24.02.2011 για ίση ποσότητα σίτου και ίσης αξίας (810.000 ευρώ), με μεταγενέστερες ημερομηνίες παράδοσης και πληρωμής, (δ) ότι ακολούθησε η αποστολή της από 09.05.2011 επιστολής της αναιρεσίβλητης προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας Τράπεζας στην οποία λεπτομερώς αποτύπωσε αυτή την προηγηθείσα συμφωνία τους τόσο ως προς τις επιταγές που καλύπτονταν από την προσωρινή διαταγή όσο και ως προς τη νέα σύμβαση που, κατ' απαίτηση του, δέχθηκε να καταρτισθεί, περιλαμβάνοντας, μάλιστα, σ’ αυτήν και την ειδικότερη συμφωνία, στην οποία κατέληξαν ως προς την ενδεικτική και τελική τιμή/ΜΤ της πωληθείσας ποσότητας σίτου, (ε) ότι κατά τη δεύτερη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την 03.05.2011, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας Τράπεζας, καθορίσθηκαν όλοι οι όροι που η αναιρεσείουσα αποτύπωσε στην από 09.05.2011 επιστολή της αφού σ’ αυτήν περιλαμβάνονται λεπτομερείς αναφορές που μόνο μετά από διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να καθορισθούν, (στ) ότι, συνεπώς, και ο όρος περί εξάρτησης της αποπληρωμής των επιταγών από την παράδοση των εμπορευμάτων και την επιστροφή αυτών σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πωλητή, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και τελικά συμφωνίας, (ζ) ότι ακολούθησε η τριμερής, πλέον, συνάντηση της 17.05.2011, όπου και τα τρία συμβαλλόμενα μέρη (νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, Σ.
Δ. και νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας), επικύρωσαν την προηγηθείσα συμφωνία και οι δύο εξ αυτών (νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, και Σ. Δ.) υπέγραψαν τα δύο νέα συμφωνητικά, στα οποία περιλαμβάνονται οι ειδικότερες συμφωνίες, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην από 09.05.2011 επιστολή της αναιρεσίβλητης και ιδίως στο συμφωνητικό που αφορά τη νέα σύμβαση της ποσότητας των 4.600 ΜΤ, αξίας 690.000 ευρώ, η) ότι, όσον αφορά τη νέα σύμβαση που καταρτίσθηκε για αγορασθείσα ποσότητα 4.600 μ.τ., παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές (υπ’ αριθμ. ..., ...
και ...), συνολικού ποσού 690.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την 31.07.2012, και (θ) ότι, ακολούθως, απεστάλη από την ενάγουσα, η από 18.05.2011, επιστολή στην οποία επιγραμματικά και μόνον σκιαγραφήθηκαν τα βασικά σημεία της συμφωνίας τους (επιστροφή παλαιών επιταγών, παράδοση νέων επιταγών) χωρίς να περιλαμβάνεται σ’ αυτήν λεπτομερής αναφορά των επιμέρους σημείων, που, κατά τα άνω, εξειδικεύθηκαν, ρητά δηλαδή αναφέρεται και γίνεται δεκτό ότι όλοι οι όροι της συμφωνίας των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και ο επίμαχος όρος περί εξάρτησης της αποπληρωμής των επιταγών από την παράδοση των εμπορευμάτων και την επιστροφή αυτών σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πωλητή, καθορίσθηκαν την 03.05.2011 κατά τη δεύτερη συνάντησή τους, αυτούς δε τους όρους αποτύπωσε στη συνέχεια η ενάγουσα στην από 09.05.2011 επιστολή της.
Δεν γίνεται δηλαδή δεκτό ότι με την επιστολή αυτή προτάθηκαν για πρώτη φορά οι συγκεκριμένοι όροι από την ενάγουσα, ώστε να τίθεται ζήτημα σιωπηρής αποδοχής τους από την εναγομένη για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, όπως αναληθώς εκλαμβάνει η αναιρεσείουσα. Βάσει δε αυτών των περιστατικών είχε υποχρέωση η εναγομένη, εφόσον δεν έλαβε χώρα η παράδοση των πωληθέντων προϊόντων, να επιστρέψει τις επιταγές στην ενάγουσα.
Σημειωτέον ότι τα μεταγενέστερα του ως άνω κρίσιμου χρόνου (της συνομολόγησης δηλαδή του άνω όρου) περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλομένη, αναφορικά με την εξέλιξη της ένδικης συμβατικής σχέσης, ανάγονται στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, προς αιτιολόγηση και ενίσχυση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και δεν επηρεάζουν την ορθότητά του.
Επομένως, ο μοναδικός, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων (των άρθρων 185, 189, 192, 193, 195, 196, 361 του ΑΚ), είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον περιληφθέντα στην επίμαχη σύμβαση πιο πάνω όρο, αφού δέχθηκε σαφώς ότι ο επίμαχος όρος περί εξάρτησης της αποπληρωμής των επιταγών από την παράδοση των εμπορευμάτων και την επιστροφή αυτών σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του πωλητή, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και τελικά συμφωνίας κατά τη συνάντηση των διαδίκων που έλαβε χώρα την 03.05.2011. Κατ’ ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων (των άρθρων 173 και 200 ΑΚ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
[IV] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαρτίου 2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ» για αναίρεση της με αριθ. 2473/2018 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ