1489/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Legislator headnote
AI generated1489/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1489 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1489/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
α) Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Καράτσαλος.
Των αναιρεσιβλήτων :1) Ψ1α, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ψ2β, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χριστόφορος Σαράκης και 3) Ψ3γ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Διονύσιος Σκαλτσάς.
β) Του αναιρεσείοντος: Χ2, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χριστόφορος Σαράκης.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) Ψ1δ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Καράτσαλος και 2) Ψ2ε, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
γ) Του αναιρεσείοντος: Χ3, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Διονύσιος Σκαλτσάς.
Τoυ αναιρεσιβλήτου: Ψ1ζ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Καράτσαλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2.1.1994 αγωγή του Ψ1ζ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/1995, 236/1998 μη οριστικές, 165/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 246/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν ο με στοιχείο (α) αναιρεσείων με την από 17.4.2003 αίτησή του και τους από 11.3.2004 πρόσθετους λόγους αυτής, ο με στοιχείο (β) αναιρεσείων με την από 3.1.2003 αίτησή του και ο με στοιχείο (γ) αναιρεσείων με την από 11.12.2003 αίτησή του και τους από 24.2.2005 πρόσθετους λόγους αυτής.
Εκδόθηκε η 487/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων. Οι υποθέσεις επαναφέρονται σε συζήτηση με τις από 12.2.2007, 15.1.2007 και 12.2.2007 κλήσεις, αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε: την από 30.3.2005 έκθεση, επί των από 17.4.2003 και 3.1.2003 αιτήσεων για αναίρεση της 246/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Γκιάφη, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση των δύο κρινόμενων αιτήσεων, την απόρριψη της από 3.1.2003 αιτήσεως και τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθώς και την από 24.3.2005 έκθεση, επί της από 11.12.2003 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 24.2.2005 πρόσθετων λόγων αυτής, του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, οι αιτήσεις α) από 17.4.2003 του χ1, καθώς και οι από 11.3.2004 πρόσθετοι λόγοι αυτής, β) από 3.1.2003 του χ2, και γ) από 11.12.2003 του χ3, καθώς και οι από 24.2.2005 πρόσθετοι λόγοι αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 246/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573 § 1 και 246 του ΚΠολΔ, να συνεκδικαστούν, αφού με αυτές προσβάλλεται η αυτή απόφαση από τους ίδιους διαδίκους και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Επί της από 17.4.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του χ1 και των από 11.3.2004 πρόσθετων λόγων αυτής :
1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με επίκληση νομίμως προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ... και ..... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αγρινίου ..... και ......, αντιστοίχως, αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 12.2.2007 κλήσεως του ιδίου, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι από 11.3.2004 πρόσθετοι λόγοι αυτής, μετά την επ' αυτών έκδοση της υπ' αριθ. 487/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως όλων των μετεχόντων στην αναιρετική δίκη, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτών κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1α νομίμως και εμπροθέσμως.
Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, σαν να ήταν και αυτός παρών.
2. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής, είτε όλες αυτές στηρίζουν, αυτοτελώς εκάστη, το αίτημα της αγωγής, είτε η μια βάση είναι κύρια και οι άλλες ασκήθηκαν επικουρικά. Στην περίπτωση αυτή είναι δυνατό η αγωγή να απορριφθεί πρωτοδίκως για μια ή περισσότερες βάσεις και να γίνει δεκτή ως προς άλλη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔ, όπως η δεύτερη τούτων ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 16 § 7 του ν. 2.915/2001, προκύπτει ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βασίμου λόγου εφέσεως κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, αλλά μόνο εκείνες που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή.
Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει τις βάσεις αυτές, συνιστά την από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια υποχρέωση, όμως, δεν έχει το εφετείο, όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερεύνησε και απόρριψε ενόλω ή εν μέρει μια ή περισσότερες βάσεις της αγωγής, όταν, ύστερα από έφεση του εναγομένου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη εξέταση των βάσεων, που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως.
Οι βάσεις, που απορρίφθηκαν, αποτελώντας ιδιαίτερο κεφάλαιο της αποφάσεως, μπορούν να αχθούν προς έρευνα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μόνο με αυτοτελή έφεση του ενάγοντος, που νίκησε πρωτοδίκως, η οποία θα ισχύσει επικουρικώς και θα ερευνηθεί μόνο στην περίπτωση, που η έφεση του εναγομένου γίνει δεκτή και μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως απορριφθεί ενόλω ή εν μέρει η πρωτοδίκως γενόμενη δεκτή βάση της αγωγής.
Συνεπώς, σε περίπτωση μη λήψεως υπόψη από το εφετείο των βάσεων της αγωγής που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως και δεν επαναφέρθηκαν στο εφετείο με έφεση του ενάγοντος δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, γενόμενη από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής : Στην από 2.1.1984 αγωγή του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά των αναιρεσίβλητων τριών εναγόμενων, εκτίθεται, ότι με σύμβαση, που καταρτίστηκε στις .....
και περιβλήθηκε τον τύπο του ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, εργολάβο οικοδομών, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, την εκτέλεση του έργου της κατασκευής των θεμελίων και του από σκυρόδεμα φέροντος οργανισμού οικίας από ισόγειο και πρώτο όροφο επί οικοπέδου αυτού με βάση τις υπ' αριθ. ...
και ..... οικοδομικές άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου Αγρινίου και υπό την επίβλεψη και τις εξ αυτής οδηγίες των δεύτερου και τρίτου εναγομένων, πολιτικών μηχανικών στο επάγγελμα. Στη συνέχεια με διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντος και των δεύτερου και τρίτου εναγόμενων, καθένας από αυτούς ανέλαβε, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, την υποχρέωση ναεκτελέσει το αναληφθέν έργο της προαναφερόμενης επιβλέψεως.
Στις 19.2.1990 περατώθηκαν και παραδόθηκαν τα προμνημονευόμενα έργα, αλλά από το μεν έργο κατασκευής έλειπαν οι αναφερόμενες στην αγωγή συμφωνημένες ιδιότητες, τόσο ως προς την ποιότητα του σκυροδέματος, αφού χρησιμοποιήθηκε κατώτερη τέτοια, όσο και ως προς τον αριθμό των κολώνων και των δοκών, αφού κατασκευάστηκαν λιγότερες τέτοιες από τις προβλεπόμενες στην τεχνική μελέτη, η δε αντίστοιχη έλλειψη οφειλόταν σε δόλο του πρώτου εναγομένου, από δε τα έργα επιβλέψεως έλειπαν τέτοιες ιδιότητες ως προς τους συνεχείς σχετικούς ελέγχους, αφού τέτοιοι δεν έγιναν πριν από τη χρήση και κατά τη χρήση του σκυροδέματος, οι δε αντίστοιχες ελλείψεις οφείλονταν σε δόλο ή αμέλεια καθενός από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους επιβλέποντες μηχανικούς.
Συνέπεια των ως άνω ελλείψεων ήταν η στατική αντοχή του πρώτου ορόφου να είναι μειωμένη σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο όροφος να είναι ετοιμόρροπος και εντεύθεν να προκαλεί κίνδυνο σε ανθρώπους και πράγματα τους και για το λόγο αυτό να πρέπει αυτός να κατεδαφιστεί. Από δε την ως άνω αντισυμβατική και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων προξενήθηκαν, κατ' αιτιώδη συνάφεια, οι αναφερόμενες στην αγωγή περιουσιακές ζημίες του ενάγοντος συνολικού ποσού 19.324.800 δραχμών.
Οι ίδιες ζημίες προξενήθηκαν, κατ' αιτιώδη συνάφεια, από την ανωτέρω υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία ήταν παράνομη, διότι συνιστούσε την εκ μέρους τους παράβαση των οικείων κοινώς αναγνωρισμένων τεχνικών κανόνων και οικοδομικών διατάξεων, ιδίως δε εκείνων του κανονισμού τεχνολογίας σκυροδέματος, με συνέπεια η εν λόγω συμπεριφορά τους να συνιστά και αδικοπραξία.
Με την αγωγή αυτή επιδιωκόταν να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα ως αποζημίωση, καθένας τους σε ολόκληρον, το προαναφερόμενο ποσό των 19.324.800 δραχμών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου, που δίκασε πρωτοδίκως εξέδωσε διαδοχικά επ' αυτής : 1) την υπ' αριθ. 98/1995 μη οριστική απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ότι το αίτημα της αγωγής για αποζημίωση στηριζόταν σε σωρευόμενες κυρίως βάσεις από συμβάσεις μισθώσεως έργου και από αδικοπραξία, που τελέστηκε από όλους τους εναγομένους, κρίθηκε αυτή νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της και τάχθηκαν αποδείξεις, 2) την υπ' αριθ. 236/1998 μη οριστική απόφαση του, η οποία εκτιμώντας το δικόγραφο της από 2.1.1994 αγωγής έκρινε, ότι η αυτή είχε βάση μόνο από συμβάσεις μισθώσεως έργου, ανακάλεσε την προηγηθείσα μη οριστική απόφασή του ως προς την παραδοχή της για σώρευση στην αγωγή και βάσεως από αδικοπραξία και απέρριψε το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής του βλάβης, που προκλήθηκε από τη σε βάρος του αδικοπραξία, ως μη νόμιμο, και έταξε αποδείξεις επί ισχυρισμών που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν είχαν ταχθεί τέτοιες με την προηγηθείσα μη οριστική απόφαση, και 3) την υπ' αριθ. 165/2000 οριστική απόφασή του, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την από τις συμβάσεις μισθώσεως έργου βάση της και υποχρέωσε τους τρεις εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρον έκαστος, 16.118.609 δραχμές.
Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως άσκησαν εφέσεις οι εναγόμενοι, που νικήθηκαν εν μέρει πρωτοδίκως, όχι όμως και ο ενάγων, που μπορούσε να παραπονεθεί κατ' αυτής για την απόρριψη της κυρίως ασκηθείσας βάσεως της αγωγής του για αποζημίωση από αδικοπραξία, ώστε αυτή να ερευνηθεί σε περίπτωση που γινόταν δεκτή η έφεση των εναγομένων και εξαφανιζόταν η εκκαλουμένη απόφαση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατουσίαν τις ασκηθείσες από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενο εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατουσίαν, για να δεχθεί τελικά εν μέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την εκ των συμβάσεων μισθώσεως έργου βάση της και να υποχρεώσει τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα 47.403,33 ευρώ, οίον το ισόποσο των 16.118.609 δραχμών, διαιρετώς και κατισομοιρίαν (47.403,33 : 3 = 15.767,78 ευρώ ο καθένας).
Το δικαστήριο τούτο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής κατουσίαν δεν προέβη στην έρευνα της πρωτοδίκως απορριφθείσας βάσεως της αγωγής από αδικοπραξία. Αλλά, σύμφωνα και με όσα ειπώθηκαν στην αρχή της παρούσας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε τέτοια υποχρέωση, εφόσον ο ενάγων, που ηττήθηκε εν μέρει πρωτοδίκως, διότι δεν έγινε δεκτή η σωρευθείσα στο δικόγραφο της αγωγής του, κυρίως και αυτή, βάση από αδικοπραξία, δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως για την απόρριψη αυτής, ώστε σε περίπτωση που γίνονταν δεκτές οι εφέσεις των εναγομένων και εξεταζόταν εκ νέου η αγωγή να ερευνηθεί και η βάση αυτή της αγωγής, που είχε απορριφθεί.
Και ναι μεν ο αναιρεσείων ενάγων ισχυρίζεται, ότι με την υπ' αριθ. 165/2000 οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου είχε ανακληθεί η υπ' αριθ. 236/1998 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κρίνει, ότι δεν περιεχόταν στο δικόγραφο της επίμαχης αγωγής βάση από αδικοπραξία και το δικαστήριο είχε χωρήσει στην ουσιαστική παραδοχή της αγωγής ως προς αμφότερες τις κυρίως σωρευθείσες βάσεις της, όμως κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της πρωτόδικης αποφάσεως, ούτε μπορεί να γίνει δεκτό αυτό από την αναφορά σε αυτή της υπ' αριθ. 1.056/1996 καταδικαστικής για τους τρεις εναγόμενους αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για παραβίαση κανόνων της οικοδομικής (άρθρο 286 του ΠΚ), το μεν διότι δεν γίνεται σε αυτή λόγος περί ανακλήσεως της προηγηθείσας μερικά ανακλητικής της περί νομιμότητας της βάσεως της αγωγής από αδικοπραξία κρίσεως του, αλλά και διότι, άλλως, αν είχε συμβεί αυτό, το πρωτόδικο δικαστήριο θα είχε διαλάβει στην οριστική απόφασή του κρίση και διάταξη και επί του στηριζόμενου στη βάση της αδικοπραξίας αιτήματος της αγωγής για καταβολή στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, το εφετείο με το να μη λάβει υπόψη μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, την απορριφθείσα πρωτοδίκως και μη επαναφερθείσα νομίμως σε αυτό βάση της αγωγής από αδικοπραξία, όχι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν σε αυτό και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ο αναιρεσείων ενάγων ζητάει την αναίρεση της πληττόμενης αποφάσεως α) για εσφαλμένη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 914 και 926 του ΑΚ, εξαιτίας της οποίας μη εφαρμογής υποχρεώθηκαν οι τρεις εναγόμενοι σε καταβολή του επιδικασθέντος ποσού διαιρετώς και κατ' ισομοιρίαν παρά την ευθύνη τους σε ολόκληρον, ως ενεχόμενων σε αποζημίωση από αδικοπραξία, και β) για τη μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, και συγκεκριμένα της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 1.056/1996 καταδικαστικής για όλους τους εναγόμενους αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την οποία ο αναιρεσείων ενάγων επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής του.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 11 γ του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, έχοντας ως προϋπόθεση την υποχρέωση έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής, όρος που δεν συνέτρεχε στην παρούσα περίπτωση, είναι αβάσιμοι και άρα απορριπτέοι ως στερούμενοι αντικειμένου.
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 481 του ΑΚ, οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ιδίας παροχής καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση για την ύπαρξη οφειλής εις ολόκληρον αποτελεί η ταυτότητα της παροχής που οφείλουν περισσότεροι οφειλέτες.
Ως ταυτότητα παροχής νοείται η ταυτότητα του σκοπού της παροχής, ο οποίος είναι το συμφέρον του δανειστή για εκπλήρωσή της. Η ταυτότητα αυτή της παροχής δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου γενέσεώς της και για το λόγο αυτό η υποχρέωση ή η κοινή ευθύνη του συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο, αρκεί η ικανοποίηση του ίδιου συμφέροντος του δανειστή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της αναφερθείσας από 2.1.1994 αγωγής αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά των αναιρεσίβλητων τριών εναγόμενων, δέχθηκε ανελέγκτως για την εφαρμογή ή μη των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 480 και 481 σε συνδυασμό με 297, 298 ΑΚ, τα ακόλουθα :
Με βάση τις υπ' αριθ. .... και ..... οικοδομικές άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου Αγρινίου, ο αναιρεσείων ενάγων ιδιοκτήτης με σύμβαση έργου ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο δεύτερο εναγόμενο πολιτικό μηχανικό Ψ2β την αρχιτεκτονική μελέτη και στον αναιρεσίβλητο τρίτο εναγόμενο πολιτικό μηχανικό Ψ3γ τη μελέτη του φέροντος οργανισμού ανοικοδόμησης διώροφης οικίας του, συνακολούθως δε και τη γενική επίβλεψη της ανοικοδομήσεως στον πρώτο και την επίβλεψη κατασκευής του φέροντα οργανισμού της οικοδομής στο δεύτερο.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με το από....... ιδιωτικό συμφωνητικό άλλης συμβάσεως έργου, ο αναιρεσείων ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο πρώτο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών Ψ1α την κατασκευή του εξ οπλισμένου και άοπλου σκυροδέματος φέροντος οργανισμού της οικοδομής, για την οποία υπήρχε από τις μελέτες πρόβλεψη προσθήκης τριών ακόμη ορόφων, ότι ο εργολάβος παρέδωσε το έργο τις 19.2.1990 και εισέπραξε την συμφωνηθείσα αμοιβή των 5.600.000 δραχμών, αλλά στη συνέχεια διαπιστώθηκε, αφενός μεν ότι η ποιότητα του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν η ενδεδειγμένη, αφετέρου δε ότι έγινε ενοποίηση των δύο μελετών με κατάργηση τεσσάρων υποστυλωμάτων, χωρίς να υπάρχει πολεοδομική έγκριση, με αποτέλεσμα ο υπεράνω του ισογείου πρώτος όροφος να μην παρέχει ασφάλεια και η προσθήκη ορόφων να αποκλείεται, ώστε να επιβάλλεται η κατεδάφιση του ορόφου και η ανακατασκευή του, εξαιτίας δε τούτων ζημιώθηκε ο ενάγων το ποσό των 16.118.609 δραχμών, που είχε επιδικάσει σε αυτόν και το Πρωτοδικείο.
Έκρινε δε το Εφετείο, ότι η ελαττωματική, λόγω ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων, κατασκευή και συνεπώς και η ζημία του αναιρεσείοντος ενάγοντος οφείλονταν στην παράβαση από όλους τους ανωτέρω των συμβατικών τους υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση του έργου, που τους ανατέθηκε, και ειδικότερα των μεν επιβλεπόντων μηχανικών, διότι από αμέλεια τους δεν έλαβαν κατά τη σκυροδέτηση δοκίμια προς έλεγχο της αντοχής των υλικών, όπως είχαν συμβατική υποχρέωση, του δε κατασκευαστή εργολάβου, διότι υπείχε και αυτός συμβατική υποχρέωση να διενεργήσει έλεγχο για την ποιότητα του σκυροδέματος, το οποίο χρησιμοποίησε.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοδικείου, που είχε υποχρεώσει τους αναιρεσίβλητους τρεις εναγομένους στην καταβολή του ανωτέρω ποσού σε ολόκληρο, υποχρέωσε καθένα από αυτούς στην καταβολή του ποσού αυτού διαιρετώς και κατ' ισομοιρίαν κατά το άρθρο 480 του ΑΚ, διότι επρόκειτο περί διαιρετής παροχής για την οποία, ούτε από τη σύμβαση έργου, ούτε από το νόμο συναγόταν παθητική σε ολόκληρον ενοχή.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο έσφαλε με το να μη εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 481 του ΑΚ, διότι ο έννομος σκοπός της παροχής ενός έκαστου των ανωτέρω υπόχρεων δεν ήταν για όλους ο ίδιος, παρότι οι παροχές τους συνέπιπταν κατά το ποσό της ζημίας, αλλά καθένας από αυτούς υπείχε, σύμφωνα με το άρθρο 690 του αυτού Κώδικος, αυτοτελή ενοχική υποχρέωση για την καταβολή του συνόλου της ζημίας και μπορούσε να ασκηθεί εναντίον καθενός από αυτούς αυτοτελής αγωγή, ανεξαρτήτως από την όποια ευθύνη των άλλων υπόχρεων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 481 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Επί της από 3.1.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του χ2 : 1. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο Άρειος Πάγος, εφόσον ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν αυτός κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη με επίκληση νομίμως προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αγρινίου ......, αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, και της από 15.1.2007 κλήσεως του ιδίου, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, μετά την επ' αυτής έκδοση της υπ' αριθ. 487/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη κλητεύσεως όλων των μετεχόντων στην αναιρετική δίκη, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκαν στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2ε νομίμως και εμπροθέσμως.
Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει, παρά την απουσία του, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, σαν να ήταν και αυτός παρών.
2. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντoς αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει υπέρ του αναιρεσίβλητου αυτού διάταξη, που να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997). Στην παρούσα περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι ο απολειπόμενος δεύτερος αναιρεσίβλητος πρώτος εναγόμενος Ψ2ε ήταν ομόδικος του αναιρεσείοντος δεύτερου εναγόμενου χ2 στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούντες εναγόμενοι που νικήθηκαν εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, και ότι δεν περιέχεται στην απόφαση αυτή διάταξη υπέρ του αναιρεσίβλητου τούτου, που να είναι βλαπτική για τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος. Επομένως, η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.
3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικος, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκταση της) κατάργηση της δίκης (ΟλΑΠ 7/1993). Επομένως, η παραίτηση της αναιρεσείοντος δεύτερου ενάγοντος από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεώς του ως προς το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με την καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το λόγο αυτό αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρο 295 § 1 και 299 ΚΠολΔ).
4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 689, 690, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει, ότι επί συμβάσεως μισθώσεως έργου, αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή αν του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες από υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, η οποία περιλαμβάνει τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική του ζημία (διαφυγόντα κέρδη).
Ειδικότερα, προκειμένου περί ανεγερθείσας οικοδομής, αν αυτή έχει ουσιώδη ελαττώματα, που την κάνουν άχρηστη και επιβάλουν την κατεδάφιση και την ανακατασκευή της ή της λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει από τον υπαίτιο εργολάβο αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως, η δε αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει α) τη θετική ζημία, δηλαδή τη δαπάνη, η οποία απαιτείται για την κατεδάφιση της ελαττωματικής οικοδομής και την ανακατασκευή της, και β) την αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της εκμεταλλεύσεως της οικοδομής, με εκμίσθωση της σε τρίτο, από το χρόνο παραδόσεώς της και εφεξής μέχρι την επανακατασκευή της.
Δικαιούται επίσης, κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, να ζητήσει τόκους επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους, από την επίδοση μεν της αγωγής για το διαφυγόν κέρδος που ανάγεται στο προ της επιδόσεως χρονικό διάστημα, από την ημέρα δε που ακολούθως ανακύπτει για το μετά την επίδοση της χρονικό διάστημα. Δεν δικαιούται, όμως, να ζητήσει τόκους επί της δαπάνης κατεδαφίσεως και ανακατασκευής της οικοδομής (θετικής ζημίας) για όσο χρόνο, μέχρι την πληρωμή της, ζητεί και διαφυγόν κέρδος (ΟλΑΠ 705/1979).
Δεν αποκλείεται, όμως, ο ζημιωθείς να ζητήσει τόκους και επί της θετικής ζημίας από την όχληση του οφειλέτη εργολάβου ή από την επίδοση της αγωγής (άρθρα 345, 346 του ΑΚ), για όσο χρονικό διάστημα αυτός δεν αιτείται την καταβολή των διαφυγόντων κερδών.
Συνεπώς, σε περίπτωση που ο ζημιωθείς ζήτησε με αγωγή τη δαπάνη κατεδάφισης και ανακατασκευής οικοδομής ατόκως και διαφυγόν κέρδος εντόκως για ορισμένο χρονικό διάστημα, επιδικάστηκε δε η θετική ζημία ατόκως και διαφυγόντα κέρδη για το διάστημα αυτό, δικαιούται ο ζημιωθείς, να ζητήσει νόμιμο τόκο υπερημερίας και επί του ποσού της θετικής ζημίας για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο έχει επιδικαστεί διαφυγόν κέρδος, αφού στην περίπτωση αυτή το ποσό της θετικής ζημίας αποτελεί απλή χρηματική οφειλή (άρθρο 346 του ΑΚ).
Δεν μπορεί πάντως ο ζημιωθείς εφόσον ζήτησε τόκους επί της θετικής ζημίας για τον ως άνω μεταγενέστερο χρόνο, να ζητήσει στη συνέχεια για τον ίδιο χρόνο και διαφυγόν κέρδος, δεδομένου ότι ο τόκος αποτελεί το εκ του νόμου κατ' αποκοπή οφειλόμενο, επί καθυστερήσεως χρηματικής παροχής, ποσό διαφυγόντος κέρδους (ΟλΑΠ 1/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ), το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα εργοδότη για δαπάνη κατεδαφίσεως και ανακατασκευής του πρώτου ορόφου της ανεγερθείσας οικοδομής (θετική ζημία) το ποσό των 42.725,19 ευρώ, οίον το ισόποσο των 14.558.609 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, και επί πλέον διαφυγόν κέρδος από 4.578,14 ευρώ, οίον το ισόποσο των 1.560.000 δραχμών, το οποίο θα αποκέρδαινε από την εκμετάλλευσή του με εκμίσθωσή του σε τρίτο αντί μηνιαίου μισθώματος από 40.000 δραχμές, για το χρονικό διάστημα από 1.6.1990 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1.6.1990 έως 2.1.1994, 31 μήνες) και επί πλέον επί οκτώ μήνες μετά την άσκηση της αγωγής (31 μήνες + 8 μήνες = 39 μήνες Χ 40.000 δρχ/μήνα = 1.560.000 δρχ ή 4.578,14 ευρώ), νομιμοτόκως το συνολικό ποσό του διαφυγόντος κέρδους (μηνιαία μισθώματα που απωλέστηκαν) από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 341, 345 και 346 του ΑΚ, διότι επιδίκασε νομίμους τόκους υπερημερίας επί της θετικής ζημίας του αναιρεσίβλητου ενάγοντος από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και εφεξής, ενώ ταυτόχρονα για το μετά την επίδοση της αγωγής ίδιο χρονικό διάστημα των οκτώ (8) μηνών επιδίκασε σε τούτον και διαφυγόντα κέρδη.
Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιαστούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, που ως ορισμοί και αφηρημένες υποθετικές κρίσεις αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των νομικών εννοιών, με την αναγκαία όμως προϋπόθεση, ότι τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, και όχι όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων δεύτερος εναγόμενος με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά την εξέταση του κεφαλαίου της αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος εργοδότη για την καταβολή του διαφυγόντος κέρδους λόγω της μη εκμεταλλεύσεως του πρώτου ορόφου της οικοδομής με εκμίσθωσή της σε τρίτο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί εσφαλμένα, ότι "ο ενάγων θα ολοκλήρωνε την κατασκευή του διαμερίσματος και θα το εκμεταλλευόταν ως ανωτέρω, διότι αυτός, που ήταν δημόσιος υπάλληλος, πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων και χωρίς εισοδήματα εξ άλλης πηγής, είχε εξαντλήσει τα έως τότε διαθέσιμά του για την ημιτελή κατασκευή και προφανώς θα ολοκλήρωνε αργότερα την κατασκευή του πρώτου ορόφου, όταν θα αποκτούσε νέα εισοδήματα".
Όμως, προφανώς η αποδιδόμενη με το λόγο αυτό πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά σε αξιολόγηση - εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, ότι ο ενάγων θα ολοκλήρωνε την κατασκευή του πρώτου ορόφου και θα αποκέρδαινε από την εκμίσθωσή του σε τρίτο, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 1.560.000 δραχμών ή 4.578,14 ευρώ.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
6. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα εξής : Το Πολεοδομικό Γραφείο Αγρινίου, μετά από αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος Ψ1δ, εξέδωσε την υπ' αριθ. ......
άδεια για την ανέγερση διώροφης οικοδομής με βάση τις μελέτες, που είχαν συντάξει οι εναγόμενοι πολιτικοί μηχανικοί, και συγκεκριμένα ο μεν δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ψ2β την αρχιτεκτονική μελέτη, ο δε τρίτος εναγόμενος Ψ3γ, τη μελέτη του φέροντος οργανισμού της οικοδομής. Οι ανωτέρω, με συμβάσεις που κατήρτισαν με τον ενάγοντα, ορίστηκαν επιβλέποντες μηχανικοί του έργου και ανατέθηκε, η μεν γενική επίβλεψη τούτου στο δεύτερο εναγόμενο Ψ2β, η δε επίβλεψη του φέροντος οργανισμού στον τρίτο εναγόμενο Ψ3γ.
Ακολούθως, χορηγήθηκε στον ενάγοντα από το ίδιο ως άνω πολεοδομικό γραφείο η υπ' αριθ. ...... άδεια "προσθήκης κατ' επέκταση ισογείου οικοδομής σε διώροφη οικοδομή", με βάση μελέτες που συνέταξαν οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι πολιτικοί μηχανικοί, που ορίστηκαν και πάλι, κατά τα αναφερόμενα, επιβλέποντες μηχανικοί του έργου τούτου.
Με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε στο ...... μεταξύ του ενάγοντος Χ1, ως εργοδότου, και του πρώτου εναγόμενου Ψ1α, ως εργολάβου οικοδομών, ο δεύτερος, όντας εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει τη θεμελίωση και τον εν γένει εξοπλισμένου και αόπλου σκυροδέματος οργανισμό της διώροφης αυτής οικοδομής, στην οποία υπήρχε πρόβλεψη προσθήκης τριών ακόμη ορόφων.
Πρόδηλο δε είναι και ρητώς συμφωνήθηκε, ότι ο εργολάβος Ψ1α, που ανέλαβε το ανωτέρω έργο, θα το κατασκεύαζε σύμφωνα με τις τεχνικές μελέτες των δύο άλλων εναγομένων τεχνικών. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. .... οικοδομική άδεια το ισόγειο της διώροφης αυτής οικοδομής θα αποτελούταν από ένα και μόνο κατάστημα και ο ανώγειος (1ος) όροφος θα ήταν κατοικία, θα είχαν δε καλυπτόμενη επιφάνεια οικοπέδου από 212,30 και 141,85 μ2, αντιστοίχως, ενώ με τη συμπληρωματική μελέτη, που υποβλήθηκε, και με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. .....
οικοδομική άδεια, προβλέφθηκε η επέκταση του ισογείου της οικοδομής σε έκταση 70,80 μ2. Ο πρώτος εναγόμενος εργολάβος Ψ1α, υπό την επίβλεψη των υπόχρεων προς τούτο άλλων δύο εναγόμενων μηχανικών, άρχισε, με εργατοτεχνικό προσωπικό της επιλογής του και με υλικά, που προμηθεύτηκε ο ίδιος, τη θεμελίωση της οικοδομής και στη συνέχεια την κατασκευή του ισογείου και του ανωγείου ορόφου, κατασκευή, την οποία όφειλε να εκτελέσει κατά τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονταν στο ανωτέρω συμφωνητικό.
Ο άνω εργολάβος περάτωσε και παρέδωσε στον εργοδότη το αναληφθέν έργο στις 19.2.1990. Ο ενάγων εργοδότης για να διαπιστώσει, αν το έργο κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις τεχνικές μελέτες και τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας τους, ζήτησε τον "έλεγχο αντοχής πυρήνων σκληρυμένου σκυροδέματος - (καρώτων)", μετά τη διενέργεια του οποίου από το εργαστήριο των Τεχνικών Υπηρεσιών του Ν.
Αιτωλοακαρνανίας, διαπιστώθηκε ότι "το τμήμα σκυροδέματος που αντιπροσωπευόταν από έξι (6) πυρήνες ανήκε κατά το χρόνο του ελέγχου σε κατηγορία Β - 120". Ο έλεγχος αυτός επαναλήφθηκε από νέα δοκίμια, που ελήφθησαν στις 2 και 3.5.1991, από αυτόν δε προέκυψε ότι "το τμήμα σκυροδέματος που αντιπροσωπευόταν από τους έξι (6) πυρήνες, με 9/9, 1 - 6, ανήκε στην κατηγορία Β - 160 την ημέρα του ελέγχου".
Ειδικότερα, οι στύλοι Κ - 5, Κ - 6, Κ - 7 , Κ - 11, Κ - 14 και Κ - 18 έφεραν ποιότητα σκυροδέματος Β - 160, ενώ οι στύλοι Κ - 12, Κ - 15, Κ - 16 και Κ - 17 έφεραν ποιότητα Β - 120 και οι δύο από αυτούς Κ - 4 και Κ - 13 την προβλεπόμενη από τη μελέτη ποιότητα Β - 225. Κατά τους κανόνες της τεχνικής επιστήμης η ποιότητα του σκυροδέματος Β - 120 εφαρμοζόταν μόνον σε απλές κατασκευές, ενώ και οι δύο ποιότητες (Β - 120 και Β - 160) αντενδεικνύονταν παντελώς με τη χρησιμοποιηθείσα και προβλεπομένη από τη στατική μελέτη ποιότητα σιδήρου ST - 111, αφού δεν έδιναν ομοιογενές Beton - arme στα όρια της επιτρεπομένης αντοχής.
Προσθέτως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι όλοι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, αφού παρέβλεψαν τις προβλεπόμενες από τις εκδοθείσες οικοδομικές άδειες στατικές μελέτες, συγχώνευσαν τις δύο εγκεκριμένες στατικές μελέτες σε ένα ενιαίο φέροντα οργανισμό, οπότε καταργήθηκαν τέσσερα (4) υποστυλώματα, ήτοι οι στύλοι Κ - 2, Κ - 4, Κ - 11 και Κ - 15, που εφάπτονταν ανά δύο μεταξύ τους, ενώ καταργήθηκαν και οι δοκοί Δ - 22, και Δ - 10 και, αντί αυτών, κατασκευάσθηκε μια νέα δοκός μεταξύ των στύλων Κ - 4 του διωρόφου και Κ - 3 της προσθήκης με συνέπεια τη μείωση του οπλισμού κατά ποσοστό 10% περίπου.
Ο κατά τα άνω γενόμενος συγκερασμός των φερόντων οργανισμών των δύο κτιρίων, διώροφης οικοδομής και προσθήκες, θα ήταν επιτρεπτός, εφόσον θα συντασσόταν νέα μελέτη και θα υποβαλλόταν για έγκριση στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Αγρινίου, ενέργεια στην οποία οι εναγόμενοι δεν προέβησαν, με αποτέλεσμα ο ξυλότυπος κατασκευής της οικοδομής να μη ανταποκρίνεται σε καμία οικοδομική άδεια.
Στο σημείο τούτο η έκθεση πραγματογνωμοσύνης διαλαμβάνει, ότι "το υπάρχον κτίριο δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη μελέτη, που να υπάρχει στο φάκελο του Πολεοδομικού Γραφείου Αγρινίου.... Η σημερινή αρχιτεκτονική και στατική μορφή του κτιρίου δεν έχει νομιμοποιηθεί με συνέπεια μέχρι σήμερα να μη υπάρχουν εγκεκριμένα κατασκευαστικά σχέδια....".
Η εξαιτίας της εκ μέρους των τριών εναγομένων αντισυμβατικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους πλημμελής εκτέλεση του έργου είχε ως αποτέλεσμα ο υπεράνω του ισογείου πρώτος όροφος να μη παρέχει καμία απολύτως ασφάλεια για την κατοικία προσώπων εντός αυτού, διότι η στατική του αντοχή υπολειπόταν κατά πολύ της επιστημονικής παραδεκτής τέτοιας, ώστε να είναι αδύνατο να προβλεφθεί μελλοντικώς η αντοχή του, ιδιαιτέρως σε περίπτωση δυναμικής φόρτισης (ως σεισμοί κλπ.), με την προσθήκη μάλιστα των τριών ακόμη προβλεπομένων ορόφων, η κατασκευή των οποίων αποκλειόταν με τη σημερινή κατάσταση του κτιρίου, γεγονός το οποίο επέβαλε την κατεδάφιση του πρώτου αυτού ορόφου και την ανακατασκευή του.
Ενόψει τούτων δέχθηκε το Εφετείο, ότι υπεύθυνοι της ελαττωματικής κατασκευής του φέροντος οργανισμού της επίμαχης οικοδομής ήταν και οι τρεις εναγόμενοι, ο εργολάβος κατασκευαστής Ψ1α και οι επιβλέποντες μηχανικοί Ψ2β και Ψ3γ, η υπαιτιότητα των οποίων συνίστατο στο ότι από αμέλεια τους, ήτοι από έλλειψη καταβολής της επιμελείας και προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις και το εκ του άρθρου 662 του ΑΚ απορρέον γενικό καθήκον προνοίας να επιδείξουν, κατά παράβαση και του ισχύοντος κανονισμού τεχνολογίας σκυροδέματος (ΕΔ2α/01/21ΥΑ, ΦΕΚ 266, Τεύχος Β' της 9.5.1985), δεν έλαβαν κατά τη σκυροδέτηση δοκίμια για τη διενέργεια ελέγχου αντοχής αυτών από το εγκεκριμένο εργαστήριο, παράλειψη τους που συνομολογείται, με αποτέλεσμα η ποιότητα του σκυροδέματος να είναι μειωμένης αντοχής, υποχρέωση που παρείχε ακόμη και το δικαίωμα στους επιβλέποντες μηχανικούς να διακόψουν τις εργασίες σε περίπτωση αρνήσεως του εργοδότη για τη λήψη τέτοιων δοκιμίων.
Η ιδία υποχρέωση βάρυνε και τον κατασκευαστή του έργου εργολάβο, εν όψει του ότι αυτός είχε το δικαίωμα να διενεργεί, για λογαριασμό του, ελέγχους, οι οποίοι θα τον βοηθούσαν στη βελτίωση της ποιότητας του σκυροδέματος, όπως είναι η εξέταση των υλικών, οι μελέτες σύνθεσης, η θραύση δοκιμίων σκυροδέματος, ως και έλεγχοι με εμμέσους μεθόδους.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ήταν αδύνατη η διαπίστωση της ποιότητας του σκυροδέματος κατά τη σκυροδέτηση είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος, εν όψει της μεγάλης εμπειρίας αυτών σε τέτοια τεχνικά θέματα, εκτός του ότι απότοκος της χωρίς επίβλεψη σκυροδέτησης ήταν να παραχθεί μειωμένης αντοχής κατασκευή beton - arme, οφειλομένη σε υπερβολική δόνηση ή ρίψη νερού κατά τη σκυροδέτηση.
Προσθέτως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των γενικώς αναγνωρισμένων κανόνων της τεχνικής επιστήμης, προέβησαν σε συγκερασμό των προαναφερομένων δύο οικοδομικών αδειών, όταν είχε ήδη θεμελιωθεί το προβλεπόμενο από την πρώτη άδεια διώροφο κτίσμα, και κατάργησαν τέσσαρες (4) στύλους και τέσσαρες (4) δοκούς, ενώ παράλληλα μείωσαν τον οπλισμό του όλου οικοδομήματος κατά 10%, αν και ήταν δυνατή η σύνταξη ενιαίας μελέτης και η υποβολή της στην πολεοδομία προς αναθεώρηση των αρχικών αδειών, ανεξαρτήτως του ύψους της δαπάνης, που απαιτείτο και η οποία θα βάρυνε τελικώς τον εργοδότη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αποζημιώσεως του ενάγοντος εργοδότη ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους, εργολάβο και επιβλέποντες μηχανικούς, να καταβάλουν στον ενάγοντα εργοδότη την προκύψασα από 47.403,33 ευρώ, οίον του ισόποσο των 16.118.609 δραχμών, ζημία, που προέκυπτε από την έλλειψη των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων του εκτελεσθέντος έργου, που επέβαλλαν, για λόγους ασφαλείας, την κατεδάφιση του ορόφου της ανώγειας οικοδομής και την εκ νέου κατασκευή του.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες στα ζητήματα, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της παρούσας δίκης, και δεν παραβίασε εκ πλαγίου μεν τις διατάξεις των άρθρων 681, 689, 690, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε, ευθέως δε τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ν. 1.396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές κλπ.", την οποία δεν εφήρμοσε.
Ειδικότερα, η πληττόμενη απόφαση : Α) διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το α) ότι υπήρχε έλλειψη ιδιοτήτων, που συμφωνήθηκε να έχει ο όροφος της οικοδομής, β) ότι η έλλειψη τούτων οφειλόταν σε υπαιτιότητα και των εναγόμενων μηχανικών, που επέβλεπαν το έργο και επέτρεψαν την εκτέλεσή του κατά συγκερασμό σε μια ενιαία των δύο οικοδομικών αδειών, δίχως να συνταχθεί η σχετική μελέτη και να υποβληθεί προς έγκριση στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο, με αποτέλεσμα τη μείωση του οπλισμού του όλου οικοδομήματος κατά 10%, γ) ότι η ελαττωματικότητα του έργου του πρώτου ορόφου οφειλόταν και σε άλλες υπαίτιες παραλείψεις των εναγόμενων μηχανικών και όχι μόνο στην μη υποβολή μελέτης συγκερασμού των δύο οικοδομικών αδειών, κατά τις παραδοχές δε του Εφετείου τέτοια συνιστούσε, στο πλαίσιο της μη επιβλέψεως από μέρους τους της κανονικής εκτελέσεως του έργου, η μη λήψη δοκιμίων κατά τη σκυροδέτηση, ώστε να διαπιστώσουν την μειωμένη αντοχή αυτού και να διακόψουν τις εργασίες εκτελέσεως του έργου, και δ) ως προς το κόστος σκυροδοτήσεως για επανακατασκευή του ορόφου της οικοδομής, παρεκτός του ότι με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά του γενόμενου δεκτού κόστους αυτού από 18.5000 δραχμές ανά μ3 πλήττεται απαραδέκτως η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, και Β) δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ν. 1.396/1983 με το να μη την εφαρμόσει, διότι η εφαρμογή αυτής, ως λόγος αίρων την υπαιτιότητα του εκ της μη έγγραφης ειδοποιήσεώς του από τον ενάγοντα εργοδότη και κύριο του έργου περί ενάρξεως των εργασιών εκτελέσεως του έργου που είχε διακοπεί, προϋπέθετε διακοπή των εργασιών εκτελέσεως του έργου της οικοδομής, τέτοιο όμως πραγματικό περιστατικό δεν περιλαμβάνεται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, ώστε το δικαστήριο της ουσίας να έχει υποχρέωση να χωρήσει σε εφαρμογή της.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε την αναφερόμενη ουσιαστική διάταξη με τη μη εφαρμογή της και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτος και έκτος, κατά το δεύτερο μέρος δεύτερο τμήμα του, λόγοι αναιρέσεως, αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
7. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων εναγόμενος με τον έκτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο και δεύτερο, πρώτο τμήμα, μέρη του προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν σε αυτό με επίκληση για ανταπόδειξη αγωγικού ισχυρισμού, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι" ανάμεσα δε σε αυτά α) το από .... έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου Αγρινίου, με τις επισυναπτόμενες σε αυτό φωτογραφίες της οικοδομής του πρώτου αναιρεσίβλητου, από τις οποίες προέκυπταν οι εργασίες που είχαν διενεργηθεί έως τότε στην οικοδομή αυτή, το οποίο ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, και β) το από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος εργοδότη και του δεύτερου αναιρεσίβλητου πρώτου εναγόμενου εργολάβου, για την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου, που προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων και επικαλέστηκε νομίμως ο αναιρεσείων επικαλέστηκε σε ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού για το κόστος σκυροδοτήσεως προς ανακατασκευή του φέροντος οργανισμού του πρώτου ορόφου της οικοδομής, πράγμα για το οποίο, από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο, πρώτο τμήμα, μέρη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
8. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την τη διαγραφή των λέξεων "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2.915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων δεύτερος εναγόμενος με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ως αληθινό γεγονός, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, συγκεκριμένα δε δέχθηκε ως αληθινό τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, ότι τα με την προσθήκη υποστυλώματα θα αποκτούσαν όγκο τέτοιας εκτάσεως, ώστε αυτός να έχει απώλεια ωφέλιμης επιφάνειας του ορόφου αρκετών τετραγωνικών μέτρων με μεγάλη ζημία του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, την κρίση του αυτή άντλησε το Εφετείο όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από την απόδειξη που διεξήχθη και τα νομίμως προσκομισθέντα κατ' αυτήν από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (μάρτυρες, πραγματογνωμοσύνη, γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 του ΚΠολΔ, λοιπά έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.
ΙV. Επί της από 11.12.2003 αιτήσεως αναιρέσεως του χ3, καθώς και των από 24.2.2005 πρόσθετων λόγων αυτής :
1. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δεν έχει νόμιμη βάση είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του άνω Κώδικα, υπό την επίκληση ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων τρίτος εναγόμενος με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος, του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, πλην όμως η ανεπάρκεια τούτων περιορίζεται σε επισήμανση σφάλματος ως προς την ανάγκη κατεδαφίσεως, η οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με μόνη τη μη υποβολή προς έγκριση μελέτης για την ενοποίηση των δύο οικοδομικών αδειών. Προφανώς, όμως, το σφάλμα αυτό αναφέρεται στην εκτίμηση αποδείξεων, των οποίων όμως το πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Επομένως, ο λόγος αυτός, με τον οποίο, με την επίκληση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
2. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και το υπαγωγικό σφάλμα, ενώ είναι αυτονόητο, ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 134/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων τρίτος εναγόμενη με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και παραβίασε, εφαρμόζοντας εσφαλμένα, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 689, 690, 297 και 298 του ΑΚ και του νόμου περί τεχνικών μελετών, με το να δεχθεί ότι το γεγονός της μη υποβολής μελέτης προς έγκριση αρκούσε από μόνο του για να θεμελιώσει την κρίση του περί ελαττώματος, που προκαλούσε τη συγκεκριμένη αποκαταστατέα ζημία.
Όμως, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο αριθμητικώς ο νόμος για την έγκριση των τεχνικών μελετών και οι συγκεκριμένες ουσιαστικές διατάξεις τούτου που παραβιάστηκαν με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε περαιτέρω εξειδικεύονται οι παραδοχές και το υπαγωγικό σφάλμα χωριστά για καθένα από τους κανόνες αυτούς, που φέρεται πως παραβιάστηκαν, πέραν του ότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται, παρά αποσπασματικά και μόνο, οι παραδοχές τις προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος. 3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990), είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων τρίτος εναγόμενος με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή, αίροντα δε την υπαιτιότητα αυτού, ισχυρισμό του, ότι "εφόσον δεν είχε κληθεί από τον κύριο του έργου (εργοδότη) ή τον εργολάβο κατασκευαστή να παρίσταται στη σκυροδέτηση πριν την έναρξη των εργασιών, δεν είχε καμία δυνατότητα ελέγχου και συνεπώς δεν φέρει καμία ευθύνη για τα ελαττώματα της σκυροδέτησης" και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.
Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων τρίτος εναγόμενος πειράται να στηρίξει και στη διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ν. 1.396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές κλπ.", είναι προεχόντως αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προβάλλει, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό του, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, τον πρότεινε, ως όφειλε, νομίμως και ορισμένως, κατά το άρθρο 262 § 1 του άνω Κώδικος, στο δικαστήριο της ουσίας, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο μετά την παραδοχή της αγωγής από το πρωτόδικο δικαστήριο τον επανέφερε στο Εφετείο με του πρώτο και τρίτο λόγους εφέσεως, ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
V. Επί των κοινών λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως α) από 3.1.2003 του χ2, και β) από 11.12.2003 του χ3, καθώς και των από 24.2.2005 πρόσθετων λόγων αυτής :
Επειδή, οι αναιρεσείοντες δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι με τους τρίτο και πρώτο λόγους αναιρέσεως των κυρίων δικογράφων αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 και 1 του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, εφαρμόζοντας εσφαλμένα και παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 480 του ΑΚ περί διαιρετής παροχής και διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα της εκτάσεως της ευθύνης των περισσότερων υπόχρεων εναγομένων σε καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Όμως, όπως παραπάνω ειπώθηκε, κατά την έρευνα του μοναδικού λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ενάγοντος, έγινε δεκτό ότι το Εφετείο έσφαλε με το να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 480 του ΑΚ και να μη εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 481 του ΑΚ, διότι ο έννομος σκοπός της παροχής ενός έκαστου των ανωτέρω υπόχρεων δεν ήταν για όλους ο ίδιος, παρότι οι παροχές τους συνέπιπταν κατά το ποσό της ζημίας, αλλά καθένας από αυτούς υπείχε, σύμφωνα με το άρθρο 690 του αυτού Κώδικος, αυτοτελή ενοχική υποχρέωση για την καταβολή του συνόλου της ζημίας και μπορούσε να ασκηθεί εναντίον εκάστου αυτοτελής αγωγή, ανεξαρτήτως από την όποια ευθύνη των άλλων υπόχρεων, οι οποίοι ως εκ τούτου ευθύνονταν εις ολόκληρον στην καταβολή της οφειλόμενης από τις τρεις διακριτές συμβάσεις μισθώσεως έργου αποζημιώσεως.
Επομένως, οι ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με προβαλλόμενες από τους αναιρεσείοντες εναγόμενους αιτιάσεις για ευθύνη τούτων κατά ποσοστό έλασσον του προσδιοριζόμενου με βάση τον περί υποχρεώσεως καταβολής ίσου μέρους της αποζημιώσεως κανόνα του άρθρου 480 του ΑΚ, ως ευθυνόμενων από κοινού για την καταβολή του δεύτερου της αποζημιώσεως (1/2 : 2 = 1/4) και του πρώτου εναγόμενου εργολάβου κατά το άλλο δεύτερο, χωρίς μάλιστα την επίκληση περί συνομολογήσεως με τον ενάγοντα εργολάβο συμβατικού όρου για την κατά τον τρόπο αυτό κατανομή της εκτάσεως της ευθύνης τους για αποζημίωση, είναι αβάσιμοι και άρα απορριπτέοι.
VI. Επειδή, μετά από αυτά από τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει Α) να απορριφθεί 1) ως απαράδεκτη η από 3.1.2003 αίτηση αναιρέσεως του χ2 κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά του μη εμφανισθέντος και μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη ομοδίκου του αναιρεσείοντος πρώτου εναγόμενου Ψ1α, και 2) ως αβάσιμη η από 11.12.2003 αίτηση αναιρέσεως του χ3, καθώς και οι από 24.2.2005 πρόσθετοι λόγοι αυτής, και Β) να γίνουν εν μέρει δεκτές α) η από 17.4.2003 αίτηση του χ1, καθώς και οι από 11.3.2004 πρόσθετοι λόγοι αυτής, β) η από 3.1.2003 αίτηση αναιρέσεως του χ2, και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή αα) της μεν πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη διάταξη της με την οποία υποχρεώθηκαν οι τρεις εναγόμενοι να καταβάλουν το ποσό της αποζημιώσεως από 47.403,33 ευρώ διαιρετώς και κατισομοιρίαν, και ββ) της δε δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη διάταξη της, με την οποία οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα των οκτώ (8) μηνών, τόσο τόκους επί της θετικής ζημίας του ενάγοντος, όσο και διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια των μισθωμάτων του προς κατεδάφιση και ανακατασκευή ορόφου της οικοδομής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ι. Συνεκδικάζει τις αιτήσεις α) από 17.4.2003 του χ1, καθώς και τους από 11.3.2004 πρόσθετους λόγους αυτής, β) από 3.1.2003 του χ2, και γ) από 11.12.2003 του χ3, καθώς και τους από 24.2.2005 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 246/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
ΙΙ. Δέχεται εν μέρει την από 17.4.2003 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος χ1, καθώς και τους από 11.3.2004 πρόσθετους λόγους αυτής.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 246/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΙΙΙ.
Απορρίπτει την από 3.1.2003 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ψ2ε ως απαράδεκτη.
Δέχεται εν μέρει την από 3.1.2003 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2 κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Ψ1δ.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 246/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Χ1 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΙV.
Απορρίπτει την από 11.12.2003 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3, καθώς και τους από 24.2.2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Iουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ