Legislator Case Law & Legislation
1489/2007 AI generated

1489/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1489/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 816/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1719/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1489/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι τα ακριβή αίτια, που προκάλεσαν την πυρκαγιά και εντεύθεν το εργατικό ατύχημα δεν προσδιορίσθηκαν στις 9-3-1998 κατά τη διενέργεια αυτοψίας από τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και για το λόγο αυτό διατάχθηκε, στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα Αχιλλέα Κακαράτζα, ο οποίος στις 26-1-1999 συνέταξε τη σχετική έκθεσή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1489 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1489/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Βερνιλάκ Α.Ε.", που εδρεύει στο 26ο χιλιόμετρο Παλαιάς Εθνικής Οδού Αθηνών-Θηβών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη. Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γαλετζά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 816/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1719/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 24/4/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το τρίτο μέρος του και δευτέρου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ. και 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται αξίωση αποζημιώσεως υπέρ του ζημιωθέντος για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζημίων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι το εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, έλαβε χώρα στις 9-3-1998, ενώ η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες στις 9-12-2003 και 29-12-2003 αντίστοιχα, ήτοι μετά την πάροδο πενταετίας από το χρόνο του ατυχήματος.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι τα ακριβή αίτια, που προκάλεσαν την πυρκαγιά και εντεύθεν το εργατικό ατύχημα δεν προσδιορίσθηκαν στις 9-3-1998 κατά τη διενέργεια αυτοψίας από τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και για το λόγο αυτό διατάχθηκε, στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα Αχιλλέα Κακαράτζα, ο οποίος στις 26-1-1999 συνέταξε τη σχετική έκθεσή του.

Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξετάσεως και συγκεκριμένα, στις 30-3-1999 ασκήθηκε κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις του εμπρησμού από αμέλεια και της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου. Ο αναιρεσίβλητος, κατά τη διάρκεια της διενέργειας της προκαταρκτικής εξετάσεως και μέχρι το πέρας αυτής, δεν μπορούσε να γνωρίζει τα πραγματικά αίτια του τραυματισμού του και το πρόσωπο, στο οποίο αποδίδονταν αυτά, ώστε να μπορεί να ασκήσει τα αγωγικά του δικαιώματα.

Έτσι, ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση των εν λόγω περιστατικών μετά την άσκηση της ως άνω ποινικής διατάξεως σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος. Η εξέταση τόσο του τελευταίου στις 29-4-1998 όσο και του αναιρεσιβλήτου στις 26-5-1998 ως μαρτύρων, καθώς και η γνώση απ' αυτόν του δευτέρου αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της ομοδίκου του ανώνυμης εταιρίας, δεν συνιστά γνώση των αναγκαίων περιστατικών και του υποχρέου προς αποζημίωση, ώστε με βάση αυτά να μπορεί να ασκήσει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου.

Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση των αναγκαίων για τη θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεών του περιστατικών στις 30-3-1999, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ. δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον ανωτέρω χρόνο της επιδόσεως της ένδικης αγωγής στους αναιρεσίβλητους. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των τελευταίων περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αντιδίκου τους, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα καθόσον αφορά το χρόνο της γνώσεως από τον αναιρεσίβλητο των αναγκαίων περιστατικών για τη θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεών του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των εν λόγω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Ο αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι προσδιορίζεται μόνο με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. χωρίς να αναφέρονται οι αποδιδόμενες ως πλημμέλειες. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντος ισχυρισμού τους, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση των αναγκαίων για τη θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεών του περιστατικών τη 1-10-1998, οπότε μετά τη πλήρη αποκατάσταση της υγείας του επανήλθε στο χώρο της επιχειρήσεως αυτών και ανέλαβε εκ νέου την ίδια εργασία με την αυτή ακριβώς ιδιότητα και τα αυτά καθήκοντα, που εκτελούσε κατά το χρόνο πριν από το ατύχημα.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων. Τέλος, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου διακόπηκε ως προς αμφοτέρους του αναιρεσείοντας στις 13-12-2002, οπότε ο ίδιος με δήλωσή του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των ως άνω κατηγοριών σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος, ως υπευθύνου και νομίμου εκπροσώπου της ομοδίκου του εταιρίας, άσκησε πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίησή του, ποσού 43 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, επιφυλαχθείς για το υπόλοιπο ποσό, δεν στηρίζει το διατακτικό αυτής το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος διότι προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 914, 932 Α.Κ. και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση που δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του ανωτέρω άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά το οποίο ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας της ανωτέρω διατάξεως.

Εξάλλου, το άρθρο 16 παρ. 4 του Ν.551/1915, κατά το οποίο επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνο αν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών, που θέτουν όρους ασφαλείας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως το συντρέχον πταίσμα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της ως άνω διατάξεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επίσης ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε τη 1-9-1997 από την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως βοηθός χημικού μηχανικού στον τομέα βερνικιών και πλαστικών χρωμάτων του αναφερόμενου εργοστασίου αυτής.

Ο ανωτέρω στις 9-3-1998, κατόπιν εντολής του προϊσταμένου του, μετέβη στον ειδικό χώρο του εν λόγω εργοστασίου με μεταλλικό δοχείο, χωρητικότητας 30-40 λίτρων το οποίο μετέφερε σε ειδικό τροχήλατο καρότσι, προκειμένου να προμηθευτεί διαλυτικό υγρό. Ο αναιρεσίβλητος τοποθέτησε πρώτα στο δοχείο αυτό την ειδική ορειχάλκινη τσιμπίδα (γείωση) για την αποφυγή δημιουργίας στατικού ηλεκτρισμού και στη συνέχεια, αφού τοποθέτησε στον πυθμένα του συγκεκριμένου δοχείου την ελαστική μάνικα, έθεσε σε λειτρουργία το μοτέρ της αντλίας, ώστε να αρχίσει η ροή στο δοχείο του διαλυτικού υγρού.

Τη στιγμή εκείνη εμφανίσθηκαν φλόγες φωτιάς στο στόμιο του ελαστικού σωλήνα, που κρατούσε ο ίδιος και αμέσως άρχισαν να φλέγονται το πρόσωπο, τα μαλλιά και τα ρούχα αυτού, ενώ συγχρόνως, όταν βρισκόταν σε απόσταση 3-4 μέτρων από το σημείο αυτό, σημειώθηκε έκρηξη, οπότε αισθάνθηκε να καίεται στο πίσω μέρος του σώματός του.

Ο αναιρεσίβλητος, συνεπεία της εν λόγω πυρκαϊάς, υπέστη τις αναφερόμενες βαρειές σωματικές κακώσεις, για τις οποίες νοσηλεύθηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο μέχρι τις 29-4-1998, οπότε εξήλθε απ΄ αυτό με οδηγίες περαιτέρω νοσηλείας και σύσταση αποχής από την εργασία του επί εξάμηνο. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η ανωτέρω πυρκαϊά οφείλεται στη δημιουργία σπινθήρα από στατικό ηλεκτρισμό σε συνδυασμό με την ύπαρξη εύφλεκτου - εκρηκτικού μίγματος ατμών διαλυτικού και ατμοσφαιρικού αέρα κατά τη διαδικασία παραλαβής από τον αναιρεσίβλητο εύφλεκτου διαλύτη.

Το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των αναριεσειόντων και συγκεκριμένα, σε αμέλεια του δευτέρου εξ αυτών, νομίμου εκπροσώπου της ομοδίκου του και προστηθέντος απ΄ αυτή οργάνου, που α) δεν φρόντισε να βρίσκεται σε καλή κατάσταση η τσιμπίδα γείωσης στατικού ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα οι σταθερές άκρες αυτής, που τοποθετούνταν στο δοχείο παραλαβής διαλυτικών, να έχουν φθαρεί από την πολλαπλή χρήση τους, αφού χρησιμοποιούνταν ακόμη και στις περιπτώσεις πληρώσεως δοχείων με χρώματα, τα οποία παρέμεναν στην επιφάνειά τους και εμπόδιζαν τη σωστή λειτουργία τους, β) επέτρεψε να υπάρχουν στο συγκεκριμένο χώρο μεγάλες ποσότητες διαλυτικών υγρών μέσα σε βαρέλια, από τα οποία πολλά δεν έφεραν πώμα ασφαλείας, ενώ δεν φρόντισε ώστε κατά τη μεταφορά της ελαστικής μάνικας από το βαρέλι, όπου τοποθετείτο μόνιμα για στράγγιση, στο συγκεκριμένο δοχείο να μην υπάρχει απ΄ αυτή ροή διαλυτικού υγρού, γεγονός που επιβάρυνε το χώρο αυτό και είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύφλεκτο - εκρηκτικό μίγμα ατμών διαλυτικού και ατμοσφαιρικού αέρα και γ) υποχρέωνε τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος είχε προσληφθεί από τη πρώτη αναιρεσείουσα ως βοηθός χημικού μηχανικού και στου οποίου τα καθήκοντα δεν υπαγόταν η πλήρωση δοχείων με διαλυτικό υγρό, να εκτελεί την εργασία αυτή, που ανήκε σε ειδικευμένους για το σκοπό αυτό εργάτες, χωρίς να τον εφοδιάσει με την κατάλληλη προστατευτική ενδυμασία.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είναι συνυπαίτιος του τραυματισμού του, γιατί έλαβε όλα τα μέτρα ασφαλείας και ακολούθησε πιστά την όλη διαδικασία προμήθειας διαλυτικού υγρού. ΄Ετσι, αφού προηγουμένως απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη, έκρινε ακολούθως, μετ΄ εκτίμηση των συνθηκών τελέσεως του ατυχήματος, του είδους της βλάβης του αναιρεσιβλήτου, της θλίψεως αυτού, της εκτάσεως του πταίσματος των αναριεσειόντων και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων, από τους οποίους ο αναιρεσίβλητος δεν έχει άλλους οικονομικούς πόρους εκτός από το μισθό του, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα διατηρεί μεγάλη επιχείρηση, που στεγάζεται σε δέκα πέντε κτίρια εντός περιφραγμένου χώρου 37 στρεμμάτων περίπου και απασχολεί πολλούς εργαζομένους, αποκομίζοντας από τις εργασίες της σημαντικά κέρδη, ότι ο αναιρεσίβλητος, συνεπεία του τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται, ως χρηματική ικανοποίηση, το εύλογο ποσό των 70.000 ευρώ και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος της ένδικη αγωγή, κατά το σχετικό κονδύλιό της, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλ΄ ούτε και την αρχή της αναλογικότητας, που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2, 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, αφού στην παρούσα υπόθεση πληρούνται όλα τα κριτήρια αυτής.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά το άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα της αποκλειστικής υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος, της χρηματικής ικανοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, που υπέστη από την ανωτέρω αδικοπραξία και του καθορισμού του ύψους του απαιτουμένου γι΄ αυτή χρηματικού ποσού.

΄Αρα, οι τρίτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.

Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος.

Εξάλλου, η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν αποκλείεται και στην περίπτωση του εργατικού ατυχήματος από την ειδική ρύθμιση του Ν. 551/1915, γιατί δεν αποτελεί αποζημίωση για περιουσιακή ζημία. Αρκεί στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος να συνετέλεσε και αδικοπραξία του κυρίου της επιχειρήσεως ή των προστηθέντων απ΄ αυτόν προσώπων με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως.

Τέτοια αδικοπραξία μπορεί να υπάρχει και στην περίπτωση που δεν συντρέχει η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, η οποία θεμελιώνει την αξίωση αποζημιώσεως από τους κανόνες του κοινού αστικού δικαίου. Έτσι, η αξίωση για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να συρρέει με την περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του Ν. 551/1915.

Όμως αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που μπορεί να συρρέει με την περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, δεν είναι και εκείνη από το άρθρο 931 Α.Κ. υπό την προαναφερόμενη έννοια και δεν μπορεί να επιδικάζεται παράλληλα με τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 Α.Κ., γιατί αποτελεί αποζημίωση για περιουσιακή ζημία.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο παράλληλα με τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία και το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για τη συρρέουσα με εκείνη του Ν. 551/1915 αποζημίωσή του από το άρθρο 931 Α.Κ., υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, αφού επιπλέον ο τραυματισμός, που προκλήθηκε σ΄ αυτόν, συνεπεία της εν λόγω αδικοπραξίας, του κατέλιπε, όπως δέχθηκε τούτο, προβλήματα αισθητικής και ψυχολογικής φύσεως, τα οποία θα έχουν σοβαρή και δυσμενή επίδραση στο μέλλον του καθόσον αφορά στις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και θα πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου Σπυρίδωνος Κολυβά και του Αρεοπαγίτη Μαρίου - Φωτίου Χατζηπανταζή, η από το άρθρο 931 Α.Κ. αξίωση, η οποία χορηγείται στον παθόντα αν επιδρά στο κοινωνικό μέλλον του παθόντος υπό την έννοια της κοινωνικής του εξελίξεως και της κοινωνικής του εντάξεως και δεν καλύπτεται από τις αξιώσεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., είναι αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως αυτού κατά το μέτρο αποκαταστάσεως της κοινωνικής του απαξιώσεως από την αναπηρία ή την παραμόρφωση, που υπέστη και πρέπει το εύλογο προς τούτο χρηματικό ποσό να επιδικάζεται παράλληλα με τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 Α.Κ., στα πλαίσια της οποίας εντάσσεται χωρίς και να καλύπτεται απ΄ αυτή, όπως και δεν καλύπτεται από την περιουσιακή ζημία του άρθρου 929 Α.Κ..

Αξίωση δε χρηματικής ικανοποιήσεως, που μπορεί να συρρέει με την περιορισμένη αποζημίωση του άρθρου 3 του Ν. 551/1915 είναι και εκείνη από το άρθρο 931 Α.Κ. υπό την ως άνω έννοια, έτσι ώστε αυτή να επιδικάζεται παράλληλα με τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 Α.Κ.. ΄Αρα, ο αναιρεσίβλητος, παράλληλα με τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπραξία, δικαιούται και το αναφερόμενο χρηματικό ποσό για τη συρρέουσα με την αποζημίωσή του από το άρθρο 551/1915 χρηματική ικανοποίησή του από το άρθρο 931 Α.Κ.

και γι΄ αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος της αναιρέσεως. Όμως, λόγω του ότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2β Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους της από 16-6-2006 αιτήσεως των "ΒΕΡΝΙΛΑΚ Α.Ε." κ.λ.π. για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1719/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

-ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο επίσης στο σκεπτικό πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ