Supreme Court quashes lower court verdict for insufficient reasoning on joint liability in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding joint liability in a fatal traffic accident due to insufficient and contradictory reasoning. The appellants argued that the lower court failed to clearly establish the necessary facts for applying the relevant traffic code provisions, specifically regarding the parked car's position and the victim's location. Consequently, the court ruled that the appeal was admissible to the extent of the reasoning defects, remanding the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure; Article 34, paragraph 4 of the Traffic Code: When a lower court decision lacks sufficient or contradictory reasoning regarding the facts necessary for applying the law, the Supreme Court must quash the decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1489 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1489/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...................., 2. ......................., 3. ........................ και 4. ................................, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ρουμελιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ............................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο – Σπυρίδωνα Μαζαράκη και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΕΕΓΑ «Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 27 Σεπτεμβρίου 2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση – αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3440/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3380/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά πλειοψηφία τα εξής: «Την 3-6-2001 και περί ώρα 22.00 η 2η ενάγουσα, ........................, οδηγούσε το υπ' αρ. ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας της, με συνεπιβαίνοντα τον ανήλικο υιό της,................
και έβαινε μ' αυτό στην παράλληλη οδό της .........-..............., με κατεύθυνση προς ................ Η παράλληλη οδός αυτή, οδηγεί από τη .............. προς ..........-......... και στη συνέχεια διαμέσου ................ στην ........-.................., εξυπηρετεί ως επί το πλείστον τους κατοίκους του ................., έχει αραιή κυκλοφορία, είναι διπλής κατευθύνσεως, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,50 μ., ήτοι πλάτος 3,75μ.
για κάθε ρεύμα κυκλοφορίας και δεξιά της (με κατεύθυνση προς............... ) ευρίσκεται αύλακας υδάτων. Στο ύψος του 29ου χλμ. της ως άνω οδού, με κατεύθυνση προς ............, η 2η ενάγουσα στάθμευσε το όχημά της δεξιά της οδού και εν μέρει στον δεξιά κείμενο αύλακα υδάτων, με αναμμένα τα φώτα στάθμευσης (αλάρμ), αναμένοντας μαζί με τον ανήλικο υιό της τον σύζυγο της, 1° ενάγοντα.
Έτσι εξήλθαν από το αυτοκίνητο και ύστερα από 15-20 λεπτά η μεν 2η ενάγουσα ευρίσκετο στην πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος της, με την πόρτα ελαφρώς ανοιχτή, προσπαθώντας να τοποθετήσει πράγματα στο πάτωμά του, ενώ ο ανήλικος υιός της ήταν όρθιος, δίπλα στην αριστερή οπίσθια πόρτα του ΙΧΕ, πίσω από το σώμα της μητέρας του, στο ίδιο ύψος μ' αυτήν και μέσα στο οδόστρωμα , στο μέσον περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας.
Κατά τον ίδιο χρόνο, ο 1ος εναγόμενος, έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος, μετά από επεισόδιο που είχε με τη σύζυγο του και έχοντας περιέλθει σε κατάσταση μέθης, αφού διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα οινοπνεύματος που ανιχνεύτηκε στο αίμα του ήταν 400 ΜG/100 ΜL, οδηγούσε το υπ' αρ. .............. ΙΧΕ αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο στην 2η εναγόμενη-ενάγουσα για να μεταβεί στην οικία των γονέων του, στον ................
Αττικής. Έτσι, βαίνοντας με υπερβολική ταχύτητα, τουλάχιστον 70 χλμ. ωριαίως, ενώ σύμφωνα με τις εκεί πινακίδες το όριο ταχύτητας ήταν 30 χλμ., και φθάνοντας στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το όχημα της 2ης εναγούσης, επέπεσε στην ανοικτή αριστερή πόρτα και εν συνεχεία σε όλη την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της, τραυματίζοντας την ίδια εντελώς ελαφρά και παρασύροντας με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος της μετώπης του τον ανήλικο υιό της, τον οποίο εκτόξευσε αρκετά μέτρα μακριά, ο οποίος υπέστη βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του.
Ακολούθως, ο 1ος εναγόμενος, μολονότι ενεπλάκη στο τροχαίο αυτό ατύχημα, δεν στάθμευσε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος για να δώσει την αναγκαία βοήθεια και συμπαράσταση στον παθόντα, ούτε ειδοποίησε το ταχύτερο δυνατόν την πλησιέστερη αστυνομική αρχή, ούτε έδωσε τα στοιχεία του, αλλά τράπηκε σε φυγή, συνελήφθη δε μετά μισή ώρα περίπου, από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα .
Η σύγκρουση και οι εξ αυτής υλικές ζημιές του οχήματος της 2ας ενάγουσας οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, κατά ποσοστό 50% ενός εκάστου τούτων. Ειδικώτερα, ο 1ος εναγόμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, αλλά κινούμενος με υπερβολική άνω των 70 χλμ. ταχύτητα, ενόψει της εισόδου του σε στροφή και ενώ ήταν σε κατάσταση μέθης και η κίνηση της οδού ήταν ελάχιστη και μπορούσε να κάνει αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, δεν αντελήφθη καθόλου το σταματημένο αυτοκίνητο, που είχε αναμμένα τα αλάρμ, ούτε τον ανήλικο που ήταν όρθιος, δίπλα στην αριστερή οπίσθια πόρτα του, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν ανέκοψε καθόλου την ταχύτητα του, αλλά επέπεσε στην αριστερή πλευρά του σταματημένου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του ανηλίκου και την πρόκληση υλικών ζημιών στο όχημα της 2ας εναγούσης.
Επίσης, ευθύνεται κατά το προαναφερθέν ποσοστό 50% και η οδηγός 2α ενάγουσα, ως προς τις υλικές ζημιές του οχήματος της, καθόσον, κατά παράβαση του άρθρου 34 παρ. 4 ΚΟΚ, είχε παρανόμως σταθμεύσει το όχημα της με ανοιχτή την πίσω πόρτα, χωρίς να τοποθετήσει τριγωνική πινακίδα, όπως ώφειλε και είχε αρκετό χρόνο προς τούτο, καθόσον το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ του οχήματος της και της απαγορευτικής γραμμής υπερβάσεως ήταν μικρότερο των τριών μέτρων, ήτοι καταλάμβανε τουλάχιστον 1 μ.
του οδοστρώματος και με το άνοιγμα της θύρας περίπου 1,40 μ., και ο φωτισμός της οδού ήταν ανεπαρκής και έτσι συνετέλεσε στη σύγκρουση του οχήματός της με το όχημα του 1ου εναγομένου. Ως προς τον θανάσιμο τραυματισμό του ανηλίκου, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, ότι αυτός οφείλεται στην συγκλίνουσα αμέλεια του 1ου εναγομένου-οδηγού και του ιδίου του ανηλίκου, ετών 13, ο οποίος ενήργησε με διάκριση, κατ' άρθρο 917ΑΚ.
Ειδικώτερα, οφείλεται στην αμέλεια του 1ου εναγομένου κατά ποσοστό 45%, ο οποίος έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα, αν και ήταν σε κατάσταση μέθης και δεν αντελήφθη καθόλου τον ανήλικο, ο οποίος στεκόταν όρθιος μέσα στο οδόστρωμα δίπλα στην μισάνοιχτη πίσω αριστερή πόρτα (βλ. έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας), και στο μέσο περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας, αφού δεν ανέκοψε καθόλου την ταχύτητα του, με συνέπεια να τον παρασύρει, να τον πετάξει 1,5 μ.
στην άσφαλτο και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Επίσης, ως προς τον θανάσιμο τραυματισμό του ευθύνεται κατά ποσοστό 55% και ο ίδιος ο ανήλικος, ο οποίος ήταν 13 ετών, μαθητής του Κολεγίου Αθηνών, με ιδιαίτερη ευφυΐα και ενήργησε με διάκριση, ήτοι μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του διότι ήταν πεζός σε οδό που ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής, νύχτα και ευρισκόταν μέσα στο οδόστρωμα, χωρίς να έχει στραμμένη την προσοχή του στην πλευρά του κινουμένων οχημάτων για να τα αποφύγει, με συνεπεία την παράσυρσή του από το όχημα του 1ου εναγομένου και τον θανάσιμο τραυματισμό του.».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας στο επελθόν ατύχημα και του θανατωθέντος ανηλίκου στην επέλευση του θανάτου του. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό της δεξιά της αναφερόμενης οδού και εν μέρει στον δεξιά ευρισκόμενο αύλακα υδάτων, δηλαδή κατά ένα μέρος, εκτός του οδοστρώματος και με αναμμένα τα φώτα στάθμευσης (αλάρμ), και ότι προ του ατυχήματος αυτή ευρίσκετο στην πίσω αριστερή πόρτα του οχήματός της, με την πόρτα ελαφρώς ανοιχτή, προσπαθώντας να τοποθετήσει πράγματα στο πάτωμά του, ακολούθως προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα περί της συγκλίνουσας υπαιτιότητας αυτής για το ατύχημα, λόγω παράβασης του άρθρου 34 παρ. 4 (προδήλως παρ. 2η) του Κ.Ο.Κ., δέχεται αντιφατικά αλλά και με ανεπαρκή αιτιολογία το μεν ότι αυτή είχε σταθμεύσει παρανόμως το όχημά της με ανοιχτή την πίσω πόρτα, το οποίο έτσι καταλάμβανε 1,40 μ.
του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα το απομένον ελεύθερο πλάτος της εκ 3,75 μ. λωρίδας κυκλοφορίας της άνω οδού να είναι από τη διπλή διαχωριστική γραμμή μικρότερο των τριών μέτρων, χωρίς και να προσδιορίζει κατά πόσο μέρος το αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο στον αύλακα υδάτων και ποίο είναι το πλάτος αυτού με ή χωρίς ανοικτή την πίσω αριστερή πόρτα, το δε ότι ενήργησε την κατά τον άνω τρόπο στάθμευση του οχήματός της σε σημείο που ο φωτισμός της οδού ήταν ανεπαρκής.
Εξάλλου αντιφατική και ανεπαρκής, ενόψει των όσων δέχεται περί του σημείόυ στάθμευσης του άνω αυτοκινήτου είναι η αιτιολογία του Εφετείου αναφορικά με την συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος ανηλίκου, τον οποίο δέχεται ότι ήταν όρθιος δίπλα στην αριστερή οπίσθια πόρτα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, πίσω από το σώμα της μητέρας του, στο ίδιο ύψος με αυτή και μέσα στο οδόστρωμα, στη μέση περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας.
Συνεπεία δε των άνω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής ή μη της άνω διάταξης του Κ.Ο.Κ. και των περί συνυπαιτιότητας διατάξεων του ΑΚ. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, όχι δε και εκείνη εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
και είναι βάσιμος κατά το αντίστοιχο μέρος του ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης.
Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το περί συνυπαιτιότητας στο άνω ατύχημα της δεύτερης αναιρεσείουσας και του θανατωθέντος ανηλίκου κεφάλαιό της καθώς και με τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα λοιπά κεφάλαια αυτής. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό την 3380/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ