Supreme Court partially allows appeal against insurance company's liability decision regarding traffic accident compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a first-instance court's decision on insurance liability. The appellant argued that the insurance company's compensation amount was disproportionate and violated the principle of proportionality given his permanent disability. The court agreed that the awarded sum was unreasonably low compared to similar cases and the appellant's injury severity, thus remanding the case for a new substantive trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure; The legal interest requirement for an appeal is met when the appellant suffers harm from the lower court's decision, and if the lower court violates the principle of proportionality by awarding compensation significantly below the standard for similar cases, the appeal is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1488 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1488/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βασιλείου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Π. συζ. Ε. Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 25-4-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1130/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Εκδόθηκε η 245/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 226/2014).
Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που συνίσταται στην ανάγκη δικαστικής προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 του ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωτική, μεταξύ άλλων, όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αίτησης αναίρεσης ή των προσθέτων λόγων, οπότε και πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση, αλλιώς είναι απαράδεκτες.
Ωστόσο, αν οι ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων, όπως την ένσταση εκπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης ή την έλλειψη εννόμου συμφέροντος, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 1268/2017).
Με την κρινόμενη από 24-01-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 245/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων άσκησε την από 19-09-2014 αγωγή αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 66/2016 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την υπ' αριθμ. κατάθ. 47/11-07-2016 έφεση και η εναγομένη την υπ' αριθμ. κατάθ. 57/2017 αντέφεση, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 68/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα το ποσό των 80.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ και το ποσό των 60.000 ευρώ ως αποζημίωση κατ' άρθρο 932 του ΑΚ.
Κατόπιν ασκήσεως αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω απόφασης εκδόθηκε η 1130/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση ως προς τα κεφάλαια της κατ' άρθρ. 931 και 932 του ΑΚ αποζημίωσης. Ακολούθως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 245/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία συνεκδικάσθηκαν η έφεση με την αντέφεση, απορρίφθηκε η αντέφεση κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ για την κατ' άρθρο 931 του ΑΚ αποζημίωση και το ποσό των 30.000 ευρώ για την κατ' άρθρο 932 του ΑΚ αποζημίωση, ήδη δε η απόφασή του προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται, ότι ο αναιρεσείων στερείται εννόμου συμφέροντος, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκαν υπέρ αυτής μεγαλύτερα ποσά από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα. Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτος, διότι δεν υποβλήθηκε με τις προτάσεις της είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Προσέτι, ο ισχυρισμός αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσά υπολείπονται των αιτουμένων με την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση από 100.000 ευρώ για καθεμία από τις αιτίες αυτές.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα εξής: "Στις 24-3-2014 και περί ώρα 23.30' έλαβε χώρα τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα επί της οδού Γ. Παπανδρέου στα Ιωάννινα μεταξύ του με αρ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτ/του, που οδηγούσε ο Α. Β., ο οποίος είχε ασφαλίσει την αστική του ευθύνη για ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και του με αρ. κυκλ. ... μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο ενάγων. Με την υπ' αρ. 66/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον το κεφάλαιο αυτό της ανωτέρω απόφασης δεν προσβλήθηκε με την έφεση, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος κρίθηκε ο οδηγός του ΙΧΕ οχήματος.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο εκκαλών μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων " Γ.ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ" και εισήχθη στην χειρουργική κλινική, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εκτεταμένη ρήξη σπλήνας με παρουσία ευμεγέθους παρεγχυματικής θλάσης 8,4 cm περίπου, μεγάλο υποκάψιο αιμάτωμα, παρεγχυματικές θλάσεις διαμέτρου 1,6 cm και 0,9 cm στον κάτω πόλο του αριστερού νεφρού με συνοδό παρουσία συλλογής υγρού στον περινεφρικό χώρο.
Ακολούθως υποβλήθηκε, υπό γενική αναισθησία, σε εγχείριση σπληνεκτομής και αντιμετωπίστηκε συντηρητικά το υποκάμψιο αιμάτωμα. Την 1-4-2014 ο εκκαλών εξήλθε του νοσοκομείου και προς αποφυγή κάθε σωματικής δραστηριότητας κρίθηκε ότι χρήζει αναρρωτικής άδειας μέχρι τις 7-5-2014. Στις 30-5-2014 ο εκκαλών υποβλήθηκε εκ νέου σε ιατρικές εξετάσεις και λόγω της σπληνεκτομής και του αιματώματος στο αριστερό νεφρό κρίθηκε ότι χρήζει αποχής από κάθε έντονη δραστηριότητα και παραμονή σε βατό περιβάλλον μέχρι την αποκατάσταση του αιματώματος του νεφρού και εξαφάνιση της αιματουρίας, περιοδικού ελέγχου με υπέρηχο νεφρού και εξέτασης γενικής ούρων σε ένα μήνα και περιοδικά σε έξι μήνες, αποφυγής κραδασμών και σωματικής καταπόνησης, να μην σηκώνει βάρη άνω του ενός κιλού για 45 ημέρες λόγω του κινδύνου μετεγχειρητικής κήλης και ετησίως να κάνει εμβόλια κατά μηνιγγιτιδόκοκκου, αιμόφιλου, πνευμονιόκοκκου και γρίπης.
Επίσης συνεστήθη ιατρικώς στον εκκαλούντα ότι πρέπει να περιορίσει την έκθεσή του σε ιογενείς και μικροβιακές λοιμώξεις και να λάβει προφυλακτική χορήγηση αντιβιωτικής αγωγής, να προβαίνει κάθε 3μηνο σε έλεγχο των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων για τον κίνδυνο θρομβοκυτάρρωσης και λοίμωξης του οργανισμού λόγω μειωμένης αυτοκάθαρσης των βακτηριδίων εξαιτίας της απουσίας σπλήνας και σε υπέρηχο κοιλίας για τον έλεγχο του νεφρού για τον αποκλεισμό κινδύνου σοβαρής λοίμωξης - σήψης λόγω της ασπληνίας.
Από την επείγουσα λαπαροτομία και σπληνεκτομή που υποβλήθηκε, όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο αμέσως μετά τον τραυματισμό του, σήμερα ο εκκαλών φέρει εκτεταμένη επιμήκη υπερτροφική ουλή μήκους 29 cm και πλάτους 0,7 cm λόγω της χειρουργικής επέμβασης, η οποία ουλή άρχεται από το ύψος της ξιφοειδούς απόφυσης και επεκτείνεται κατακόρυφα με φορά προς τα κάτω έως τον άνω πόλο του ομφαλού, τον οποίο παρακάμπτει περιφερειακά για να καταλήξει κατακόρυφα πάνω από την ηβική σύμφυση, περαιτέρω δε φέρει και ουλές στην πλάγια κοιλιακή χώρα λόγω των μετεγχειρητικών παροχετεύσεων.
Η μεγάλη ουλή, που έχει δημιουργηθεί κατακόρυφα στο εμπρόσθιο μέρος του σώματός του είναι μόνιμη και δύσμορφη και η θέα της επηρεάζει τον εκκαλούντα ψυχολογικά και του προκαλεί αμηχανία ιδίως στη σχέση του με το αντίθετο φύλλο αλλά και στη συμμετοχή του σε ομαδικές δραστηριότητες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού του πταίσματος του υπαίτιου οδηγού, της ηλικίας του εκκαλούντος (22 ετών), του είδους του τραυματισμού του και της μόνιμης αναπηρίας του (25%), της θλίψης, της ταλαιπωρίας και του σωματικού και ψυχικού του πόνου καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, πρέπει να επιδικαστεί στον εκκαλούντα για την ηθική βλάβη, που υπέστη, χρηματική ικανοποίηση ποσού 30.000 €, το οποίο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), αφού το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος και να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος της αντέφεσης ως ουσία αβάσιμος". Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καθορίσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 του ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι το ποσό που το Εφετείο επιδίκασε, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δεν υπολείπεται και μάλιστα, καταφανώς, εκείνων, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, ούτε προσβάλλουν το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που προστατεύεται με την ανωτέρω υπερονομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του επιδικασθέντος ως άνω ποσού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.
Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 του ΑΚ, 25 παρ.1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική παροχή από τον τραυματισμό του, το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.
Ως προς το κεφάλαιο αυτό, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Εν προκειμένω ο εκκαλών, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 22 ετών, εργαζόταν ως σερβιτόρος και διανομέας (delivery) σε καφετέρια - κρεπερί στα Ιωάννινα.
Η αφαίρεση της σπλήνας αποτελεί μόνιμη κατάσταση μερικής αναπηρίας κατά ποσοστό 25% (ΥΑ Φ21/1993/Β - 819 "Κανονισμός εκτιμήσεως βαθμού αναπηρίας ΙΚΑ"), αυτή δε επήλθε και στον παθόντα (κατά το ίδιο ποσοστό) και ταυτίζεται με μερική (κατά το ίδιο ποσοστό) ανικανότητά του για εργασία, δεδομένου ότι κατά την ιατρική επιστήμη επηρεάζει δυσμενώς την άμυνα του οργανισμού και ανά πάσα στιγμή ο εκκαλών κινδυνεύει να υποστεί θρομβοκυττάρωση και λοίμωξη του οργανισμού του λόγω της μειωμένης αυτοκάθαρσης των βακτηριδίων.
Όπως προαναφέρθηκε, η σπλήνα αποτελεί σημαντικό μέρος του συστήματος άμυνας του ανθρώπινου οργανισμού, δηλαδή εντάσσεται στο ανοσοποιητικό σύστημα και είναι ικανή να καταστρέφει βακτήρια και άλλους μικροοργανισμούς που εισβάλλουν και μολύνουν το σώμα, λειτουργεί δε επίσης ως ένα όργανο καθαρισμού του αίματος, διότι στη σπλήνα καταστρέφονται μεταξύ άλλων, τα γερασμένα ή ανώμαλα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Σε ασθενείς στους οποίους έγινε σπληνεκτομή, οι λειτουργίες της σπλήνας, αναλαμβάνονται από άλλα όργανα, όπως το συκώτι. Όμως η απουσία της σπλήνας, αυξάνει ουσιαστικά τον κίνδυνο σοβαρών μολύνσεων του ασθενούς, που θέτουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή του σε κίνδυνο, ειδικότερα δε οι ασθενείς με σπληνεκτομή κινδυνεύουν περισσότερο από μολύνσεις και χρειάζονται εμβόλια που προστατεύουν από ορισμένα βακτήρια, τα οποία προκαλούν ιδιαίτερα επικίνδυνες γι' αυτούς μολύνσεις, ήτοι εμβόλια εναντίον του πνευμονιόκοκκου, του μηνιγγιόκοκκου, του αιμόφιλου της ινφλουέντζας τύπου Β και της γρίπης.
Συνιστάται σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε σπληνεκτομή να έχουν πάνω τους συνεχώς κάποιο αντικείμενο (πχ βραχιόλι, ταυτότητα κ.λπ.) αναγνωριστικό τύπου medic alert, για να γίνεται γνωστό σε οποιαδήποτε πιθανή περίθαλψή τους ότι δεν έχουν σπλήνα. Η ανωτέρω μερική αναπηρία του παθόντος θα επιβαρύνει την υγεία του εφ' όρου ζωής, γεγονός που θα συντελέσει στο μέλλον σοβαρό εμπόδιο στην ατομική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική του εξέλιξη, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιοριστεί και θα αποτελέσει σοβαρό παράγοντα στη μείωση δημόσιων σχέσεων και συναναστροφών του λόγω του ευπαθούς της υγείας του (κίνδυνος λοιμώξεων), δημόσιες σχέσεις που μπορεί σταδιακά να αναπτυχθούν και να αρχίζουν να του αποδίδουν ικανοποιητικά, όχι μόνο από άποψη εσόδων αλλά και ανάδειξη ευκαιριών, χρήσιμων κοινωνικών γνωριμιών και συναναστροφών, χωρίς να χρειάζεται να προκύπτει η πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη (...), αφού ναι μεν η σπληνεκτομή δεν εμποδίζει τη φυσιολογική του ζωή, αλλά η έλλειψη του οργάνου αυτού (σπλήνα) θα επηρεάσει δυσμενώς την άμυνα του οργανισμού του, καθιστώντας αυτόν ευπρόσβλητο σε ασθένειες σε σχέση με τους συνομηλίκους του και δεν θα δύναται πλέον να ασκεί, χωρίς να εκτίθεται σε κίνδυνο της υγείας του, επάγγελμα με επίπονη δραστηριότητα, όπως αυτή του σερβιτόρου και του διανομέα (delivery).
Επίσης, η μερική αυτή ανικανότητά του επηρεάζει αρνητικά την ψυχοσύνθεσή του, αφού διαρκώς στη ζωή του θα υπάρχει ο φόβος της προσβολής από λοιμώξεις και εμφάνισης νεοπλασιών σε μεγαλύτερο ποσοστό από το γενικό πληθυσμό. Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη, αφού κατ' αντικειμενική κρίση με βάση τη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας μια μόνιμη αναπηρία είναι δεδομένο ότι επιδρά στο μέλλον του παθόντος (...) κι επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος διότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ως βλάβης του σώματος του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να επιδικασθεί στον παθόντα ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ ποσού 20.000 €, το οποίο κρίνεται εύλογο, αφού το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος και να απορριφθεί ο αντίστοιχος λόγος της αντέφεσης ως ουσία αβάσιμος". Όμως το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής παροχής, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το προαναφερόμενο ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, ενόψει και των ανέλεγκτων αναιρετικά παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι η σπληνεκτομή κατόπιν χειρουργικής επέμβασης εξαιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, στην οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσείων, ηλικίας 22 ετών κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί μόνιμη μερική αναπηρία κατά ποσοστό 25%, η οποία στο μέλλον θα επιδράσει δυσμενώς στην επαγγελματική του εξέλιξη και τον κοινωνικό του βίο. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά απ' αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή, ως βάσιμου του 2ου λόγου της, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ' αυτό από τον Άρειο Πάγο με τη 1130/2018 απόφασή του.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ , ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 178 παρ. 2, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 245/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί την υπόθεση ως προς το ίδιο κεφάλαιο στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ