1489/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1489/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 1325/1972), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Full text
Απόφαση 1489 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1489/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της ΒΜ648/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με κατηγορούμενους τους: 1) Γ. Θ. του Δ., κάτοικο ... και 2) Λ. Θ. του Δ., κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα Γάρδα - Ρεμούνδου.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 6/4 Μαρτίου 2014 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2014.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο των κατηγορουμένων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α’ Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 504 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως, συνεπώς και αυτής, που κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω μη υπάρξεως εγκλήσεως (άρθρ. 370 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ.), οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. λόγους, μεταξύ των οποίων και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ.), η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή ή αποφάσισε κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία (θετική υπέρβαση εξουσίας), ή παρέλειψε να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Περίπτωση αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως, ενώ η έγκληση είχε υποβληθεί νομοτύπως και έπρεπε αυτό να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με αριθμό 6/4-3-2014, κατά της υπ’ αριθ. ΒΜ 648/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, Λ. Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Δ., ελλείψει νομότυπης εγκλήσεως για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, προ της κατά την 13-3-2014 καταχωρίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο άνω βιβλίο, με μοναδικό λόγο την υπέρβαση εξουσίας, οπότε είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 1 του Ν.Δ. 1325/1972), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά την παράγρ. 5 εδ. α’ του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρ. 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, "η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως και επί του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Πoιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγρ. 2 του άρθρου 42, η έγκληση "γίνεται απ’ ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση.
Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση" της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του κωδικοποιημένου Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός αναμορφώθηκε και τροποποιήθηκε με το Ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά τους χρόνους τελέσεως της επίδικης πράξεως της παραβάσεως του Νόμου "για επιταγές" κατ’ εξακολούθηση (31-10-2009, 31-12-2009,), ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".
Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παράγρ. 1 εδ. α’ , ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παράγρ. 3: "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη....Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους...".
Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του Α.Κ., ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (άρθρ. 18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (άρθρ. 22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Α.Ε., κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές.
Οι εν λόγω διατάξεις (του άρθρου 22 παρ. 3) περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, που κατ’ αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει, ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε, ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ.
μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.ΑΠ 1096/76). Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη.
Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του Α.Κ. προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής.
Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.
Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 2 εδ.
γ’ Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.Α.Π. 4/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων, Λ. Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Δ., για το αδίκημα της παραβάσεως του Νόμου "για επιταγές" κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, ασκήθηκε με την υποβολή εγκλήσεως της εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", την οποία κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά στις 3-2-2010 ο δικηγόρος Αθηνών Ι.
Α. Κ., για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, μαζί με τα συνοδεύοντα την εν λόγω έγκληση, προς νομιμοποίηση αυτής, και αναφερόμενα στο τέλος του κειμένου της (εκτός των επίδικων δύο επιταγών) 1) υπ’ αριθ. ...26-1-2010 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Μπουκουβάλα, δυνάμει του οποίου, βάσει του περιεχομένου του, οι Δ.
Κ. του Π. και Δ. Μ. του Β., με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου ο πρώτος και του μέλους του Δ.Σ. ο δεύτερος της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, έδωσαν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο Αθηνών Ι. Α. Κ. να καταθέσει τη συγκεκριμένη έγκληση εναντίον των κατηγορουμένων για την ειδικά περιγραφόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη και 2) από 20-1-2010 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας, το οποίο υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο-Διευθύνοντα Σύμβουλο και τέσσερα (4) μέλη του Δ.Σ.
της εταιρίας αυτής χωρίς να βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής των εν λόγω προσώπων από οποιαδήποτε αρμόδια Αρχή ή δικηγόρο, με το οποίο το Δ.Σ. της ανώνυμης αυτής εταιρίας παρέσχε ειδική εντολή και εξουσιοδότηση στον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ Δ. Π. Κ. και στο μέλος του Δ.Σ. Δ. Β. Μ., "όπως καταθέσουν για λογαριασμό της εταιρίας, ή άλλως χορηγήσουν ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο σε δικηγόρους της επιλογής τους", ως κατά λέξη αναγράφεται σ’ αυτό, προκειμένου να καταθέσουν την επίμαχη έγκληση.
Με βάση το προαναφερόμενο, συνημμένο στην έγκληση, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ο καταθέσας αυτήν δικηγόρος, Ι. Α. Κ., αντλεί την πληρεξουσιότητά του (ως μεταπληρεξούσιος) από τους ενεργήσαντες για λογαριασμό του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας (Δ. Π. Κ. και Δ. Β. Μ.) δυνάμει του ανωτέρω από 20-1-2010 πρακτικού συνεδριάσεως του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Πλην όμως, δεν προσκομίστηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως το καταστατικό της εγκαλούσας, από το οποίο να προκύπτει, ότι υπάρχει σ’ αυτό πρόβλεψη επιτρέπουσα στο Διοικητικό της Συμβούλιο τη μεταβίβαση των εξουσιών του (ως συλλογικού οργάνου) σε τρίτους, οπότε, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι παρασχόντες την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον προμνημονευόμενο μεταπληρεξούσιο προς υποβολή της εγκλήσεως προδήλως ενήργησαν ως απλοί εντολοδόχοι του Δ.Σ.
της πιο πάνω Α.Ε. προς εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως, που τους ανατέθηκε, αφού δεν προκύπτει, ότι ήσαν υποκατάστατοι του Δ.Σ. αυτής (δηλαδή όργανα εκπροσωπήσεως της Α.Ε.), ως εκ τούτου δε ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό της έγγραφο (από 20-1-2010 πρακτικό του Δ.Σ. αυτής), το οποίο προσαρτήθηκε στην έγκληση προς νομιμοποίησή της, να φέρει τις υπογραφές όλων των εντολέων-μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων από Αρχή ή δικηγόρο, κατά το άρθρο 42 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., πράγμα που δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται από το μεταγενεστέρως της καταθέσεως της εγκλήσεως (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε χώρα στις 3-2-2010) προσκομισθέν και υπάρχον στη δικογραφία από 25-6-2010 "νέο κείμενο του καταστατικού" της εγκαλούσας, αφού δεν πρόκειται περί καταστατικού ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο (3-2-2010).
Ενόψει των προεκτεθέντων, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. ΒΜ 648/2014, απόφασή του έκρινε ότι η έγκληση, για την οποία γίνεται λόγος, δεν ασκήθηκε νομοτύπως, στη συνέχεια δε κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων (Λ.
Θ. του Δ. και Γ. Θ. του Δ.) ποινική δίωξη για την πράξη της παραβάσεως του Νόμου "για επιταγές" κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει αυτή να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθ. 6/4-3-2014 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. ΒΜ 648/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2016. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ