1489/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1489/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ο αναιρεσείων παρέστη προσηκόντως στο ακροατήριο, ως εκπροσωπηθείς από τον ως άνω συνήγορο Μ. Μ..
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1489 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1489/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Μαΐου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μ. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2084/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον D. B. του I., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2019 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25 Ιανουαρίου και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1038/2019, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 184/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να απορριφθεί η από 25.01.2019 αίτηση αναίρεσης της απόφασης 2084/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές.
Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο, στην οποία όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς νέα κλήτευση, ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης και τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, κατά την εκφώνηση στη σειρά της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, εμφανίστηκε, ως άγγελος, ο Μ. Μ., Δικηγόρος Αθηνών, και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, για το λόγο ότι, όπως κατά λέξη δήλωσε στο ακροατήριο "Η δικηγόρος του κατηγορουμένου Β.
Π. δεν μπορεί εμφανιστεί, έχει καρκίνο. Μου έστειλε το εξιτήριο του νοσοκομείου. Με παρακάλεσε να ζητήσω αναβολή. Εάν δεν γίνει δεκτό, θα ζητήσω να κρατηθεί για να δω αν θα παραστώ". Όμως, από τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν προκύπτει ότι η προαναφερόμενη συνήγορος του αναιρεσείοντος δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ότι συνακόλουθα συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση για αναβολή και, συνεπώς, πρέπει, ενόψει και του χρόνου κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος και της ανάγκης για διασφάλιση της ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, να απορριφθεί το εν λόγω αίτημα.
Μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη του αιτήματος αναβολής, ο αναιρεσείων παρέστη προσηκόντως στο ακροατήριο, ως εκπροσωπηθείς από τον ως άνω συνήγορο Μ. Μ..
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετo κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, συνιστώσα επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, υπάρχει δε τέτοια βλάβη (ζημία) σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της, ενώ εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια του άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά (ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα), τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.
Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.
Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, όπως προεκτέθηκε, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.
Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.
Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη η ανοχή του_παραπλανηθέντος.
Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.
Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους απόφασης αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε, από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου.
Όμως, τελείται μία πράξη απάτης και όταν γίνονται συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατηθέν πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, ο δε χρόνος τέλεσης της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 2084/2018, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, κατά πλειοψηφία δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΠΕ" συνεστήθη δυνάμει της …98/4-4-2005 πράξης της συμβολαιογράφου Β. Μ., νομίμως δημοσιευθείσας, με έδρα τα Ν. ... και αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας την ανέγερση οικοδομών επί αντιπαροχή, ή σε οικόπεδα και η πώληση αυτών, η ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων τεχνικών έργων εργολαβικώς, ή η ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων τεχνικών έργων, και η έκδοση οικοδομικών αδειών και λοιπές συναφείς εργασίες.
Ο εγκαλών κατά τον Μάιο του 2011, επιθυμώντας ν' αποκτήσει εξοχική κατοικία στα ..., απευθύνθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο Τ. Α., ως νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας. Αυτός, υπό την ως άνω ιδιότητά του, του παρέστησε ότι η εν λόγω εταιρία "έχει στην κυριότητα της στα ... ένα διαμέρισμα επί της οδού ... ... μικτού εμβαδού 49,36 τμ ελεύθερο βάρους, χρέους υποθήκης και κατάσχεσης" πείθοντάς τον, με τις ως άνω παραστάσεις περί του ακινήτου, να προβεί στην υπογραφή του με αριθμού …49/27.4.2012 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Χ.
Δ., με το οποίο η ανωτέρω εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει την ανωτέρω οικία έναντι συνολικού τιμήματος 69.000 ευρώ από το οποίο ο εγκαλών κατέβαλε το ποσό των 41.000 ευρώ, όπως τούτο (καταβολή) διαλαμβάνεται στο προηγουμένως καταρτισθέν μεταξύ των ιδίων από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό περί της μεταβιβάσεως του άνω ακινήτου.
Ωστόσο, οι παραπάνω παραστάσεις του πρώτου κατηγορουμένου, ως προς το ότι το πωλούμενο ακίνητο ήταν "ελεύθερο βάρους, χρέους υποθήκης και κατάσχεσης", ήταν ψευδείς, καθόσον, η αλήθεια την οποία γνώριζε οι κατηγορούμενος είναι ότι στο ανωτέρω ακίνητο ως και στο σύνολο του οικοπέδου είχε εγγράφει υποθήκη υπέρ της Τράπεζας ….
ποσού 4.116.000,00 ευρώ δυνάμει των με αριθμών 2335/2007, 2336/2007 και 891/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αλήθεια, την οποία, αν γνώριζε ο εγκαλών δεν θα προερχόταν στην παραπάνω συμφωνία. Ο κατηγορούμενος δε, προέβη στην ανωτέρω πράξη έχοντας ως σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με την αξία του ανωτέρω ακινήτου βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία των ως άνω παθόντα-αγοραστή.
Στην ως άνω κρίση του δε, το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, στο οποίο στηρίζει το συμπέρασμά του, χωρίς ν' αναιρείται η εν λόγω κρίση από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, πλήρως δε επικυρώνεται αυτή από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, επισημαινομένου ο πρώτος κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ούτε την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου, ούτε την είσπραξη του ποσού των 41.000 ευρώ, ούτε την άγνοια του εγκαλούντος περί της υφιστάμενης εγγραφής υποθήκης.
Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της διάπραξης της παραπάνω απάτης, την οποία, όμως, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, αυτός διέπραξε αυτήν ενεργώντας, μόνος του, κι όχι από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα. Τούτο δε, διότι κατά την άνω πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η τέλεση της αποδιδόμενης στους δεύτερα και τρίτη των κατηγορουμένων πράξης της από κοινού (και με τον πρώτο κατηγορούμενο) απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, καθόσον προέκυψε ότι αυτοί ήταν κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο απλώς συνεργάτες του πρώτου κατηγορουμένου στην διεκπεραίωση των σχετικών με την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία υποχρεώσεών του, και δη, η δευτέρα κατηγορουμένη εργαζόταν ως γραμματέας του, συνισταμένης της εργασίας της στην επίδειξη προς πώληση ακινήτων και, έχοντας γνώση της ρωσσικής γλώσσας, στην εξυπηρέτηση των υποψηφίων Ρώσων αγοραστών, ο δε τρίτος κατηγορούμενος έχοντας αντικείμενο εργασίας την, επίσης επίδειξη των προς πώληση ακινήτων και την σχετική εξυπηρέτηση των πελατών.
Στο πλαίσιο αυτό, των καθηκόντων τους και δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο ως εκπρόσωπο της προαναφερθείσης ΕΠΕ, προς την δευτέρα κατηγορουμένη, Β. Μ., βάσει του υπ' αριθμ. ...91/18-10-2011 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Χ. Δ., η δευτέρα κατηγορουμένη υπέγραψε για λογαριασμό αυτού (υπό την ως άνω ιδιότητά του) κατά την σύνταξη του παραπάνω με αριθμό ….49/27.4.2012 προσυμφώνου, ενώ δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας εκ μέρους του εγκαλούντος, βάσει του υπ' αριθμ.
…21/20-5-2011 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Σ. Κ. υπέγραψε στο ίδιο προσύμφωνο ο Γ. Γ., για λογαριασμό του εγκαλούντος. Από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν αποδεικνύεται ότι, πέραν της προαναφερθείσης δραστηριότητάς τους, οι ανωτέρω δευτέρα και τρίτος των κατηγορουμένων, γνώριζαν τις προαναφερθείσες ψευδείς παραστάσεις, και, εν τούτοις, με δόλο ενήργησαν από κοινού με τον πρώτο, έχοντας κοινό σκοπό τον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Επομένως, πρέπει οι δευτέρα και τρίτος των κατηγορουμένων να κηρυχθούν αθώοι....". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της απάτης, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1ον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στα Ν. ...
και στην …. το χρονικό διάστημα από Μάιο του 2011 έως Απρίλιο του 2012 έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψει ξένη περιουσία, έπεισε κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα εμφάνισε στον εγκαλούντα D. B. του I. ότι η εταιρία με την επωνυμία ...
ΕΠΕ, της οποίας αυτός είναι νόμιμος εκπρόσωπος ότι έχει στην κυριότητα της στα ... ένα διαμέρισμα επί της οδού ... ... μικτού εμβαδού 49,36 τμ ελεύθερο βάρους, χρέους υποθήκης και κατάσχεσης και με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να προβεί στην υπογραφή του με αριθμού ….49/27.4.2012 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Χ. Δ. με το οποίο η ανωτέρω εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει την ανωτέρω οικία και να καταβάλλει το ποσό των 41.000 ευρώ έναντι του συνολικού τιμήματος 69.000 ευρώ τιμήματος, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος είναι ότι στο ανωτέρω ακίνητο ως και στο σύνολο του οικοπέδου είχε εγγράφει υποθήκη υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 4.116.000,00 ευρώ δυνάμει των με αριθμών 2335/2007, 2336/2007 και 891/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, προέβη δε ο κατηγορούμενος στην ανωτέρω πράξη έχοντας ως σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με την αξία του ανωτέρω ακινήτου βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία των ως άνω παθόντα αγοραστή".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ.
α' του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα και σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται, εκτός από τα συγκροτούντα την υποκειμενική στάση του παραπάνω εγκλήματος στοιχεία, ο τόπος τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, ο χρόνος τέλεσης της εν λόγω πράξης και το ύψος της περιουσιακής ζημίας του παθόντος D.
B.. Πιο συγκεκριμένα: α) Ως τόπος τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης αναφέρονται τα Ν. ... και η …. β) Ως προς το χρόνο τέλεσης της ίδιας αξιόποινης πράξης πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος έχει τελεστεί άπαξ με ψευδείς παραστάσεις επαναληφθείσες μέχρις ότου επιτευχθεί η επιδιωχθείσα πλάνη, δεν υπάρχει δε σ' αυτή (απόφαση) παραδοχή για κατ' εξακολούθηση τέλεση της εν λόγω αξιόποινης πράξης.
Από τη συλλογιστική του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα στις 27-4-2012, οπότε καταρτίστηκε μεταξύ, αφενός μεν της εξουσιοδοτηθείσας από αυτόν (αναιρεσείοντα), δυνάμει του πληρεξουσίου με αριθμό …91/18-10-2011 της Συμβολαιογράφου Χ.
Δ., Β. Μ. (δεύτερης εκκαλούσας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας), η οποία ενεργούσε για λογαριασμό αυτού (αναιρεσείοντος) υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", αφετέρου δε του εξουσιοδοτηθέντος από τον παθόντα D. B., δυνάμει του πληρεξουσίου με αριθμό …21/20-5-2011 του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Κ., Γ. Γ. (τρίτου εκκαλούντος ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας), ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του παθόντος, το προσύμφωνο με αριθμό ….9/27-4-2012 της προαναφερόμενης Συμβολαιογράφου Χ. Δ., με το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η μεν προαναφερθείσα εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον παθόντα το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο (διαμέρισμα), για το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων είχε παραστήσει στον παθόντα εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτό ήταν ελεύθερο βάρους, χρεών υποθήκης και κατάσχεσης, ο δε παθών (ανέλαβε την υποχρέωση) να καταβάλει στην εν λόγω εταιρία το ποσό των 41.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, κατά τις ίδιες παραδοχές, με τον τρόπο που ορίζεται στο από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, έναντι του συνολικού τιμήματος των 69.000 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η αξία του εν λόγω διαμερίσματος.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν χρειαζόταν να προσδιορίσει ειδικότερα το χρόνο τέλεσης της εν λόγω αξιόποινης πράξης, αφού ο χρόνος αυτός δεν επιδρούσε στην παραγραφή αυτής, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρχε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου της πράξης αυτής λόγω παραγραφής.
γ) Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται με σαφήνεια ότι η επελθούσα στον παθόντα από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιουσιακή ζημία ανέρχεται στο ποσό των 41.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με τον οριζόμενο στο από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό τρόπο, ενώ το ποσό των 69.000 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνολική αξία του εν λόγω ακινήτου, αποτελούσε τη σκοπούμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία του παθόντος και το αντίστοιχο δικό του σκοπούμενο όφελος, στοιχεία, δηλαδή, που ανάγονται στην υποκειμενική υπόσταση της επίδικης αξιόποινης πράξης και δεν ταυτίζονται με το αντικειμενικό στοιχείο της κατά τα άνω επελθούσας ζημίας.
Έτσι, ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα προαναφερθέντα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω αξιόποινης πράξης. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος (ως προς το πρώτο σκέλος και ως προς το πρώτο μέρος του δεύτερου σκέλους) της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι: 1) στα αναγνωστέα έγγραφα δεν περιλαμβάνονταν και δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας:
α) η έγκληση του πολιτικώς ενάγοντος, β) το από 9-3-2015 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων από τον ίδιο με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα, ήτοι: το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, η απόφαση 16/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και η από 16-7-2013 αίτησή του προς την πιστώτρια Τράπεζα για ολική άρση των προσημειώσεων υποθήκης και 2) το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του το απολογητικό του υπόμνημα, το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, την από 16-7-2013 αίτησή του προς την πιστώτρια Τράπεζα για ολική άρση των προσημειώσεων υποθήκης και τα συμβόλαια με αριθμούς …91/26-7-2008, …17/7-8-2007, …94/27-6-2008, …941/22-1-2009, …344/26-1-2011, ….147/7-11-2011, …15/7-11-2011, …065/11-7-2008, …165/29-7-2008 και …93/27-6-2008.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές είναι αβάσιμες, διότι, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το από 9-3-2015 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων από τον αναιρεσείοντα, η από 16-7-2013 αίτηση αυτού προς την πιστώτρια Τράπεζα για ολική άρση των προσημειώσεων υποθήκης και η έγκληση του πολιτικώς ενάγοντος δεν συμπεριλήφθηκαν στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε συνυποβλήθηκαν ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να τα λάβει υπόψη του, ως μη αποτελέσαντα στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας• η απόφαση 16/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας περιλήφθηκε στα αναγνωστέα έγγραφα και αναγνώστηκε• το από 18-5-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό προσκομίστηκε από το συνήγορο της τότε δεύτερης κατηγορούμενης, Β.
Μ. και αναγνώστηκε και, τέλος, τα φωτοτυπικά αντίγραφα των προμνημονευθέντων συμβολαίων προσκομίστηκαν από το συνήγορο της ίδιας κατηγορούμενης και αναγνώστηκαν, για την περί ενοχής δε του αναιρεσείοντος κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας είναι βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και, επομένως, συνεκτίμησε και εκείνα αφού δεν τα εξήρησε ρητά, χωρίς να προκύπτει ότι έγινε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου από αυτά.
Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς το δεύτερο μέρος του δεύτερου σκέλους του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο,σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εφόσον η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την απάτη σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, (δηλ.
φυλάκιση τουλάχιστον 10 ημερών κατ' άρθρ. 53 Π.Κ., αντί εκείνης των 3 μηνών, που προβλεπόταν προηγουμένως), και, συνεπώς, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 511 εδ. δ' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις περί ποινής διατάξεις της και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα αναβολής.
Αναιρεί την απόφαση, με αριθμό 2084/2018, του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς τις περί ποινής διατάξεις της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης (ασκηθείσα με δήλωση, που εκδόθηκε αυθημερόν στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) του Α. Τ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ