Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling employer's duty to pay does not exempt tortfeasor under Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding tort damages. The appellant argued that the employer's obligation to pay benefits should offset the tortfeasor's liability, but the court found this reasoning flawed. The court ruled that the specific provision of the Civil Code explicitly prevents the tortfeasor from being exempted or partially relieved simply because a third party is obligated to provide support or benefits to the victim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 930 para. 3 of the Civil Code; The obligation of a third party to pay compensation or support to the victim does not exempt the tortfeasor from liability for personal injury or death.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1488 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1488/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 21-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2171/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 749/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ειρήνη Καλού ανέγνωσε την από 29-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στην κατ' άρθρο 928-929 ΑΚ υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.
Με τη διάταξη αυτή o νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (ολομ.
ΑΠ 807/1973). Η ΑΚ 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του.
Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της ΑΚ 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, παρά το ότι από η γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση που αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι <<άλλος>> με την έννοια της ΑΚ 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λ.π.). Επομένως, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 384/2013, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002 ΑΠ 1213/2001).
Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν, 1654/1986 σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (Α.Π. 1127/02, Α.Π. 1213/2001, Α.Π. 928/ 1994).
Εν όψει όλων αυτών, η αξίωση του παθόντος κατά του ζημιώσαντος προς αποζημίωση αυτού δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποκρουσθεί από τον ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος, και ειδικότερα το Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης, υποχρεούμενος εκ του νόμου, κατέβαλε ήδη στον αποσχόντα αναιτίως από την εργασία του, λόγω του τραυματισμού του, το μισθό του - στον οποίο περιλαμβάνονται και τα χορηγούμενα στους μισθωτούς δώρα (Χριστουγέννων και Πάσχα) και επίδομα αδείας , διότι και αυτά αποτελούν μισθό - τον οποίο έτσι δεν απώλεσε ο παθών (ΑΠ 1230/1989).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια δε και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1366/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης από 7-7-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 749/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 εδ. 3 ΑΚ αποζημίωση ίση με τις αποδοχές που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κρίσμο χρόνο αποχής του από την εργασία του ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού λόγω αναρρωτικών αδειών εξ αιτίας του υπαίτιου τραυματισμού του από τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, παρά το ότι:
α) καταβλήθηκαν εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου στο αναιρεσίβλητο οι ως άνω αποδοχές του και συνεπώς ο τελευταίος δεν υπέστη ζημία, β) το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε τις κατά τον κρίσιμο χρόνο αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, όχι ως αποζημίωση (γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του πραγματικού της ΑΚ 930 εδ γ), αλλά προκειμένου - και μόνον - να εκπληρώσει την εκ του νόμου (άρθρα 41 - 43 του υπαλληλικού κώδικα) υποχρέωσή του προς καταβολή μισθού στον ανυπαιτίως μη παρασχόντα τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητο (άρθρα 41 - 44 ν. 3528/2007) και γ) δεν προβλέπεται από σύμβαση του αναιρεσιβλήτου μετά του Ελληνικού Δημοσίου, ή εκ του νόμου (υπαλληλικού ή στρατιωτικού κώδικα ή άλλου νόμου) η σωρευτική είσπραξη της αξιούμενης αποζημίωσης και της παροχής του Ελληνικού Δημοσίου, αφ' ενός μεν εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του ΑΚ 930 εδ 3 ΑΚ, αφ' ετέρου δε διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες , στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί της από 18-7-2011 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 2171/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε το σχετικό 3ο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου λόγω στέρησης των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας συνεπεία της απότοκης του ένδικου ατυχήματος απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του για το λόγο ότι έκρινε ως νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ, και ακολούθως έκανε δεκτή εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στρεφόμενη κατ' αυτής και του μη διαδίκου στην κατ' έφεση και στην παρούσα δίκη Θ.
Κ. ως οδηγού και ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως προς το κεφάλαιό της αυτό .
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα περιστατικά: <<Με τη με αριθμό 9557/1998 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε κατ' έφεση επί της από 21-6-1996 ασκηθείσας αγωγής του εφεσιβλήτου κατά της εκκαλούσας και με την οποία επιδικάστηκε στον πρώτο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 5.176.536 δραχμών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, κατ' αρθρ. 322 επ ΚΠολΔ, ότι:
α) στις 14-12-1995, στην Αθήνα και επί της λεωφόρου Κατεχάκη, στο ύψος του Στρατιωτικού Άλσους, από αποκλειστική υπαιτιότητα του Θ. Κ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εκκαλούσα - εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", επήλθε σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου, με τη με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσυκλέτα του εφεσιβλήτου - ενάγοντος Β. Ν., ηλικίας 34 ετών, αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού με βαθμό Λοχαγού, την οποία οδηγούσε ο ίδιος και β) ότι συνεπεία του ατυχήματος αυτού ο εκκαλών- ενάγων υπέστη κάταγμα έσω και έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής, υποβληθείς σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής ανάταξης του κατάγματος και νοσηλεία και υποχρεωθείς να απέχει από τα καθήκοντα της υπηρεσίας του και τις δραστηριότητες του επί εξάμηνο, με αποτέλεσμα να υποστεί τις αναφερόμενες στην ως άνω απόφαση θετικές και αποθετικές ζημιές και ηθική βλάβη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος ενάγων, μετά την αποκατάσταση του ανωτέρω τραύματός του και την αποθεραπεία του, επανήλθε στην υπηρεσία του και συνέχισε να υπηρετεί κανονικά ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, προαχθείς από το έτος 2002, σε Αντισυνταγματάρχη. Όμως, κατά το έτος 2005, άρχισε να αισθάνεται ενοχλήματα στην περιοχή του παλαιού τραύματος της δεξιάς ποδοκνημικής, τα οποία στη συνέχεια επιδεινώθηκαν και υποχρεώθηκε στις 17-7-2006 να εισαχθεί για ιατρικές εξετάσεις στο Ναυτικό Νοσοκομείο Κρήτης, από όπου εξήλθε στις 19-7-2006, με τη διάγνωση "βαρειά οστεοαρθρίτιδα σε έδαφος αμφισφύριου κατάγματος".
Ακολούθως και λόγω της εξακολούθησης και επίτασης των ενοχλημάτων αυτών, τα οποία ήταν αίσθηση έντονου άλγους στην παρατεταμένη βάδιση, προοδευτικά επιδεινούμενη δυσκαμψία του δεξιού σφυρού και δημιουργία, περιστασιακά, ύγραρθρου, παράλληλα με τη διαπίστωση από τους θεράποντες ιατρούς, ελαφράς ατροφίας των μυών της γαστροκνημίας δεξιά, υποχρεώθηκε, να μεταβαίνει συχνά προς εξέταση και νοσηλεία στο 404 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας, στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών και σε άλλα στρατιωτικά νοσοκομεία, όπου οι ιατροί του χορηγούσαν διαδοχικές αναρρωτικές άδειες.
Επειδή δε, συνεπεία της ανωτέρω καταστάσεώς του, αδυνατούσε πλέον να εκτελεί ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, παραπέμφθηκε από την υπηρεσία του στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή Στρατού, η οποία με τη με αριθμό 586/2-4-2008 γνωμάτευσή της, αφού διαπίστωσε ομοίως την ύπαρξη "βαρειάς οστεοαρθρίτιδας και δυσκαμψίας δεξιάς ποδοκνημικής σε έδαφος χειρουργηθέντος αμφισφύριου κατάγματος", του χορήγησε μακρά αναρρωτική άδεια διαρκείας έξι (6) μηνών.
Στις 15-4-2009 και μετά από σχετική αναφορά του ενάγοντος στην υπηρεσία του, το Γενικό Επιτελείο Στρατού και η Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή τον έκριναν, συνεπεία της παραπάνω κακής κατάστασης της υγείας του, ανίκανο για ενεργό υπηρεσία στο Στράτευμα και την 1-6-2009 ακολούθησε η προαγωγή του για λόγους υγείας, στο βαθμό του Συνταγματάρχη και η αποστράτευσή του, σε ηλικία 48 ετών.
Εξάλλου, ο παραπάνω πραγμ/νας ιατρός (Ν. Σ.), κατά την εξέταση του ενάγοντος στις 24-1 1-2009, διαπίστωσε ότι ο τελευταίος πάσχει από βαρειάς μορφής οστεοαρθρίτιδα, μόνιμη ιπποποδία, σε θέση πελματιαίας κάμψης 30° και έξω στροφή του άκρου ποδός, ότι έχει λίαν επώδυνη και μεγάλη δυσκαμψία, καθώς και μεγάλη δυσχέρεια βάδισης ακόμη και με μικρή κόπωση, ότι έχει σκληρή διόγκωση και παραμόρφωση δεξιάς ποδοκνημικής και ότι συνεπεία των ως άνω βλαβών, η αναπηρία που του καταλείπεται, η οποία είναι μόνιμης μορφής, ανέρχεται σε ποσοστό 40 -50%.
Επίσης, απεφάνθη ότι τοιαύτη βαρείας μορφής οστεοαρθρίτιδα, είναι δυνατόν να εμφανιστεί ως απώτερη επιπλοκή ένεκα προηγηθέντος αμφισφύριου κατάγματος και ότι είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση, απότοκη του αμφισφύριου κατάγματος που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, πλην ότι εμφανίζεται σπανίως και ως εκ τούτου δεν ήταν προβλεπτή από τον ενάγοντα κατά το χρόνο του ατυχήματος ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε των 10 και πλέον ετών από τότε (βλ.
σχετική έκθεση πραγμ/συνης). Επίσης και η τεχνική σύμβουλος ιατρός (Μ. Γ.) που εξέτασε τον ενάγοντα κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, κατέληξε στο ίδιο βασικά συμπέρασμα αναφορικά με την επελθούσα βλάβη του, ήτοι ότι πάσχει από σοβαρά αρθρίτιδα δεξιάς ποδοκνημικής, απότοκη βαρειάς κακώσεως (αμφισφύριου κατάγματος) της εν λόγω αρθρώσεως, πλην ισχυρίστηκε ότι η βλάβη αυτή ήταν αναμενόμενη, λόγω του ότι το κάταγμα ήταν επιπεπλεγμένο (βλ.
σχετική γνωμοδότηση), χωρίς όμως να διευκρινίζει και το πότε αναμενόταν να επέλθει η ως άνω επιπλοκή. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η προξενηθείσα βαρειά οστεοαρθρίτιδα του εφεσιβλήτου - ενάγοντος είναι απότοκη του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα και ότι η επιπλοκή αυτή στην κατάσταση της υγείας του, ενόψει του ότι είναι σπάνια και ότι εμφανίστηκε μετά από χρονικό διάστημα άνω των 10 ετών μετά την αποθεραπεία του, κατά το οποίο δεν παρουσίαζε προβλήματα, ήταν απρόβλεπτη και μη αναμενόμενη...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, από 10-7-2006 ανέρχονταν σε 2.959,72 ευρώ και από 1-9-2006 σε 2.974,12 ευρώ. Συνεπεία της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του κατά τα ανωτέρω, κατέστη ανίκανος προς εργασία, και έλαβε αντίστοιχες αναρρωτικές άδειες, κατά τα πιο κάτω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα μέχρι τις 19-6-2008 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, συνολικής διαρκείας τούτων 9 1/2 μηνών (ήτοι 285 ημερών), ενώ και για τον μετά από την άσκηση της αγωγής χρόνο και συνεχώς, μέχρι τις 12-10-2008, του είχε χορηγηθεί αναρρωτική άδεια για χρονικό διάστημα 3 1/2 ακόμη περίπου μηνών (ήτοι 102 ημερών), διότι εκτιμήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του ότι κατά το παραπάνω μελλοντικό χρονικό διάστημα, θα είναι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ομοίως ανίκανος προς εργασία, για τους ίδιους ως άνω λόγους.
Ειδικότερα: A) ο εφεσίβλητος - ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, έλαβε αναρρωτικές άδειες κατά τα χρονικά διαστήματα : 1) από 17-7-2006 έως 17-8-2006 (ήτοι 30 ημέρες ή ένα (1) μήνα), 2) από 29-8-2007 έως 12-10-2007 (ήτοι 45 ημέρες ή 1 1/2 μήνα), 3) από 17-10-2007 έως 30-11-2007 (ήτοι 45 ημέρες ή 1 1/2 μήνα), 4) από 20-12-2007 έως 17-2-2008 (ήτοι 60 ημέρες ή 2 μήνες), 5) από 21-2-2008 έως 21-3-2008 (ήτοι 30 ημέρες ή 1 μήνα) και 6) από 15-4-2008 έως 30-6-2008 (βλ.
σχετικώς τα από 19-7-2006, 29-8-2007 και 17-10-2007 εξιτήρια του Ναυτικού Νοσοκομείου Κρήτης, τα από 19-12-2007 και από 20-2-2008 εξιτήρια του 404 Στρατιωτικού Νοσοκομείου Λάρισας, το από 2-4-2008 φύλλο πορείας του 404 ΣΝΛ καθώς και πίνακα αναρρωτικών αδειών του Γενικού Επιτελείου Στρατού). Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2006 έως 17-8-2006 (1 μήνα) που οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 2.959,72 μηνιαίως, στερήθηκε το ποσό των 2.959,72 ευρώ, ενώ κατά τα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα μέχρι τις 30-6-2008 (8 1/2 μήνες) που οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 2.974 μηνιαίως, στερήθηκε το ποσό των 25.221,26 (2.974 X 8 1/2 μην) ευρώ, ήτοι, συνολικά, για όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα των 9 μηνών, η ζημιά του ανέρχεται στο ποσό των 28.180,98 (2.959,72 + 25.221,26) ευρώ.
Επίσης, ο εφεσίβλητος - ενάγων δικαιούται για το πιο πάνω χρονικό διάστημα και α) την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2006 (για 30 ημέρες) ποσού 285 ευρώ, β) την αναλογία επιδόματος άδειας 2007 (για30 ημέρες), ποσού 93 ευρώ, γ) την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2007(για 90 ημέρες) 855,90 ευρώ, δ) την αναλογία δώρου Πάσχα 2008 (για 50 ημέρες) 500 ευρώ και ε) την αναλογία επιδόματος άδειας 2008 (για 210 ημέρες) 650 ευρώ, ήτοι δικαιούται για τις αιτίες αυτές το ποσό των 2.383,9 (285 + 93 + 855,90 + 500 + 650) ευρώ.
Άρα; για την ήδη επελθούσα ζημιά του, δικαιούται το συνολικό ποσό των 30.564,88 (28. 180,98 + 2.383,90) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Β) Εξάλλου, ο εφεσίβλητος - ενάγων κατά το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής και μέχρι τις 12-10-2008 κατά το οποίο θα είναι επίσης ανίκανος προς εργασία θα στερηθεί τα ποσά των μηνιαίων αποδοχών του:
αα) για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2008, ανερχόμενα σε 8,922 ευρώ (2.974 X 3 μην) και ββ) για το χρονικό διάστημα από 1η έως 12η Οκτωβρίου 2008 το ποσό των 1.427,52 ευρώ (2.974 X 12/25) πλην όμως για το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα, 0α του επιδικαστεί το ποσό των 356,88 ευρώ που κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι του οφείλεται από 1η έως 3η -1 0-2008 και δεν πλήττεται το κονδύλιο αυτό με λόγο εφέσεως.
Επίσης, ο ενάγων δικαιούται και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2008 (για 150 ημέρες) το ποσό των 1.414 ευρώ. Άρα για τη μέλλουσα ζημιά του , δικαιούται το συνολικό ποσό των 10.692,88 (8.922 +356,88 +1414) ευρώ, νομιμοτόκως από τη καθυστέρηση καταβολής κάθε μερικότερου ποσού, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω. Η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς μεν έκρινε ότι τα ήδη απωλεσθέντα εισοδήματα αποδοχών του εφεσιβλήτου - ενάγοντος μέχρι τις 30-6-2008 ανέρχονται σε 28.180,98 ευρώ και οφείλονται νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, επίσης ορθά έκρινε ότι τα λοιπά εισοδήματα αποδοχών του ενάγοντος για τους μήνες Ιούλιο Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2008 ανέρχονται από 2.974 ευρώ για κάθε μήνα, καθώς και ότι οφείλονται για αναλογία δώρου Χριστ/νων 2006, επιδόματος άδειας 2007, δώρου Χριστ/νων 2007, τα ποσά των 285, 93 και 855,90 ευρώ, αντίστοιχα, πλην εσφαλμένα έκρινε ότι το ποσό των αποδοχών του μηνός Ιουλίου 2008 από 2.974 ευρώ, οφείλεται ως ήδη επελθούσα ζημία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αντί ότι οφείλεται νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής του, επίσης εσφαλμένα επιδίκασε μεγαλύτερα των ανωτέρω αναφερομένων ποσά για αναλογία δώρου Πάσχα 2008 επιδόματος άδειας 2008 και δώρου Χριστ/νων 2008 και τέλος εσφαλμένα επιδίκασε για αναλογία επιδόματος αδείας 2009 το ποσό των 294,50 ευρώ, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα για το τελευταίο και χωρίς τούτο να οφείλεται.
Επομένως, ο 2ος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη παραπονείται για την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών στον εφεσίβλητο ενάγοντα είναι εν μέρει βάσιμος... Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι την παραπάνω αποζημίωση δικαιούται ο εφεσίβλητος - ενάγων έναντι της εκκαλούσας - εναγομένης κατ' άρθρο 930 παρ.3 ΑΚ, διάταξη, από την οποία όπως γίνεται δεκτό, δεν εξαιρείται η περίπτωση του ζημιωθέντος μισθωτού του Δημοσίου, ο οποίος λαμβάνει τις αποδοχές του από το Δημόσιο και κατά το διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία.
Κατά συνέπεια και ο 3ος λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές, και αφού προέβη σε σχετικό υπολογισμό των ως άνω αποδοχών του, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση, ίση με τις αποδοχές του (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας) του κρίσιμου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο συνεπεία της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του κατέστη ανίκανος προς εργασία και απέσχε από την εργασία του στο Δημόσιο ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, το συνολικό ποσό των 41.257,76 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της κατά παραδοχή άλλων λόγων της έφεσης.
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος-ενάγοντος για αποζημίωση λόγω στέρησης των εισοδημάτων του από την εργασία του εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή της εργασίας συνεπεία της απότοκης του ένδικου ατυχήματος απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του έκρινε ότι κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ., ο αναιρεσίβλητος παθών από αδικοπραξία, ο οποίος έλαβε τις αποδοχές του από το Δημόσιο και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία κατά το οποίο απέσχε αναιτίως από την εργασία του λόγω αναρρωτικών αδειών δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών που έλαβε από το Ελληνικό Δημόσιο, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως και ότι η περίπτωση του αναιρεσείοντος ενάγοντος μισθωτού του Δημοσίου, δεν εξαιρείται από τη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ .
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένως τον εφαρμοσθέντα απ' αυτό κανόνα ουσιαστικού δικαίου της ως άνω διάταξης , ούτε άλλη διάταξη και ειδικότερα τις διατάξεις του Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα που επικαλείται η αναιρεσείουσα (άρθρα 41 - 44 ν. 3528/2007, ή τις αντίστοιχες του προϊσχύσαντος αυτού Δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα) από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση του Δημοσίου προς καταβολή μισθού στον ανυπαιτίως μη παρασχόντα τις υπηρεσίες του δημόσιο υπάλληλο, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν η διάταξη του άρθρου 930 παράγρ. 3 ΑΚ εφαρμόζεται, όχι μόνο στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε αλλά σε κάθε περίπτωση παροχής τρίτου, από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το Δημόσιο στα πλαίσια της σχέσης δημοσίου δικαίου που τον συνέδεε με τον αναιρεσείοντα αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού, κατέβαλε στον τελευταίο τις προβλεπόμενες αποδοχές του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της ανικανότητάς του προς εργασία λόγω αδικοπραξίας, είτε γίνεται εκουσίως χωρίς νομική υποχρέωση, η οποία αποβλέπει να ωφελήσει τον προσβληθέντα και όχι το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης.
Επί πλέον, ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλ. δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση που να αποκλείει τη σωρευτική απόληψη από τον παθόντα και των δύο παροχών, στην περίπτωση του Δημοσίου που παρέχει τις αποδοχές σε πρόσωπο που αδυνατεί να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες του, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία, εξ αιτίας του τραυματισμού του από αδικοπραξία τρίτου, όπως συμβαίνει με τη νομοθεσία του ΙΚΑ, ο δε περαιτέρω προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός ότι η σωρευτική είσπραξη από τον ζημιωθέντα της αποζημίωσης και της παροχής του τρίτου πρέπει να γίνεται δεκτή, μόνο αν προβλέπεται από τη σύμβαση ή τις διατάξεις του νόμου που διέπουν την σχέση μεταξύ ζημιωθέντος και τρίτου, είναι αβάσιμος.
Επίσης, με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφού ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος σωρευτικής απόληψης από τον αναιρεσίβλητο παθόντα που απείχε αναιτίως από την εργασία του, λόγω του τραυματισμού του, πέραν των αποδοχών που του κατέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης, υποχρεούμενος από το νόμο, και της οφειλόμενης από τον αδικοπραγήσαντα παραπάνω αποζημιώσεως διέλαβε στην απόφαση πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ που εφάρμοσε και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
II. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.9 περ.β του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, μετά από ανεπίτρεπτη μεταβολή του αγωγικού αιτήματος επιδίκασε αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή περισσότερο απ' ότι ζητήθηκε.
Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια δηλαδή αν το Δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή περισσότερο απ' ότι ζητήθηκε (ΑΠ 860/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να εκτιμήσει ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων ζήτησε με την από 26-5-2008 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 105853/26-5-2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πέραν των μηνιαίων μισθών του κρίσιμου χρονικού διαστήματος και αποζημίωση λόγω απώλειας των δώρων εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και επιδόματος αδείας, καίτοι τούτο δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα και ακολούθως να επιδικάσει στον τελευταίο παρ' ότι δεν ζητήθηκε απ' αυτόν, αποζημίωση για απώλεια αναλογίας δώρου Χριστουγέννων 2006, 2007 και 2008, αναλογία δώρου Πάσχα 2008, αναλογία επιδόματος αδείας 2007, 2008 και 2009 έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με αυτή.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος -ενάγων με την από 26-5-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. 105853/26-5-2008) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων: α) Θ. Κ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και β) της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία <<Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕ>>, νομίμως εκπροσωπούμενης, ήδη αναιρεσείουσας, όπως το δικόγραφο αυτής επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ)και εκτιμήθηκε και από το Εφετείο, ζήτησε να υποχρεωθεί η ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και τότε εκκαλούσα, να του καταβάλει νομιμοτόκως, τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2006 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, καθώς και θα υποστεί στο μέλλον κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής και μέχρι τις 12-10-2008, λόγω στερήσεως των εισοδημάτων από την εργασία του, από την απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του σε οδικό τροχαίο ατύχημα που συνέβη το έτος 1995, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ'αυτή και που σύμφωνα με την προεκδοθείσα κατ' φεση 9557/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά στη στέρηση των εισοδημάτων του από την εργασία του ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή: <<...Συνεπεία της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας μου, η έναρξη της οποίας υπολογίζεται μετά την 19-7-2006, ζημιώθηκα τα εξής ποσά:1) Είμαι Αντ/ρχης του Ελληνικού Στρατού, απόφοιτος της Ανώτατης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου Υψηλής Στρατηγικής, Γεωπολιτικής Ανάλυσης, Γεωστρατηγικής Ανάλυσης, Οικονομικής Ανάλυσης, Διεθνών Οργανισμών, Διεθνούς Δικαίου, κλπ., Οικονομικού Πανεπιστημίου, μετεκπαιδευθείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με άριστες προοπτικές να ανέλθω εις τις ανώτατες βαθμίδες της Ιεραρχίας.
Οι μηνιαίες αποδοχές μου ανήρχοντο εις το ποσό των 2.974,00 ευρώ και ετησίως στο ποσό των 41.636,00 Ευρώ (14Χ 2.974,00 Ευρώ). Ήδη, από 19/7/2006, μου έχουν χορηγηθεί για τις ανωτέρω αιτίες, που οφείλονται εις την απρόβλεπτη δυσμενή εξέλιξη της υγείας μου, συνεπεία του τραυματισμού μου κατά το ένδικον ατύχημα, αναρρωτικές άδειες 393 ημερών, με συνέπεια να έχω ζημιωθεί εκ της αιτίας ταύτης τις αποδοχές που αναλογούν εις το ανωτέρω χρονικό διάστημα και οι οποίες ανέρχονται εις το ποσό των 41.636Ε X 393/ 365 = 44.829,99 Ευρώ.
Η ζημία αυτή είναι αποκαταστατέα κατ' άρθρον 930 παρ. 3 ΑΚ.>>. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την παραπάνω αιτία, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 44.829,99 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής, στο ιστορικό της οποίας ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, για τον υπολογισμό της ζημίας του επικαλείται ετήσιες αποδοχές 14 μηνών, στις οποίες είναι σαφές ότι περιλαμβάνονται τα επιδόματα εορτών και άδειας, συμποσούμενα, ως είθισται να υπολογίζονται, στο ύψος των αποδοχών 2 μηνών, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος -ενάγων συμπεριέλαβε μεταξύ των αξιώσεων αποζημίωσης που προέβαλε με αυτή ότι είχε κατά των εναγομένων και αξίωση αποζημίωσης ίση με τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, και επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος αποχής του από την εργασία του ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, λόγω αναρρωτικών αδειών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα, της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα αποκαταστατέας κατ' άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ ζημίας του, συνιστάμενης στις αποδοχές του που αναλογούν στο χρονικό διάστημα των 393 ημερών που του χορηγήθηκαν αναρρωτικές άδειες, λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία συνεπεία της απότοκης του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, ως αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, από 10-7-2006 ανέρχονταν σε 2.959,72 ευρώ και από 1-9-2006 σε 2.974,12 ευρώ. Συνεπεία της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του κατά τα ανωτέρω, κατέστη ανίκανος προς εργασία, και έλαβε αντίστοιχες αναρρωτικές άδειες, κατά τα πιο κάτω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα μέχρι τις 19-6-2008 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, συνολικής διαρκείας τούτων 9Vi μηνών (ήτοι 285 ημερών), ενώ και για τον μετά από την άσκηση της αγωγής χρόνο και συνεχώς, μέχρι τις 12-10-2008, του είχε χορηγηθεί αναρρωτική άδεια για χρονικό διάστημα 3 1/2 ακόμη περίπου μηνών (ήτοι 102 ημερών), διότι εκτιμήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς του ότι κατά το παραπάνω μελλοντικό χρονικό διάστημα, θα είναι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ομοίως ανίκανος προς εργασία, για τους ίδιους ως άνω λόγους.
Ειδικότερα: A) ο εφεσίβλητος - ενάγων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, έλαβε αναρρωτικές άδειες κατά τα χρονικά διαστήματα : 1) από 17-7-2006 έως 17-8-2006 (ήτοι 30 ημέρες ή ένα (1) μήνα), 2) από 29-8-2007 έως 12-10-2007 (ήτοι 45 ημέρες ή 1 1/2 μήνα) , 3) από 17-10- 2007 έως 3 0-11-2007 (ήτοι 45 ημέρες ή 1 1/5 μήνα), 4) από 20-12-2007 έως 17-2-2008 (ήτοι 60 ημέρες ή 2 μήνες), 5) από 21-2- 2008 έως 21-3-2008 (ήτοι 30 ημέρες ή 1 μήνα) και 6) από 15-4-2008 έως 30-6- 2008 (βλ.
σχετικώς τα από 19-7-2006, 29-8-2007 και 17-10-2007 εξιτήρια του Ναυτικού Νοσοκομείου Κρήτης, τα από 19-12-2007 και από 20-2-2008 εξιτήρια του 404 Στρατιωτικού Νοσοκομείου Λάρισας, το από 2-4-2008 φύλλο πορείας του 404 ΣΝΛ καθώς και πίνακα αναρρωτικών αδειών του Γενικού Επιτελείου Στρατού). Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από 17-7-2006 έως 17-8-2006 (1 μήνα) που οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 2.959,72 μηνιαίως, στερήθηκε το ποσό των 2.959,72 ευρώ, ενώ κατά τα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα μέχρι τις 30-6-2008 (8 1/2 μήνες) που οι αποδοχές του ανέρχονταν σε 2.974 μηνιαίως, στερήθηκε το ποσό των 25.221,26 (2.974 X 8 1/2 μην) ευρώ, ήτοι, συνολικά, για όλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα των 9 μηνών, η ζημιά του ανέρχεται στο ποσό των 28.180,98 (2.959,72 + 25.221,26) ευρώ.
Επίσης, ο εφεσίβλητος - ενάγων δικαιούται για το πιο πάνω χρονικό διάστημα και α) την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2006 (για 30 ημέρες) ποσού 285 ευρώ, β) την αναλογία επιδόματος άδειας 2007 (για30 ημέρες), ποσού 93 ευρώ, γ) την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2007(για 90 ημέρες) 855,90 ευρώ, δ) την αναλογία δώρου Πάσχα 2008 (για 50 ημέρες) 500 ευρώ και ε) την αναλογία επιδόματος άδειας 2008 (για 210 ημέρες) 650 ευρώ, ήτοι δικαιούται για τις αιτίες αυτές το ποσό των 2.383,9 (285 + 93 + 855,90 + 500 + 650) ευρώ.
Άρα, για την ήδη επελθούσα ζημιά του, δικαιούται το συνολικό ποσό των 30.564,88 (28. 180,98 + 2.383,90) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Β) Εξάλλου, ο εφεσίβλητος - ενάγων κατά το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής και μέχρι τις 12-10-2008 κατά το οποίο θα είναι επίσης ανίκανος προς εργασία θα στερηθεί τα ποσά των μηνιαίων αποδοχών του:
αα) για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2008, ανερχόμενα σε 8,922 ευρώ (2.974 X 3 μην) και ββ) για το χρονικό διάστημα από 1η έως 12η Οκτωβρίου 2008 το ποσό των 1.427,52 ευρώ (2.974 X 12/25) πλην όμως για το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα, θα του επιδικαστεί το ποσό των 356,88 ευρώ που κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι του οφείλεται από 1η έως 3η-10-2008 και δεν πλήττεται το κονδύλιο αυτό με λόγο εφέσεως.
Επίσης, ο ενάγων δικαιούται και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2008 (για 150 ημέρες) το ποσό των 1.414 ευρώ. Άρα για τη μέλλουσα ζημιά του , δικαιούται το συνολικό ποσό των 10.692,88 (8.922 + 356,88 + 1414) ευρώ, νομιμοτόκως από τη καθυστέρηση καταβολής κάθε μερικότερου ποσού, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί κατωτέρω. Η εκκαλουμένη απόφαση ορθώς μεν έκρινε ότι τα ήδη απωλεσθέντα εισοδήματα αποδοχών του εφεσιβλήτου - ενάγοντος μέχρι τις 30-6-2008 ανέρχονται σε 28.180,98 ευρώ και οφείλονται νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, επίσης ορθά έκρινε ότι τα λοιπά εισοδήματα αποδοχών του ενάγοντος για τους μήνες Ιούλιο Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2008 ανέρχονται από 2.974 ευρώ για κάθε μήνα, καθώς και ότι οφείλονται για αναλογία δώρου Χριστ/νων 2006, επιδόματος άδειας 2007, δώρου Χριστ/νων 2007, τα ποσά των 285, 93 και 855,90 ευρώ, αντίστοιχα, πλην εσφαλμένα έκρινε ότι το ποσό των αποδοχών του μηνός Ιουλίου 2008 από 2.974 ευρώ, οφείλεται ως ήδη επελθούσα ζημία, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αντί ότι οφείλεται νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής του, επίσης εσφαλμένα επιδίκασε μεγαλύτερα των ανωτέρω αναφερομένων ποσά για αναλογία δώρου Πάσχα 2008 επιδόματος άδειας 2008 και δώρου Χριστ/νων 2008 και τέλος εσφαλμένα επιδίκασε για αναλογία επιδόματος αδείας 2009 το ποσό των 294,50 ευρώ, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα για το τελευταίο και χωρίς τούτο να οφείλεται.
Επομένως, ο 2ος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα - εναγομένη παραπονείται για την επιδίκαση των ανωτέρω ποσών στον εφεσίβλητο ενάγοντα είναι εν μέρει βάσιμος. Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός της προαναφερόμενης ότι ο ενάγων δεν ζήτησε αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που αφορά τον μετά τη σύνταξη της αγωγής χρόνο , είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι αναρρωτικές άδεις που επικαλείται ότι έλαβε ο τελευταίος, η ανικανότητα προς εργασία που επικαλείται ότι υπέστη και θα υφίσταται, καθώς και το ύψος του αιτούμενου ποσού, αφορούν σαφώς και το χρόνο αυτό, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής του, κατά την ορθή εκτίμησή του.
Επίσης, ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι ο ενάγων δεν ζήτησε να του επιδικαστεί αποζημίωση για απώλεια επιδομάτων εορτών και άδειας του επιδίκου χρονικού διαστήματος είναι ομοίως αβάσιμος, αφού ο ενάγων στο ιστορικό της αγωγής του, για τον υπολογισμό της ζημιάς του, επικαλείται ετήσιες αποδοχές 14 μηνών (βλ. 3η σειρά 6ης σελίδας της αγωγής του), στις οποίες είναι σαφές ότι περιλαμβάνονται τα επιδόματα εορτών και άδειας, συμποσούμενα, ως είθισται να υπολογίζονται, στο ύψος των αποδοχών 2 μηνών.
Συνεπώς ο 2ος λόγος της εφέσεως κατά τα πιο πάνω σκέλη του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο της αγωγής, αφού έκρινε εκτιμώντας το δικόγραφο αυτής ότι ο ενάγων ζήτησε (πέραν των μηνιαίων μισθών του) να του επιδικαστεί και αποζημίωση και για απώλεια επιδομάτων εορτών και αδείας που υπολογίζονται ετησίως στο ύψος δύο μηνών απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας-εναγομένης με τον οποίο υποστήριζε τα αντίθετα.
Ακολούθως, δε, αφού δέχτηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι ο αναιρεσείων-ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση την αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2006, επιδόματος αδείας 2007, δώρου Χριστουγέννων 2007, αναλογία δώρου Πάσχα 2008, επιδόματος αδείας 2008, και δώρου Χριστουγέννων 2008 τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, κατά την έρευνα άλλου λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας-εναγομένης υπολόγισε σε μικρότερο ποσό απ' αυτό που επιδικάστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση για την ίδια αιτία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, και αφού δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και ως προς τα ως άνω κονδύλια, επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ενάγοντα αποζημίωση και την αιτία αυτή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με τα κονδύλια αποζημίωσης που αφορούν αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν αγωγικώς και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμ.8 και 9, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (υπ' αριθμ. 1591670, 1591671, 1591672, σειρά Α, διπλότυπα Δημοσίου σαράντα (40) ευρώ έκαστο και υπ' αριθμ. 043034, 043035, 043036, σειρά Α διπλότυπα ΤΑΧΔΙΚ εξήντα (60) ευρώ έκαστο), στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 749/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ