Legislator Case Law & Legislation
1489/2017 AI generated

1489/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1489/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1489/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 5-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1489 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1489/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Β. του Ν., κατοίκου ... και 2) Π. Β. του Ν., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θανόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Κ., Δικηγόρου, κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως συνδίκου της Ενώσεως των Πιστωτών της πτωχεύσεως του Π. Β. του Ν., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και δήλωσε στο σημείο αυτό ότι διορίζει και δεύτερο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2011 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1410/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 580/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 5-4-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αποτελούν "πράγματα" και κατά συνέπειαν, αν δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (Α.Π.224/2016) Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν (Α.Π.536/2011, 705/2011, 604/2009).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α’ και 22β’ του ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", 31 και 32 του Εμπ. Ν., 68, 714, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανωνύμου εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την εκ πταίσματος αυτών προξενουμένη στην εταιρεία ζημία και ότι η ευθύνη αυτών υφίσταται και κατά τα άρθρα 914 και 919 του Α.Κ.

όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή των αποτελεί και αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων τούτων που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας, που νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους του άρθρου 22β’ του ν. 2190/1920.

Οι κατ’ ιδίαν μέτοχοι της εταιρείας, που τυχόν υφίστανται έμμεση ζημία είτε από πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών είτε από μείωση της εσωτερικής αξίας αυτών είτε ένεκα της διανομής μικροτέρου μερίσματος, δεν έχουν και αυτοί παράλληλη αξίωση αποζημιώσεως για τη ζημία αυτή, διότι, ως τρίτοι, δεν συνδέονται με τα μέλη της διοικήσεως και διότι πρόκειται για έμμεση ζημία τους, που δεν ανορθώνεται έναντι αυτών κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 Α.Κ., στην περίπτωση δε της αδικοπραξίας κατά τα άρθρα 914 και 919 Α.Κ., καθόσον, από τα άρθρα αυτά σε συνδυασμό προς τα προηγούμενα, προκύπτει ότι δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι ο αμέσως εκ της αδικοπραξίας ζημιωθείς, ο οποίος και νομιμοποιείται να στραφεί κατά του υπαιτίου, όχι δε (εκτός των ρητών εξαιρέσεων των άρθρων 928 και 929 παρ. 2 ΑΚ), και οι εμμέσως εκ της αδικοπραξίας ζημιωθέντες.

Επιπροσθέτως δε οι διατάξεις αυτές συμπορεύονται προς τα οριζόμενα με τα άρθρα 22α και 22β του ν. 2190/1920, με τα οποία ρυθμίζονται τα της ευθύνης των μελών της διοικήσεως της ανωνύμου εταιρείας έναντι της εταιρείας και τα της ασκήσεως της σχετικής αγωγής από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως ή αιτήσεως μετόχων, εκπροσωπούντων το 1/3 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, εκ των οποίων συνάγεται ότι δεν δημιουργείται ευθύνη των μελών της διοικήσεως έναντι των κατ’ ιδίαν μετόχων και δεν παρέχεται σ’ αυτούς δικαίωμα ατομικής αγωγής προς αποκατάσταση της έμμεσης ζημίας τους, η οποία αποκαθίσταται με την άσκηση από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας της σχετικής αγωγής (Α.Π. 1888/2005, 5/2006, πρβλ Α.Π.1648/2014, 1947/2006, 1285/1980).

Κατ’ εξαίρεση μόνο η ευθύνη των μελών της διοικήσεως εκτείνεται και έναντι των κατ’ ιδίαν μετόχων, οι οποίοι και αποκτούν αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως, όταν η ζημιογόνος πράξη των τελευταίων, αυτοτελώς θεωρουμένη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή και ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση (Α.Π. 1298/2006, 1698/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδιαιτέρως της ενδίκου ανακοπής, της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται συνοπτικώς στην προσβαλλομένη απόφαση και στην κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες Ι.

και Π. Β. του Ν., με την ένδικη (από 7-6-2011) ανακοπή αυτών, κατ’ άρθρο 596 του ΕμπΝ, ισχυρίζονται ότι σε βάρος του αδελφού αυτών Π. Β. που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, με την υπ’ αριθμ. 1444/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατηρούν απαίτηση, ύψους 25.638.900 δολαρίων ΗΠΑ ή 28.592.170 ευρώ έκαστος, όπως αυτή περιγράφεται στην (ενσωματωμένη στην ανακοπή) από 23-11-2001 αγωγή, την οποία είχαν ασκήσει ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου και δεν συζητήθηκε, καθόσον προηγήθηκε η κήρυξη του εναγομένου σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Στην αγωγή τους δε αυτή εξέθεσαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: Την 2-7-1973 απεβίωσε στην Αθήνα ο Ν. Β., πατέρας των ανακοπτόντων(ήδη αναιρεσειόντων), του πτωχού και του(μη διαδίκου) Δ. Β. και με την νομίμως δημοσιευθείσα από 27-7-1971 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του τα ως άνω τέσσερα τέκνα του, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστο σε ολόκληρη την περιουσία του, στην οποία περιλαμβάνονται και οι μετοχές των πλοιοκτητριών ανωνύμων εταιρειών που εδρεύουν στον Παναμά: (εκατό μετοχές εκάστη εταιρεία) α) ...

S.A., β... S.A., γ) ... S.A., δ) ... S.A. και ε) ... S.A., διαχειρίστριας των λοιπών ως άνω εταιρειών. Ελλείψει συμφωνίας των συγκληρονόμων ως προς τον τρόπο διοικήσεως των επικοίνων μετοχών τους, εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως του Π. Β., η υπ’ αριθμ. 25031/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν διορίσθηκαν προσωρινοί διαχειριστές ο ίδιος και ο αδελφός τους και συγκληρονόμος Δ.

Β., προκειμένου να συγκροτήσουν έκτακτες γενικές συνελεύσεις των μετόχων με θέμα ημερησίας διατάξεως την εκλογή νέου Δ.Σ. για κάθε εταιρεία, να μετάσχουν στις συνελεύσεις αυτές, να ψηφίσουν τα θέματα ημερησίας διατάξεως και να εκλέξουν ως μέλη του Δ.Σ. τα κατά την κρίση τους κατάλληλα πρόσωπα, ακόμη και τους ίδιους.

Οι διορισθέντες προσωρινοί, ως άνω, διαχειριστές, διόρισαν τους εαυτούς των και τον Σ. Σ. ως μέλη των Δ.Σ. των προαναφερομένων εταιρειών, δεν θεώρησαν δε αναγκαίο να ζητήσουν από τα απερχόμενα μέλη της διοικήσεως εκάστης των εταιρειών την παραμικρή εξήγηση ή πληροφορία ως προς τη δράση τους. Επί αντιθέτων αγωγών των ανακοπτόντων και του Π.

Β. για τον ορισμό οριστικού διαχειριστού, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 9960/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διόρισε οριστικούς διαχειριστές των προειρημένων εταιρειών τον Π. Β. και τον δικηγόρο Π.-Σ. Α.. Ο Π. Β. ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος των πλοιοκτητριών εταιρειών και της διαχειρίστριας αυτών εταιρείας παρέλαβε τη διαχείριση των εταιρειών χωρίς να ζητήσει λογοδοσία από τα απελθόντα μέλη των διοικητικών συμβουλίων, υιοθέτησε τον προηγούμενο τρόπο διοικήσεώς των, δηλαδή τη συνδιοίκηση και συνδιαχείριση, με άλλες εταιρείες του Ομίλου "...".

Ειδικότερα δε συνέχισε και ανέχθηκε την τακτική της μέσω της διαχειρίστριας των λοιπών εταιρειών εταιρείας ... SA, διοχετεύσεως πόρων προς άλλες εταιρείες του Ομίλου "...", ήτοι εταιρείες με διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς από αυτό των ως άνω παναμαϊκών εταιρειών, ιδίως μέσω της διοχετεύσεως των εξόδων των άλλων εταιρειών στη διαχειρίστρια εταιρεία.

Κατά παράβαση της από 20-1-1996 συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ των κληρονόμων του Ν. ... και των προηγουμένων διαχειριστών της περιουσίας των Β. και Θ. ..., με βάση την οποία η διαχειρίστρια, ως άνω, εταιρεία και κατ’ επέκταση και οι πλοιοκτήτριες εταιρείες απαλλάσσονταν από τα χρέη που υπήρχαν έως το χρόνο ενεργοποιήσεως της συμφωνίας της (15-3-1996), τα οποία θα αναλάμβαναν οι έως τότε διαχειριστές στους οποίους εκχωρήθηκαν αντιστοίχως και οι απαιτήσεις των εταιρειών προς τρίτους, ο Π.

Β. επέτρεψε ηθελημένα και εν γνώσει του επιζήμιου αποτελέσματος, άλλως δε από αμέλεια τη χρέωση ή πληρωμή από τις πλοιοκτήτριες εταιρείες των οφειλόμενων χρεών και κατ’ επέκταση τη μείωση των αποτελεσμάτων της εμπορικής τους δραστηριότητος, προς όφελος άλλων (φυσικών ή νομικών) προσώπων. Συγκεκριμένα δε αυτός, ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίων όλων των ως άνω κοινών εταιρειών και διαχειριστής του συνόλου των μετοχών αυτών :

α) ενέκρινε να εγγραφεί ως οφειλόμενο από τις ως άνω εταιρείες και να πληρωθεί από αυτές μετά την 15-3-1996 το χρηματικό ποσό των 24.016.000 δολ. ΗΠΑ, όπως αναλύεται στην ανακοπή, αν και αυτό εμφανιζόταν ως οφειλόμενο πριν την 15-3-1996 και μη βαρύνον εντεύθεν τις εταιρείες, των οποίων και μειώθηκαν τα κέρδη κατά το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 31-12-1999 επιβάρυνε τη διαχειρίστρια εταιρεία "...

S.A.", με αδικαιολόγητες δαπάνες συνολικού ύψους 14.351.300 δολ. ΗΠΑ, όπως αναφέρονται στην ανακοπή, οι οποίες στη συνέχεια επιμερίστηκαν στις μεταξύ των πλοιοκτητριών εταιρειών, προκαλώντας αντίστοιχη ισόποση μείωση των κερδών τους, επιφέροντας ισόποση μείωση των κερδών τους, γ) κατά την αυτή ως άνω χρονική περίοδο ανέχθηκε και ενέκρινε να επιβαρυνθούν αδικαιολογήτως οι πλοιοκτήτριες εταιρείες με δαπάνες συνολικού ύψους 43.900.000 δολ.

ΗΠΑ, όπως αναλύονται στην ανακοπή, τις οποίες κατέβαλε η διαχειρίστρια εταιρεία, χωρίς όμως να υπάρχει πράγματι υποχρέωση των πλοιοκτητριών εταιρειών. Ειδικότερα η διαχειρίστρια εταιρεία, με την συναίνεση του Π. Β., ο οποίος ενήργησε εν γνώσει και προς τον σκοπόν της μειώσεως των κερδών των πλοιοκτητριών εταιρειών, άλλως από αμέλειά του , προέβη στη χρέωση των πλοιοκτητριών εταιρειών ή στην πληρωμή χρηματικών ποσών, προς εξυπηρέτηση χρεών και γενικότερα επιχειρηματικών σκοπών άλλων εταιρειών, ξένων προς τις επιβαρυνόμενες πλοιοκτήτριες εταιρείες και δ) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ανέλαβε σταδιακά από τα χρηματικά διαθέσιμα της διαχειρίστριας εταιρείας το συνολικό χρηματικό ποσό των 20.288.300 δολ.

ΗΠΑ, εξοφλώντας προσωπικές του υποχρεώσεις ή χρησιμοποιώντας αυτά κατά βούληση για άλλους προσωπικούς τους λόγους. Έτσι ο Π. Β., κατά παράβαση της υποχρεώσεως που είχε ως διαχειριστής να ασκήσει τη διαχείριση των μετοχών με την απαιτουμένη στις συναλλαγές αντικειμενική κρίση, ευθύτητα και εντιμότητα προς το συμφέρον όλων των κοινωνών και παρότι είχε την εξουσία και τη δυνατότητα συγκλήσεως γενικής συνέλευσης των μετόχων, προκειμένου να αποκλείσει τις ως άνω χρεώσεις και τις σχετικές αποφάσεις, να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου προς αυτές ή να προβεί στην ανάκληση αυτών, ουδέν έπραξε σχετικώς, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία σε καθένα από τους ανακόπτοντες, ανερχομένη στο 1/4 των προαναφερομένων ποσών που ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 102.555.600 δολλαρίων ΗΠΑ (24.016.000 + 14.351.300 + 43.900.000 + 20.288.300= 102.55.5.600), ήτοι στο ποσό των (102.555.600 : 4) 25.638.900 δολλαρίων ΗΠΑ, διότι κατά τα ποσά αυτά μειώθηκαν τα κέρδη των εταιρειών και απώλεσαν οι μέτοχοι τα μερίσματα, τα οποία θα διενέμοντο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων σ’ αυτούς, εάν ο διαχειριστής ασκούσε προσηκόντως τα καθήκοντά του.

Ο Π. B. προέβη σε όλες τις ανωτέρω πράξεις του εν γνώσει, άλλως από αμέλεια και πάντως κατά κατάχρηση της δικαστικής εντολής που έλαβε για την διοίκηση και διαχείριση των κοινών μετοχών και συνεπώς έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής να αποκαταστήσει την ζημία που υπέστησαν, κατά τα ανωτέρω, οι ανακόπτοντες.

Άλλως δε οι προεκτεθείσες ενέργειές του έγιναν από πρόθεση και με σκοπό να προξενήσουν βλάβη στους ανακόπτοντες κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και ως τοιαύτες εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρο 919 Α.Κ. και δημιουργούν υποχρέωσή του προς αποζημίωση αυτών. Την απαίτησή τους δε αυτή, κατά του πτωχεύσαντος ήδη Π.

Β., οι ανακόπτοντες αναγγέλλουν με την ένδικο ανακοπή, δηλώνοντας συνάμα ότι δεν άρχισε ακόμη η διανομή του προϊόντος της εκκαθαρίσεως. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ανακόπτοντες ζητούν να αναγνωρισθούν πτωχευτικοί πιστωτές του Π. Β. του Ν. για την ρηθείσα απαίτησή του έκαστος να γίνει εξέλεγξη και επαλήθευση της εν λόγω απαιτήσεώς των, προκειμένου να εγγραφούν στον κατάλογο των πιστωτών της πτωχεύσεως και να πληρωθούν για το συνολικό ποσό αυτής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι η ανακοπή, υπό το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον οι ανακόπτοντες, ως εμμέσως ζημιωθέντες εκ των αναφερομένων ενεργειών του προέδρου των διοικητικών συμβουλίων των ως άνω εταιρειών και διαχειριστού των μετοχών τους, δεν δικαιούνται αποζημιώσεως και εντεύθεν δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση κατ’ αυτού της ενδίκου αγωγής, επικαλούμενοι την έμμεση ζημία που υπέστησαν από την απώλεια των κερδών των εταιρειών και συνακολούθως των μερισμάτων τους ως μετόχων των ιδίων εταιρειών.

Αντιθέτως, στην άσκηση της ενδίκου αγωγής ενομιμοποιούντο, μόνο τα αμέσως εκ των ενεργειών του καθ’ ου η ανακοπή, ζημιωθέντα νομικά πρόσωπα των ανωνύμων εταιρειών, κατά τους όρους του άρθρου 22β’ του ν. 2190/1920, και κατόπιν σχετικής αιτήσεως των ιδίων (ανακοπτόντων), ως εκπροσωπούντων, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή το 1/2 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, στην οποία όμως δεν προέβησαν.

Επί πλέον το Εφετείο έκρινε ότι υφίσταται και ζήτημα παθητικής νομιμοποιήσεως των ανακοπτόντων στην άσκηση της ενδίκου ανακοπής μόνον κατά του εκπροσωπουμένου από τη σύνδικο του πτωχού Π. Β., διότι, κατά τα ιστορούμενα στην ανακοπή αυτός δεν ήταν ο μόνος διαχειριστής των εταιρειών και των κοινών μετοχών, αλλά συνδιαχειριστής αυτών κατά μεν το χρονικό διάστημα από 13-9-1996 έως 28-5-1999 μετά του αδελφού των Δ.

Β., κατά δε το χρονικό διάστημα από 28-5-1999 και εντεύθεν μετά του δικηγόρου Π. Α., κατά των οποίων δεν στρέφεται η υπό κρίση ανακοπή και η ενσωματωμένη σ’ αυτήν αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 18, 22α’ και 22β’ του ν. 2190/1920, 68 του Κ.Πολ.Δ., 713 επ. 297, 298 914 και 919 του Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. , οι περί του αντιθέτου δε τρεις πρώτοι λόγοι του αναιρετηρίου τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως ισχυρίζονται ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής των έκρινε ενιαίως τις πράξεις και παραλείψεις του πτωχού, Π. Β., ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου των εταιρειών και ως διαχειριστού των επικοίνων μετοχών, παραλείποντας να ερευνήσει αυτοτελώς την ευθύνη τούτου εκ της δευτέρας, ως άνω, ιδιότητος του, συνισταμένη στην μη άσκηση του έργου της διοικήσεως και διαχειρίσεως των μετοχών με την απαιτουμένη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα και προς το συμφέρον όλων των μετόχων, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κερδοφορία τους, επί της οποίας και θεμελιούται η ένδικη αξίωσή των προς αποζημίωση.

Έτσι δε το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τον αυτοτελή ως άνω ισχυρισμό τους υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (πρώτος λόγος) και συνακολούθως στην από το αριθμό 1 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (δεύτερος λόγος), παραβιάζοντας τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη ανακοπή τους.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της ενδίκου ανακοπής, το κύριο μέρος του οποίου παρατίθεται ανωτέρω, οι ζημιογόνες ενέργειες που αποδίδονται με αυτήν στον Π. Β. , αφορούν την άσκηση των καθηκόντων του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διαχειριστού των ανωνύμων εταιρειών (πλοιοκτητριών και διαχειρίστριας αυτών) και όχι ως διαχειριστού των μετοχών των εν λόγω εταιρειών.

Επομένως το Εφετείο, κατ’ ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής δεν προέβη σε διαχωρισμό των δύο ως άνω ιδιοτήτων του και σε ιδιαιτέρα αντιμετώπιση της τελευταίας, ως προς την οποία άλλωστε δεν του αποδίδονται συγκεκριμένες και αυτοτελείς ενέργειες, αλλά προσέβλεψε στην κυρία ιδιότητα αυτού ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διαχειριστού των εταιρειών, κρίνοντας ακολούθως ότι οι τελευταίες είναι και οι αμέσως ζημιούμενες, εκ των ιστορουμένων στην ανακοπή ενεργειών του, και νομιμοποιούμενες εντεύθεν στην άσκηση της αντιστοίχου αγωγής, ενώ η ζημία των ανακοπτόντων, συνεπεία μη διανομής του αντιστοιχούντος στις μετοχές τους μερίσματος είναι έμμεση και ως τοιαύτη δεν αποκαθίσταται αμέσως παρ’ αυτού, αλλά μόνο μέσω του νομικού προσώπου των εταιρειών.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την επικουρική αιτιολογία της ότι η ένδικος ανακοπή πάσχει και ως προς την παθητική νομιμοποίηση, απευθυνομένη μόνο κατά του Π. Β. όχι δε και κατά ων λοιπών συνδιαχειριστών των εταιρειών, ισχυριζόμενοι αφ’ ενός μεν ότι ο Π. Β. ήταν ο μόνος διαχειριστής κατά το χρονικό διάστημα από 31-7-1997 έως 28-5-1999, αφ’ ετέρου δε ότι αυτός και κατά το διάστημα που ήταν συνδιαχειριστής με τον Δ. ... (αρχικώς) και τον Π. Α. εν συνεχεία, ήταν ο μόνος που προέβη υπαιτίως σε όλες τις ζημιογόνες διαχειριστικές ενέργειες που περιγράφονται στην ανακοπή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αβάσιμος ως αλυσιτελής, καθόσον αφορά επικουρική αιτιολογία της αποφάσεως που δεν στηρίζει το διατακτικό της, το οποίο θεμελιώνεται αποκλειστικώς, ως ήδη εξετέθη, στην κρίση του Εφετείου ότι η ανακοπή τυγχάνει νόμω αβάσιμη. Ανεξαρτήτως βεβαίως του ότι ο λόγος αυτός είναι και κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αφού η αυτοτελής δράση του συνδιαχειριστού, δεν αναιρεί αφ’ εαυτής την ευθύνη των λοιπών διαχειριστών.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 535, 176, 178, 183 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το Εφετείο που εξαφανίζει, είτε εν όλω, είτε εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και αποφασίζει οριστικώς επί της υποθέσεως εξαφανίζει και την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη της τελευταίας και προσδιορίζει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς εφ’ όσον υποβάλλεται σχετικό αίτημα του διαδίκου. Ως προς την τελική δε κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων εφαρμόζεται η αρχή της ήττας, που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται με το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, ενώ ο συμψηφισμός όλων των εξόδων ή μέρους αυτών για το λόγο ότι η ερμηνεία του κανόνος δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής, κατ’ άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ., απόκειται στην κυριαρχική κρίση, του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως (Α.Π.192/2016, 19/2014,1533/2008, 433/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση, κατά παραδοχήν της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την ανακοπή και είχε καταδικάσει τους ανακόπτοντες σύμφωνα με το άρθρο 596 παρ. 2 του ΕμπΝ στην πληρωμή δικαστικής δαπάνης ύψους 274.000 ευρώ, εχώρησε στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και στην απόρριψη της ανακοπής, καταδικάζοντας τους ανακόπτοντες ήδη αναιρεσείοντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο καθόρισε στο ποσό των 40.000 ευρώ, συμψήφισε δε κατά τα λοιπά μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη, λόγω του δυσερμηνεύτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, 10, 11 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 596 ΕμπΝ, 176, 178 179 και 189 Κ.Πολ.Δ., διότι η επιδικασθείσα σε βάρους τους δικαστική δαπάνη είναι μεγάλη και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική δαπάνη στην οποία υπεβλήθη η σύνδικος της πτωχεύσεως, η οποία και μόνο έπρεπε να επιδικασθεί, και μάλιστα με την υποβολή από την τελευταία του προβλεπομένου στο άρθρο 190 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καταλόγου εξόδων της, που όμως δεν υπεβλήθη απ’ αυτήν.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, κατ’ ορθήν ερμηνείαν και εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων, επέβαλε σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθησαν ενώπιον του, μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου και συμψήφισε κατά τα λοιπά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική των δαπάνη, λόγω του δυσερμηνεύτου, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.

Επίσης κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογήν των αυτών διατάξεων επέβαλε την ανωτέρω δαπάνη σε βάρος των αναιρεσειόντων μολονότι δεν υποβλήθηκε από την αντίδικο τους ο κατάλογος εξόδων του άρθρου. 190 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αφού και χωρίς τον κατάλογο αυτό υπήρχε δυνατότητα, κατ’ άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προβεί στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα, όπως δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, προκύπτει άλλωστε και από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου .

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Σεπτεμβρίου 2015 αίτηση: 1) της Ι. Ν. ... και 2) του Π. Ν. ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 580/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ