Legislator Case Law & Legislation
1488/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific factual grounds in the appeal petition.

Case Number 1488/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding and applied the law incorrectly, but failed to cite specific factual errors. The court ruled that an appeal petition must explicitly state the concrete facts constituting the alleged error, rather than merely listing legal provisions or expressing general dissatisfaction with the court's evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 514, 518, 553, 559, 560, 564, 565 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must contain at least one specific ground of appeal based on concrete facts establishing the error, and a mere citation of legal provisions without factual grounding renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specific grounds required factual error standard Code of Civil Procedure appeal petition requirements evidence evaluation legal error citation

Cited Legislation

AI generated
Article 514 of the Code of Civil Procedure
Article 518 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 565 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 901/2010
Supreme Court Case 1172/2008
Supreme Court Case 1687/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1488 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1488/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ντόκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καληλέρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/4/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε επί της από 5-10-2012 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 14/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε ερήμην των τελευταίων και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-11-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη, όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία όμως μόνο ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (ΑΠ 1687/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1, 553 παρ. 1 εδ. β και 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων που κατέστησαν τελεσίδικες, ασκείται δε από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι, επίσης, για τους διαμένοντας στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 παρ.1, 552, 553 παρ. 1, 554, 564 και 565 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για το διάδικο που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε από το Εφετείο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης αρχίζει όχι από της επιδόσεως της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο διάδικος θα μπορούσε, ασκώντας οποτεδήποτε ήθελε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγεί τις διατάξεις για την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 818/2002). Το δικαστήριο συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση, για να είναι παραδεκτή, απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ αν το πρόσωπο έχει στον τόπο όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Από τη διάταξη αυτή, σαφώς προκύπτει ότι η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου μπορεί να γίνει κατ' επιλογήν του δικαστικού επιμελητή είτε στην κατοικία του αποδέκτη, είτε στον τόπο της εργασίας ή της επαγγελματικής του δραστηριότητας (Ολομ.

ΑΠ 3/2001). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι έγγραφα συντασσόμενα κατά τους νομίμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή από πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία, κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας του αυτής, δηλαδή τα δημόσια έγγραφα, μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από τις περί επιδόσεως διατάξεις του αυτού Κώδικα και ειδικότερα των άρθρων 122 παρ. 1, 139 παρ. 1 και 140 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, περιλαμβάνονται και οι από τους δικαστικούς επιμελητές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, συντασσόμενες εκθέσεις επιδόσεως δικογράφων, ως προς τα περιεχόμενα σ' αυτές περιστατικά, που δεν υποπίπτουν ως εκ της φύσεώς των στην άμεση αντίληψη του επιδίδοντος, μεταξύ των οποίων και του τόπου της κατοικίας καταστήματος, γραφείου ή εργαστηρίου εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, αποδεικνύουν μεν πλήρως (άρθρο 440) τα περιστατικά αυτά, όχι όμως μέχρι προσβολής των επί πλαστότητι, γι' αυτό και επιτρέπεται ως προς τις σχετικές με αυτά βεβαιώσεις του δικαστικού επιμελητή ανταπόδειξη.

Το βάρος δε της ανταποδείξεως αυτής φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαιώσεως στην έκθεση του επιμελητή (ΑΠ 1428/1988, ΑΠ 981/1977). Το γεγονός ότι το οίκημα στο οποίο έγινε η επίδοση αποτελεί οικία ή γραφείο εκείνου στον οποίο έγινε η επίδοση δεν είναι από τα γεγονότα για τα οποία έχει άμεση αντίληψη ο δικαστικός επιμελητής.

Επομένως αυτός που ισχυρίζεται ότι το οίκημα που έγινε η επίδοση δεν αποτελούσε την κατοικία του (όπως βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης) βαρύνεται με την απόδειξη του γεγονότος αυτού, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλει την έκθεση επίδοσης ως πλαστή (ΑΠ 1019/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, τέτοια δε δικονομική ακυρότητα συνιστά και η άσκηση εκπρόθεσμης εφέσεως (ΑΠ 118/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Επί της από 25-11-2008 αγωγής του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσειόντων η 14/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία αυτή (αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5-10-2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία η μεν έφεση του πρώτου εξ αυτών απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, η δε έφεση του δευτέρου έγινε δεκτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο απέρριψε την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, καίτοι αυτός είχε ισχυρισθεί με την έφεσή του και τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η επίδοση σ' αυτόν της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν άκυρη, διότι δεν έγινε σύμφωνα με το νόμο, ότι δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως και ότι συνεπεία αυτού υπέστη δικονομική βλάβη.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η επίδοση έγινε στην οδό ..., στον ..., διεύθυνση στην οποία ουδέποτε είχε μόνιμη ή θερινή κατοικία, καθόσον είναι μόνιμος κάτοικος ... με αποτέλεσμα να μην αρχίσει η προθεσμία προς άσκηση έφεσης. Με την πληττόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο εφεσίβλητος - ενάγων με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του, στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, προέβαλε τον ισχυρισμό του απαράδεκτου της ένδικης έφεσης ως προς τον πρώτο εκκαλούντα λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, για το λόγο ότι η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε στις 23-3-2011 στον ...

επί της οδού ..., η οποία ήταν και η μόνη γνωστή διεύθυνση του ανωτέρω εναγομένου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. 3745/23-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Ι. Β., την απόδειξη εγχείρισης στον Αξιωματικό Υπηρεσίας Σ. Κ. και την από 24-3-2011 βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή και η έφεσή του ασκήθηκε στις 5-10-2012.

Ο πρώτος εκκαλών - δεύτερος εναγόμενος με τις προτάσεις του, που κατέθεσε νομότυπα στο δικαστήριο τούτο προς αντίκρουση του ως άνω ισχυρισμού διατείνεται ότι κατά το χρόνο της επίδοσης της εκκαλουμένης η πραγματική του κατοικία, βρισκόταν στις ... και έτσι δεν άρχισε να τρέχει η προς άσκηση έφεσης προθεσμία του άρθρου 518 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, η από μέρους του ασκηθείσα έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, στις 5-10-2012 είναι εμπρόθεσμη και τυπικά παραδεκτή.

Ωστόσο, δεν γίνεται ταυτόχρονη επίκληση εκ μέρους του και περιστατικών από τα οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να προκύπτει ότι, ο εφεσίβλητος είχε λάβει γνώση της ως άνω κατοικίας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, είτε λόγω της εκ μέρους του γνωστοποίησής της σ' αυτόν, είτε με οποιοδήποτε τρόπο, ή ότι ο ως άνω δικαστικός επιμελητής αν ενεργούσε με τη δέουσα επιμέλεια και κατά τις αρχές της καλής πίστης, μπορούσε με ευχέρεια να πληροφορηθεί, ότι ο εκκαλών δεν κατοικούσε μόνιμα στην άνω οικία στο ... ( ...), αλλά στις ...

και στην επικαλούμενη εκ μέρους του διεύθυνση, ήτοι στη .... Ενόψει τούτων και εφόσον ο ανωτέρω εκκαλών δεν επικαλείται τα ως άνω περιστατικά τα οποία αληθή υποτιθέμενα θα ανταποδείκνυαν ως μη αληθή την βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή, αναφορικά με την κατοικία του πρώτου εκκαλούντος επί της οδού ...

στο ... και μη νόμιμη την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ο σχετικός ισχυρισμός του είναι, ως προεκτέθηκε αόριστος και εκ του λόγου αυτού απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο ανωτέρω ισχυρισμός θα ήταν απορριπτέος και ως αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώτος εκκαλών κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ήτοι στις 23-3-2011, κατοικούσε στις ...

και στην ανωτέρω διεύθυνση, όσα δε κατέθεσε σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα ο εξετασθείς ανωμοτί δεύτερος εκκαλών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο. Σημειωτέον ότι από το προσκομιζόμενο με επίκληση ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει ότι ο πρώτος εκκαλών είχε δηλώσει προς τον εφεσίβλητο ότι διέμενε προσωρινά στις ..., χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει ούτε την ακριβή διεύθυνσή του στη χώρα αυτή, αλλά ούτε και τον τόπο της κατοικίας του στην Ελλάδα.

Επίσης, το προσκομιζόμενο με επίκληση εκ μέρους του πληρεξούσιο με αριθμό ..2/22-3-2012, που συντάχθηκε ενώπιον του Γ. Π., Προξένου της Ελλάδας στο Χιούστον και στο οποίο γίνεται αναφορά στη διεύθυνση του ανωτέρω εκκαλούντος στις ..., συντάχθηκε στις 22-3-2012, ήτοι μετά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προμνημονευμένα στη μείζονα σκέψη, η επίδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, που έγινε επί της οδού ...

στο ..., ήτοι στη διεύθυνση της κατοικίας του δευτέρου εναγομένου - πρώτου εκκαλούντος, η οποία είχε αναφερθεί στο δικόγραφα της αγωγής και ήταν η μέχρι τότε γνωστή στον ενάγοντα, είναι έγκυρη, ακόμη και αν ο τελευταίος αποδέκτης της επίδοσης, δεν είχε ή δεν έχει πια εκεί την κατοικία του, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 128 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ.

Επομένως, λόγω της εγκυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, από την επόμενη ημέρα, που έλαβε χώρα αυτή, ήτοι από 24-3-2011, άρχισε να τρέχει η προς άσκηση έφεσης προθεσμία των τριάντα ημερών, του άρθρου 518 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, η από μέρους του δευτέρου εναγομένου ασκηθείσα έφεση κατά της παραπάνω απόφασης, στις 5-10-2012, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού του εφεσιβλήτου, πράγμα που και αυτεπάγγελτα ερευνάται, από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως προς τον πρώτο εξ αυτών δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του εκείνο, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ο πρώτος αναιρεσείων κακώς δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην λόγω της, κατά τα προεκτεθέντα, άκυρης επίδοσης της ένδικης αγωγής, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η μη επίδοση της αγωγής δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

αναιρετικό λόγο, για τη θεμελίωση του οποίου απαιτείται να εχώρησε ερημοδικία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, προϋπόθεση η οποία δε συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η συζήτηση στο Εφετείο έγινε αντιμωλία των διαδίκων (ΑΠ 708/2008).

Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων και όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αυτής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης του Εφετείου, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης ήθελε θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με δεδομένο ότι το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση καταθέσεως δικογράφου την 1-4-2016, ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας αναιρέσεως, η οποία άρχισε την επομένη της εκπνοής (23-4-2011) της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (επίδοση της προσβαλλομένης 14/2011 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας στις 23-3-2011 (υπ' αριθμ. 3745/23-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου Ι.

Δ. Β.), λήξη προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως 23-4-2011, έναρξη προθεσμίας αναιρέσεως 24-4-2011, λήξη προθεσμίας αναιρέσεως 24-5-2011, κατάθεση ένδικης αναιρέσεως την 1-4-2016, έχει ασκηθεί εκπροθέσμως και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η αίτηση αναίρεσης ως προς το δεύτερο των αναιρεσειόντων ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 577 ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο 'Αρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή αποφάσεως του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της αιτήσεως.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΑΠ 901/2010, ΑΠ 1172/2008).

Με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 8, 10, 11, 14, 19 και 20 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο, όπως από αυτό προκύπτει, δεν περιέχεται κανένας σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως που να αφορά πλημμέλεια της αμέσως πιο πάνω εφετειακής αποφάσεως και συγκεκριμένα λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ούτε παρατίθενται, έστω και αποσπασματικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά παρατίθενται μόνο οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ότι η πωληθείσα στον αναιρεσίβλητο βαμβακοσυλλεκτική μηχανή δεν είχε τις συμφωνηθείσες ιδιότητες και συγκεκριμένα δεν έφερε τα συλλεκτικά της εξαρτήματα, χωρίς τα οποία ήταν αδύνατη η χρησιμοποίησή της σύμφωνα με τον προορισμό της, ήτοι για τη συλλογή βάμβακος, χωρίς ωστόσο να αποδίδεται άλλη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-4-2016 αίτηση αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ