Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's rejection of debt collection notice due to lack of clarity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment rejecting a debt collection notice. The State argued the notice lacked clarity regarding the debt's nature and amount, preventing the debtor from verifying the claim. The court found the notice sufficiently clear based on accompanying documents and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; A debt collection notice is valid and not subject to appeal if it clearly identifies the debt's nature, cause, and amount, allowing the debtor to exercise a full defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1488 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1488/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 194/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης, ανέγνωσε την από 14-1-2019 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνας Μαυρικοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς τους λοιπούς να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης από 22-6-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 211/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 251/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η με αριθμό 211/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων επί της από 14-7-2011 εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αυτήν εκκαλουμένης με αριθμό 194/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο, δέχτηκε την από 10-8-2008 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλόμενη με αριθμό 276/4-8-2008 ατομική ειδοποίηση της Α' ΔΟΥ Ιωαννίνων, που αφορούσε απαίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ποσού 192.639,56 ευρώ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 KΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 KΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1και 2 και 576 παρ1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος εγκύρως, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.ΑΠ 8/2018, 1695/2017) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδαφ.β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ.
β ΚΠολΔ αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί. Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προυπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω με το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Mε την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοιού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κάποιου διαδίκου, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 1059 β'/7-6-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ιωαννίνων Θεοδώρας Αθανασοπούλου, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει, ότι αυτό, που επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση από 22-6-2015 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 211/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του προαναφερομένου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 27 στη δικάσιμο της 28-1-2019, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122 παρ.1, 123, 126 παρ. 1περ.α, 128 παρ.4, 129 παρ.2, 230 παρ.2, 498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η συζήτηση αναβλήθηκε, με αίτημα του αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο της 4-5-2020, κατά την οποία, η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο με πράξη του προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και γι' αυτό, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο με πρωτοβουλία του γραμματέα επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) ορίζει τα εξής: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει τα εξής: 1. "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις.
Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διά της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι' υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, δύναται να προσβληθεί εκ μέρους του οφειλέτη με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.. 1 του ΚΕΔΕ και η κοινοποιηθείσα προς εκείνον ατομική ειδοποίηση χρεών, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη νομίμου τίτλου, αφού ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του σχετικού ποσού και σκοπό έχει τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη του χρέους του, ούτως ώστε αυτός να μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικά, με την άσκηση ανακοπής ή να προβεί στη ρύθμισή του (ΑΠ 1538/2017, ΑΠ 904/2005, ΕλΣ 47/2010, ΣτΕ 3214/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος στην ένδικη ανακοπή του εξέθετε, ότι επιδόθηκε σ' αυτόν η υπ'αριθ. 276/04-08-2008 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Α' Ιωαννίνων, με την οποία του γνωστοποιήθηκε, ότι όφειλε να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 192.619, 56 ευρώ από εκχωρηθείσα σ' αυτό απαίτηση και ζήτησε την ακύρωσή της, μεταξύ άλλων λόγων και, διότι είναι αόριστη, αφού δεν αναγράφεται σ' αυτή το είδος του χρέους και συγκεκριμένα η αιτία της απαίτησης, ούτε και από ποιά επιμέρους κονδύλια προκύπτει το βεβαιούμενο ως άνω ποσό, ώστε να αμυνθεί και να ανταποδείξει την αλήθεια.
Το καθού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε και στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ότι η ατομική ειδοποίηση είναι μη εκτελεστή πράξη και δεν υπόκειται αυτοτελώς στην ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και ζήτησε την απόρριψή της για το λόγο αυτό. Το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ατομική ειδοποίηση προσβάλλεται αυτοτελώς με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.1 περ.
α του ΚΕΔΕ, πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε, αλλά σαφώς συνομολόγησε ότι η ανακοπή ασκήθηκε πριν από την έναρξη της εκτέλεσης και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ, καθόσον η ατομική ειδοποίηση, έστω και αν δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, συνιστά προπαρασκευαστική της εκτέλεσης πράξη, κατά της οποίας ρητά ο νόμος επιτρέπει την εκ μέρους του οφειλέτη ανακοπή και επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε ότι μπορεί να ασκηθεί ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, στρεφόμενη μόνο κατά της ατομικής ειδοποίησης, που στερείται εκτελεστότητας, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολ.
Δικονομίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 KΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο. (Ολ.
ΑΠ 5/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Σε βάρος του ανακόπτοντος Σ. Σ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... ατομική ειδοποίηση χρεών η οποία απεστάλη από το καθού η ανακοπή ελληνικό Δημόσιο στον ανακόπτοντα.
Στο σώμα αυτής της ατομικής ειδοποίησης, ουδεμία αναφορά γίνεται στην αιτία της οφειλής, αλλά αντιθέτως το καθ' ού η ανακοπή αορίστως ενημέρωσε τον ανακόπτοντα ότι μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της ατομικής ειδοποίησης, ο ανωτέρω δεν έχει ανταποκριθεί στις προσκλήσεις του Δημοσίου για τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, τις οποίες, όμως, κατά τα λοιπά δεν προσδιορίζει κατά την προέλευσή τους, και για τον λόγο αυτό τον καλεί να προβεί σε σχετική τακτοποίηση πριν το Δημόσιο προβεί σε πράξεις εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του, καθόσον, μάλιστα, κατά τα αναγραφόμενα το χρέος επιβαρύνεται με προσαυξήσεις.
Κατά τα λοιπά αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό των 192.649, 56 ευρώ αναλυόμενο σε 157.935, 37 ευρώ για τόκους και 34.714, 19 ευρώ για προσαυξήσεις χωρίς σύνδεση των ανωτέρω ποσών με οιαδήποτε ταμειακή βεβαίωση, η οποία δεν επιδόθηκε στον ανακόπτοντα. Από το σώμα, συνεπώς, του ανωτέρω εγγράφου δεν προκύπτει το είδος της οφειλής και συγκεκριμένα αν αφορά σε ποσά από μη καταβληθέντες φόρους ή ΦΠΑ ή ενδεχομένως από εκχωρηθείσες στο ελληνικό Δημόσιο απαιτήσεις ή απαιτήσεις συμβατικές του Δημοσίου σε βάρος του νυν ανακόπτοντος, ούτε ο τρόπος προσδιορισμού και εξαγωγής της ποσότητας της οφειλής, ήτοι του τελικού ποσού και ειδικότερα η κίνηση του τυχόν τηρηθέντος λογαριασμού και ιδίως αν το φερόμενο ποσό κεφαλαίου περιλαμβάνει κεφαλαιοποιηθέντες τόκους και σε καταφατική περίπτωση ποιού χρονικού διαστήματος, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα της πράξης αυτής στην τελευταία περίπτωση.
Βέβαια, ο ανακόπτων κατόπιν έρευνάς του πληροφορήθηκε ότι η ανωτέρω οφειλή αφορά σε ποσά από σύμβαση ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε συνομολογήσει το έτος 1995 με συμβαλλόμενη του την Τράπεζα Κρήτης, στη θέση της οποίας εν συνεχεία υπεισήλθε η Τράπεζα "Ε. Ε. Ε. Α.Ε." και η οποία στις 4-1-2000 έκλεισε το σχετικό λογαριασμό καταγγέλλοντας την ανωτέρω σύμβαση...", και στη συνέχεια δέχτηκε επίσης τα ακόλουθα: "..Με δεδομένο, δηλαδή, ότι ο ανακόπτων έχει προβεί κατά τα ανωτέρω σε σημαντικού ύψους καταβολές, που αφορούν και σε τόκους και ιδίως τόκους εξ ανατοκισμού, προς την Τράπεζα Ε., αλλά λαμβανομένου υπόψη ότι το αναγγελθέν ως εκχωρηθέν ποσό εμφανίζεται κατά κεφάλαιο ως σχεδόν διπλάσιο (157.935, 37 ευρώ) έναντι του αναγγελθέντος (79.236, 98 ευρώ) η ανωτέρω αοριστία αναφορικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης, την οποία πρέπει να ενσωματώνει ο νόμιμος τίτλος του Δημοσίου, δεν θεραπεύεται.
Ο ανακόπτων λόγω της πλήρους αυτής αοριστίας, δεν δύναται να αρνηθεί αιτιολογημένα την απαίτηση του Δημοσίου, αφού το Δημόσιο από τα επιδοθέντα σε αυτόν έγγραφα δεν καθιστά σαφές, ούτε το αν και σε αυτό το αναγγελθέν ως εκχωρηθέν ποσό των 79.236, 98 ευρώ, έχει ληφθεί υπόψη το προστατευτικό πλέγμα των ανωτέρω διατάξεων, ούτε το πώς έχει διπλασιασθεί κατά κεφάλαιο το εν λόγω ποσό στην ατομική ειδοποίηση, ούτε αν εν τέλει το ποσό αυτό αφορά μόνο στην εκχωρηθείσα ως άνω απαίτηση ή ενδεχομένως και σε άλλη απαίτηση, αφού σε κάθε περίπτωση στην ατομική ειδοποίηση ούτε η αιτιολογία της οφειλής αναφέρεται, ούτε η κίνηση του λογαριασμού αναγράφεται, ούτε το χρονικό σημείο υπολογισμού των προσαυξήσεων διευκρινίζεται, ούτε το αν έχουν ληφθεί υπόψη ως προς αυτές (τις προσαυξήσεις) τα όρια, που θέτουν οι νόμοι 2601/1998, 2789/2000, 2912/2001 και 3259/2004.
Μόνη, όμως, η μεταβολή του προσώπου του δανειστή δια της εκχώρησης, ως προς την οποία, άλλωστε, ο ανακόπτων ήδη εκ του νόμου δεν έχει λόγο, αλλά παραμένει αμέτοχος, δεν είναι δυνατόν να μετακυλύει πρόσθετα βάρη στον οφειλέτη, όπως θα κατέληγε τυχόν αντίθετη θεώρηση και στην υπό κρίση περίπτωση...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει βάσιμους τους δεύτερο και εν μέρει τέταρτο λόγους της ανακοπής, με τους οποίους ο αναιρεσίβλητος προέβαλε, ότι δεν προσδιορίζεται στην επιδοθείσα ατομική βεβαίωση το είδος του χρέους και ειδικότερα η ακριβής αιτία της απαίτησης, ούτε και από ποιά επί μέρους κονδύλια προκύπτει το βεβαιούμενο ποσό, μεταξύ της εκχωρηθείσας και ταμειακώς βεβαιωθείσας απαίτησης, ώστε να αμυνθεί και να ανταποδείξει την αλήθεια.
Εν προκειμένω με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προσάπτει στο Εφετείο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), αναφέροντας, κατά λέξη, τα ακόλουθα: " Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των άρθρων 2 παρ.2 και 4 του ΚΕΔΕ, κατέληξε στην κρίση, ότι η επίμαχη ατομική ειδοποίηση πάσχει αοριστίας, ενώ, φέρει όλα τα νόμιμα στοιχεία που εξειδικεύουν τον οφειλέτη (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ΑΦΜ, διεύθυνση) και την οφειλή (επιμέρους κονδύλια της οφειλής, ήτοι βασική οφειλή, ποσού 157.935, 37 ευρώ, και όχι ποσό τόκων, όπως εσφαλμένα δέχεται η εκκαλουμένη + προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής από την ημερομηνία βεβαίωσης του χρέους, ποσού 34.714, 19 ευρώ και η επιτασσόμενη χρονολογία πληρωμής του χρέους).
Περαιτέρω, από τον με αριθμό 30/2006 χρηματικό κατάλογο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, προκύπτει σαφώς η αιτία της οφειλής, δεδομένου ότι αναγράφεται "Εκχωρήσεις Απαιτήσεων δανείων Τράπεζας Κρήτης με Κωδ. Αριθμούς φόρου 3616" και από την ημερομηνία 31.07.2005 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης χρέους προκύπτει το είδος του χρέους αλλά και το οικονομικό έτος βεβαίωσης.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι η ατομική ειδοποίηση τύγχανε πλήρης και καθ' όλα ορισμένη, η όποια δε παράλειψη νόμιμα συμπληρώνεται από το τον με αριθμό 30/2006 χρηματικό κατάλογο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και από την με ημερομηνία 31.07.2005 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης χρέους, ο δε αντίδικος έλαβε γνώση της οφειλής του, όπως κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με συνέπεια να μην υφίσταται καμία αοριστία της ατομικής ειδοποίησης και ο αναιρεσίβλητος να έχει τη δυνατότητα λυσιτελούς άμυνας έναντι του Δημοσίου.", στη συνέχεια δε ότι " ...
η κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τυγχάνει εσφαλμένη καθώς τόσο από την ατομική ειδοποίηση όσο και από την ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο, προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου, η αιτία της οφειλής και αναφέρεται το ύψος της οφειλής, τόσο συνολικά, όσο και αναλυτικά κατά κεφάλαιο και τόκους, με συνέπεια ουδεμία αοριστία να υφίσταται ενώ η απαίτηση του Δημοσίου τυγχάνει βεβαία και πλήρως εκκαθαρισμένη".
Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, ενόψει των πραγματικών παραδοχών, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις οποίες δεν εξειδικεύεται και δεν προσδιορίζεται στην ατομική ειδοποίηση το είδος του χρέους και ειδικότερα η ακριβής αιτία της απαίτησης, ούτε και από ποιά επί μέρους κονδύλια προκύπτει το βεβαιούμενο ποσό, από την ατελή δε αυτή και αόριστη περιγραφή της ενδίκου απαιτήσεως, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη συνισταμένη στην αδυναμία του να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής και να αποκρούσει αυτή, επιπλέον δε, το αναιρεσείον βαρύνεται με την απόδειξη της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής του αναιρεσιβλήτου, κάτι που μπορεί να επιτύχει με την ύπαρξη σαφούς νόμιμου τίτλου, με τον οποίο επιδιώκει την καταβολή των παραπάνω χρηματικών ποσών από τον τελευταίο, σαφήνεια όμως που απουσιάζει, ενώ δεν αποδεικνύεται, ότι τα έγγραφα, που συγκροτούν την απαίτησή του, είχαν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στον ανακόπτοντα πριν από την άσκηση της ανακοπής, κάτι που ούτε το αναιρεσείον επικαλείται, συνάγεται, ότι ο νόμιμος τίτλος, που στηρίζεται στα έγγραφα, που προβάλλει το αναιρεσείον, δεν ήταν πλήρης και η απαίτηση του αναιρεσείοντος δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, οπότε, ενόψει των προαναφερθέντων, σαφώς προκύπτει ότι, με αυτά, που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ και οι προκείμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ` ακολουθία αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον ο αναιρεσίβλητος λόγω της απουσίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 211/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ