Legislator Case Law & Legislation
1488/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal decision regarding corporate liability and procedural errors.

Case Number 1488/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Trias Finance and related parties against the Court of Appeal's judgment. The appellants argued that the lower court failed to examine alternative liability bases and improperly considered documents not formally submitted. The court rejected these claims, finding no evidence of omitted legal grounds and confirming that the contested document was properly introduced by the appellant in the appellate proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 309(b), 368, 388, 559(1), 559(11a) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment is inadmissible if the alleged procedural errors are unfounded, the contested legal basis was not raised in the lower court, or the document in question was properly submitted by the appellant.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural error corporate liability unjust enrichment civil procedure code document submission legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 309(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 368 and 388 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11a) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1488 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1488/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE ΑΕΛΔΕ", υπό εκκαθάριση τελούσης νομίμως εκπροσωπουμένης από τους εκκαθαριστές της Κ. Κ. του Ν. και Π. συζ. Κ. Κ., κατοίκων ..., με έδρα την ., 2. Κ. Κ. του Ν., 3. Π. συζ. Κ. Κ., 4. Χ. θυγ. Κ. Κ., 5. Β. θυγ. Κ. Κ., κατοίκων .... Ο δεύτερος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον αυτό ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο, με δήλωση κατ'αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαϊου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6270/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 196/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους ως και τους από 1 Απριλίου 2010 προσθέτους λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-9-2008 αίτησης αναίρεσης και του από 1-4-2010 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο κατά τη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Στάση της δίκης δημιουργείται και όταν η υπόθεση εισάγεται προς κατ' ουσίαν συζήτηση στο δικαστήριο με κλήση κάποιου από τα διάδικα μέρη. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου που διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι μη οριστική κατά την προαναφερθείσα έννοια, το δε Δικαστήριο σε μεταγενέστερη στάση δίκης έχει την ευχέρεια να ανακαλέσει την απόφαση αυτή αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτημα κάποιου διαδίκου, εάν κατά τη διακριτική ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δεν είναι αναγκαία η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, γιατί δεν πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 4655/2006 μη οριστική κατά τούτο απόφαση του Εφετείου Αθηνών διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, στη συνέχεια με την υπ' αριθ. 26/2006 απόφαση του Εισηγητή Δικαστή του ίδιου Δικαστηρίου αντικαταστάθηκε ύστερα από αίτηση του αναιρεσίβλητου ο ένας από τους διορισθέντες πραγματογνώμονες και με την υπ' αριθ. 21/2007 απόφαση του ίδιου Εισηγητή αντικαταστάθηκαν και οι δύο πραγματογνώμονες, ενώ με την υπ' αριθ. 1961/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε αίτημα του αναιρεσίβλητου για ανάκληση της υπ' αριθ. 4635/2006 απόφαση κατά το μέρος της που διέταξε την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη.

Τέλος, ο αναιρεσίβλητος με την από 2.7.2007 νέα κλήση του επανέφερε σε επί της ουσίας συζήτηση την έφεση και την αγωγή των αναιρεσειόντων και ζήτησε την απόρριψη τους και την ανάκληση της προηγηθείσας υπ' αριθ. 4655/2006 απόφασης του Εφετείου κατά το μέρος της που διέταξε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων επί της ουσίας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, συγχρόνως ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 4655/2006 απόφαση κατά το μέρος της που διέταξε τη διενέργεια της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την από 2.7.2007 κλήση του αναιρεσίβλητου και ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται αβάσιμος. Εξ άλλου, εν όψει της διακριτικής ευχέρειας τόσο του διαδίκου να ζητήσει την ανάκληση της μη οριστικής πιο πάνω απόφασης όσο και του Δικαστηρίου να αποδεχθεί το αντίστοιχο αίτημα, το Εφετείο δεν όφειλε να απορρίψει ως απαράδεκτη την ίδια κλήση του αναιρεσίβλητου και επομένως και ο περί του αντιθέτου δεύτερος συναφής λόγος του αναιρετήριου από τον ίδιο αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος, υπό την επίκληση καταχρηστικότητας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κατά την υποβολή της ίδιας κλήσης και του αιτήματος ανάκλησης κρίνεται απαράδεκτος, γιατί αφορά την άσκηση δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαιώματος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει ((β καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1967/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του Α.Κ. σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υπόληψής του, ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης ή προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας ή της περιουσίας νομικού ή φυσικού προσώπου κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ. θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ., ή παράνομη εκβίαση που προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 στοιχ. γ' του Π.Κ. Ειδικότερα, από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτούνται:

α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξανάγκαζόμενου μενού ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης και γ) ο σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση, νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσω της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο, παρουσιαζόμενη ως άξια μομφής (Α.Π. 1661/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 196/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Η πρώτη ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Τριάς Finance ΑΕΛΔΕ" λειτουργούσε από τον Αύγουστο του 1999 ως ανώνυμη εταιρία λήψης και διαβίβασης εντολών με σκοπό τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στους ενδιαφερομένους να πραγματοποιήσουν χρηματιστηριακές συναλλαγές και τις χρηματιστηριακές εταιρίες.

Η έδρα της εταιρίας βρισκόταν στην … και λειτουργούσε παράρτημα αυτής στο … από το Μάρτιο του 2000, όπου και ο τόπος κατοικίας του εναγομένου. Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ήταν ο δεύτερος ενάγων Κ. Κ., ο οποίος παράλληλα εργαζόταν ως έμμισθος υπάλληλος στη χρηματιστηριακή εταιρία "Eurosec AXE", με την οποία η εν λόγω ΑΕΛΔΕ πρώτη εναγόμενη συνεργαζόταν και διαβίβαζε εντολές πελατών για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων.

Κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 1997 έως τον Απρίλιο του 1998 ο εναγόμενος διαβίβαζε εντολές προς διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων προς την εταιρία Nuntius ΑΧΕ, όπου παρείχε τότε τις υπηρεσίες του ο δεύτερος ενάγων, όταν δε ο τελευταίος τον Απρίλιο του 1998 άρχισε να συνεργάζεται με την "Eurosec ΑΧΕ", ενημέρωσε τον εναγόμενο, με τον οποίο ήδη είχε δημιουργήσει, λόγω της συνεργασίας, αλλά και της κοινής καταγωγής, φιλικό σύνδεσμο, ότι θα μεταφέρει στην ως άνω ΑΧΕ το χαρτοφυλάκιο του, όπως και έγινε.

Ο εναγόμενος κατέθεσε στη συνέχεια στην Eurosec ΑΧΕ το συνολικό ποσό των 25.000.000 δραχμών, από τα οποία τον μεν Απρίλιο του 1998 το ποσό των 15.000.000 δραχμών, το δε Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ποσό των 10.000.000 δραχμών, πλην όμως, παρ' ότι ο ίδιος έδιδε εντολές για αγορές και πωλήσεις μετοχών, δεν είχε επίσημη ενημέρωση όσον αφορά στη συνολική αξία του χαρτοφυλακίου του, και εμπιστευόμενος τις διαβεβαιώσεις του δεύτερου ενάγοντος ότι η πορεία των επενδύσεων του εξελίσσεται θετικά δεν επέμεινε σχετικά.

Στο υποκατάστημα του … η πρώτη ενάγουσα εταιρία δεν διατηρούσε χαρτοφυλάκιο του εναγομένου, παρότι αυτός είχε ζητήσει επιμόνως τη μεταφορά του, αλλά μόνο των συγγενικών του προσώπων, με συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, να μη γνωρίζει την αξία του χαρτοφυλακίου του, το οποίο λόγω του μεγέθους του το διαχειριζόταν ο δεύτερος ενάγων.

Παρά όμως τις καθησυχαστικές δικαιολογίες του τελευταίου, με την πάροδο του χρόνου, σε συνδυασμό και με τη συνεχιζόμενη έλλειψη ενημερώσεως από την "Eurosec ΑΧΕ" ο εναγόμενος άρχισε, ν'ανησυχεί έντονα και έδωσε εντολή στο δεύτερο ενάγοντα περί το θέρος του 2000 να προβεί σε πώληση των μετοχών του, πλην όμως δεν εκτελέσθηκε η εν λόγω εντολή του.

Αντίθετα, του εγχείρισε αργότερα ένα έγγραφο της άνω ΑΧΕ, το οποίο εμφάνιζε ότι στις 3.11.2000 το χαρτοφυλάκιο του (εναγόμενου) αποτιμούνταν στο ποσό των 38.322.115 δραχμών. Του εγγράφου αυτού γίνεται σαφής επίκληση με τις προτάσεις που κατέθεσε ο εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη σελίδα 19, με αύξοντα αριθμό 13.

Ωστόσο, επειδή το συγκεκριμένο έγγραφο δεν καταδείκνυε το σύνολο των χρηματιστηριακών συναλλαγών που είχαν πραγματοποιηθεί για λογαριασμό του, αλλά ήταν αποσπασματικό και δεν είχε εκδοθεί από τη μηχανογραφική υπηρεσία της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, ζήτησε πληρέστερο έγγραφο απευθυνόμενος ο ίδιος το Μάρτιο του έτους 2001 στη "Eurosec ΑΧΕ", από όπου έλαβε την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 30.1.2001.

Τότε διαπίστωσε ότι η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 3.300.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ανωτέρω έγγραφο με την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου στο ποσό των 38.332.115 δραχμών συντάχθηκε εκ των υστέρων από το εναγόμενο και δεν είναι γνήσιο, δεν αποδείχτηκε βάσιμος, διότι εκτός του ότι μάρτυράς τους δεν καταθέτει κάτι σχετικό, ανατρέπονται τα όσα υποστηρίζουν και από την υπ' αριθμ.

Β36/2007 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε σχετική έγκλησή τους κατά το εναγομένου για πλαστογραφία μετά χρήσεως κακουργηματικής μορφής και απάτης ενώπιον Δικαστηρίου. Με την υπ' αριθμ. δε 369/2007 διάταξη του Αντιεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε και η προσφυγή των εναγόντων κατά της προαναφερθείσας διατάξεως.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι εν όψει της διαπιστώσεως αυτής ο εναγόμενος αναστατώθηκε και επισκέφτηκε αμέσως το δεύτερο ενάγοντα, στα γραφεία της εταιρίας "Eurosec ΑΧΕ" διαμαρτυρόμενος για τη μεγάλη πτώση της αξίας του χαρτοφυλακίου του δεδομένου ότι τέτοια ενημέρωση δεν είχε, αλλά αντίθετα διαβεβαιώσεις για ανοδική πορεία αυτού.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος ελάμβανε γνώση του χαρτοφυλακίου του σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσω της εταιρίας "INFORM Π. Λ. Α.Ε.", με την οποία συνεργαζόταν για τις αποστολές αυτές. Εκτός όμως από μια έγγραφη κατάσταση της εταιρίας αυτής που προσκομίζουν με αποστολές του Σεπτεμβρίου 2001, στην οποία κατάσταση περιλαμβάνεται μεν το όνομα του εναγόμενου, μεταξύ άλλων ονομάτων, χωρίς όμως από τα επισυναπτόμενα με αυτή έγγραφα σε φωτοτυπία (Δελτίο Ομαδικής Κατάθεσης Ταχυδρομικών Αντικειμένων και Τιμολόγιο πωλήσεως με εκδότη P. T.) να προκύπτει σαφώς το είδος της συναλλαγής και αν πράγματι αφορά στο πρόσωπο του (εναγομένου), κανένα άλλο σχετικό έγγραφο δεν προσκομίζεται, που να αποδεικνύει τέτοιες υποστολές.

Εξάλλου, κατά την επίσκεψη του εναγομένου στα γραφεία της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, ο δεύτερος ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να τον αποζημιώσει για την μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του, γι' αυτό και όταν τον Απρίλιο του 2001 μετέβη (ο δεύτερος ενάγων) στο …, του παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 45.000.000 δραχμών με ημερομηνία εκδόσεως 31-6-2001, καθώς και έτερη επιταγή ποσού 3OO.OOO δραχμών, την οποία ο εναγόμενος εισέπραξε τις αμέσως επόμενες ημέρες.

Ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων στην ανωμοτί κατάθεση του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τίποτε συγκεκριμένο σχετικά με απειλητική ή εκβιαστική συμπεριφορά του εναγόμενου δεν καταθέτει, αλλά αόριστα αναφέρει ότι του ασκήθηκε έντονη "πίεση" για την καταβολή αποζημιώσεως. Άλλωστε, ο δεύτερος ενάγων για να καλύψει στο παρελθόν υποχρεώσεις του προς άλλους επενδυτές, είχε λάβει τμηματικά από το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου, χωρίς να τον ενημερώσει το ποσό των 6.351.741 δραχμών, τα οποία όμως στη συνέχεια επέστρεψε.

Στις 9-7-2001, ο εναγόμενος προσήλθε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα για την είσπραξη της παραπάνω επιταγής των 45.000.000 δραχμών, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, διότι ο δεύτερος ενάγων με την από 16-7-2001 δήλωση του προς την τράπεζα την είχε ανακαλέσει μετά την έκδοση της. Ακολούθως, ο εναγόμενος προέβη στην αποστολή της από 16-7-2001 εξωδίκου δηλώσεως- μεταξύ άλλων- προς την άνω χρηματιστηριακή εταιρία και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καταγγέλλοντας ότι δεν ενημερωνόταν για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του και το ύψος της αξίας του και ότι εν αγνοία του είχε γίνει η μεταφορά του ως άνω ποσού των 6.351.741 δραχμών από τον κωδικό του σε άλλους κωδικούς, όπως προαναφέρθηκε.

Μετά από αυτά, ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε τμηματικά από την οφειλή του των 45.000.000 δραχμών, το συνολικό ποσό των 37.918.956 δραχμών όπως συνομολογείται και προκύπτει και από τις σχετικές αποδείξεις. Ο εναγόμενος υπέβαλε έγκληση σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως πρωτοδίκως καταδικάσθηκε και στην κατ' έφεση δίκη, απηλλάγη.

Μετά την παραπάνω καταγγελία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού διενήργησε έλεγχο δια των αρμόδιων οργάνων της κατά το χρονικό διάστημα από 29-1-2001 έως 8-2-2001 στην εταιρία "Eurosec ΑΧΕ", διαπίστωσε μεταξύ άλλων μεταφορές χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς υπεύθυνων profit centers της εταιρίας ή συγγενικών τους προσώπων σε λογαριασμούς πελατών και αντίστροφα, και εν γένει δραστηριότητες της εταιρίας που δεν διασφάλιζαν την εύρυθμη λειτουργία της (βλ.

την 1Ο260/16-1-2003 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) και με την υπ' αριθμ. 104402/27-10-2006 απόφαση της ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας της εταιρίας αυτής (βλ. προσκομιζόμενη) και την έθεσε υπό εκκαθάριση. Επίσης με την υπ' αριθμ. 15290/15-1-2004 απόφαση της ίδιας Επιτροπής (απαγορεύτηκε) η λειτουργία της πρώτης ενάγουσας εταιρίας, λόγω οικονομικών ατασθαλιών και με την υπ' αριθμ.

προσκομιζόμενη κι επικαλούμενη υπ αριθμ. 144Ο5/30-11-2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ανακλήθηκε και η άδεια συστάσεως της. Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος πριν από την έκδοση της τραπεζικής επιταγής απείλησε) τον δεύτερο ενάγοντα ότι θα διαδώσει σε τρίτα πρόσωπα, καθώς και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας ότι εξαιτίας του απώλεσε μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να τον πλήξει, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι διατηρούσε πολιτικές φιλοδοξίες και να τον εξαναγκάσει να του καταβάλει χρηματικά ποσά τα οποία δεν όφειλε και συνεπώς για νόμιμη αιτία εκδόθηκε αυτή.

Τέτοια περιστατικά, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, ούτε ο δεύτερος ενάγων δεν κατέθεσε. Ο μάρτυρας των εναγόντων Β. Γ., χωρίς να έχει προσωπική γνώση, κατέθεσε ότι ο εναγόμενος μετά τη διαπίστωση του ύψους της αξίας του χαρτοφυλακίου του απείλησε τον άνω ενάγοντα ότι θα τον καταγγείλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Η αναφορά όμως αυτής της ενάσκησης του νόμιμου δικαιώματος του, μετά μάλιστα του εμπαιγμού του επί τόσο χρονικό διάστημα, δεν συνιστά απειλή ούτε εκβίαση. Άλλωστε, δεν είναι πειστικό ότι ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό χωρίς να το οφείλει, την μεν πρώτη φορά με την τραπεζική επιταγή εφ' άπαξ και τη δεύτερη μετά την ανάκληση της τμηματικά.

Αν δε πράγματι ο εναγόμενος είχε γνώση της κινήσεως του χαρτοφυλακίου του, δεν θα ανέμενε την τόσο μεγάλη μείωσή του για να προβεί σε ρευστοποίηση αυτού, αλλά θα φρόντιζε πολύ ενωρίτερα να το κάνει, δεδομένου ότι αυτό (χαρτοφυλάκιο) είχε φθίνουσα πορεία μετά από κάποιο χρονικό σημείο που άρχισε η γενική πτώση των χρηματιστηριακών συναλλαγών (τέλη του 1999) και να πωλήσει τις μετοχές του.

Τα παραπάνω περί μη εκβιάσεως του δευτέρου ενάγοντος ενισχύονται και από το με αριθμό 1622/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έχει καταστεί αμετάκλητο (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 382/24-1-2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Αρείου Πάγου), και με το οποίο αποφάνθηκε το ως άνω Συμβούλιο να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου - εναγομένου για την πράξη μεταξύ άλλων της ενδίκου εκβιάσεως.

Συνεπώς η έκδοση της παραπάνω τραπεζικής επιταγής, καθώς και οι χρηματικές καταβολές που επακολούθησαν υπήρξαν προϊόν ελευθέρας βουλήσεως του δευτέρου ενάγοντος και δεν οφείλονταν σε απειλές και εκβιαστικές εκφράσεις του εναγόμενου. Ακόμη, δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος εργαζόταν ως άτυπος εξωτερικός συνεργάτης στην πρώτη ενάγουσα, και συγκεκριμένα οι όροι παροχής των υπηρεσιών του, αμοιβή του κλπ.

Εξ' άλλου όσον αφορά στα καταγγελλόμενα περιστατικά με την από 16-7-2001 εξώδικη δήλωση του προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεν αποδείχτηκε ότι αυτά ήταν ψευδή και κατά το μέρος που πλήττουν τον ίδιο, αλλά και κατ' αυτό που πλήττουν την πρώτη ενάγουσα εταιρία, παρότι η εξώδικη δήλωση δεν στρέφεται κατ' αυτής ευθέως, αφού με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (13280/11-9-2003) επιβλήθηκε στην πρώτη ενάγουσα διοικητική ποινή προσωρινής αναστολής της λειτουργίας της, η οποία δεν ανακλήθηκε, καθόσον διαπιστώθηκε ότι υφίστανται καταγγελίες για αυθαίρετες συναλλαγές και παράνομες μεταφορές χρημάτων από κωδικό σε κωδικό εν αγνοία των δικαιούχων πελατών, καθώς και εκτύπωση και αποστολή σε πελάτες εικονικών αποτιμήσεων χαρτοφυλακίων, με συνέπεια να τίθεται σε κίνδυνο η ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς και τα συμφέροντα των επενδυτών.

Άλλωστε, ο ίδιος ο δεύτερος ενάγων αναγνώρισε ότι χρησιμοποιούσε χρήματα τα οποία ανήκαν στον εναγόμενο υπό τύπον δήθεν δανείου, τα οποία μεν επέστρεψε έντοκα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, χωρίς όμως ν' αποδειχθεί συναίνεση του εναγομένου για την ενέργεια αυτή ή έγκριση. Ακολούθως, δεν στοιχειοθετείται η τέλεση των αξιόποινων πράξεων της δυσφημήσεως της πρώτης ενάγουσας, της εκβιάσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως του δευτέρου ενάγοντος, αλλ' ούτε και της απλής δυσφημίσεως καθόσον αυτός ενήργησε με τον άνω τρόπο, προκειμένου να διαφυλάξει τα νόμιμα συμφέροντά του και χωρίς οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε να υπερβαίνουν το προσήκον μέτρο για την πραγματοποίηση του σκοπού του.

Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι κατόπιν εκβιάσεως η τρίτη ενάγουσα, σύζυγος του δευτέρου ενάγοντος υπέγραψε ως οπισθογράφος την υπ' αριθμ. 9301241 τραπεζική επιταγή της Eurobank εκδόσεως του τελευταίου, ποσού 95.140 ευρώ και επίσης την από 24-12-2001 δήλωση εγγυήσεως για την καταβολή της οφειλής αυτής, αλλά ούτε προέβησαν σε υποθήκευση της οικογενειακής κατοικίας για την εξασφάλιση του εναγομένου, καθόσον, εκτός από τις συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες τίποτε άλλο σαφές και συγκεκριμένο δεν καταθέτει ο μάρτυρας των εναγόντων σχετικά με το θέμα αυτό.

Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για τις τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων, θυγατέρων του δεύτερου ενάγοντος, σε βάρος των οποίων δεν αποδείχτηκε επίσης εκβιαστική συμπεριφορά, εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος είχε συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες και τους εξέθετε, τις κατ' αυτούς (ενάγοντες), παράνομες απαιτήσεις τον, αφού τίποτα ειδικότερο δεν αποδείχτηκε ως προς τις δύο αυτές ενάγουσες.

Συνεπώς, κατ' ακολουθία όλων όσων παραπάνω αποδείχτηκαν καθίσταται σαφές ότι παρέλκει η διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, δεδομένου μάλιστα ότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς αποτελεί η επικαλούμενη από τους ενάγοντες αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου με την τέλεση των αξιόποινων πράξεων της εκβιάσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως, γι' αυτό και πρέπει ν' ανακληθεί η υπ' αριθμ. 4655/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κατ' άρθρο 309 εδ.

β' του Κ.ΠολΔ. κατά την ως άνω μη οριστική διάταξη της περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και οι μετ' αυτήν εκδοθείσες μη οριστικές υπ' αριθμ. 1961/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και των υπ' αριθμ. 26/2006 και 21/2007 αποφάσεων των Εισηγητών Δικαστών ομοίως του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών η συνεκδικαζόμενη (άρθρο 34 Κ.ΠολΔ.) με τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ασκηθείσα από τους εκκαλούντες - καθ' ων η κλήση, ανταίτηση με την οποία ζητείται:

α) η ανάκληση της υπ' αριθμ. 21/2007 αποφάσεως του Εισηγητή Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία αντικαταστάθηκαν οι πραγματογνώμονες που είχαν διορισθεί με τις προηγούμενες αποφάσεις και β) να καταδικασθεί ο αιτών εφεσίβλητος σε δήλωση βουλήσεως και δη να εξουσιοδοτήσει την εταιρία "Eurosec ΑΧΕ" να χορηγήσει στους πραγματογνώμονες όλα τα αντίγραφα των πινακιδίων αγορών και πωλήσεων μετοχών του (εναγομένου) που περιλαμβάνονται στον κωδικό του, εκτός του ότι δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 686 και 696 Κ.ΠολΔ., καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του, αν και με ελλιπείς αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα απόφαση, στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες με τους λόγους της εφέσεώς τους πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα και ακολούθως ν' απορριφθεί ή έφεση στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες για επιδίκαση (αναγνωριστικά ... καταψηφιστικά) αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από προηγηθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932, 281, 176 - 178 του Α.Κ., 361, 362, 363, 385 του Π.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αδικοπρακτικής καταχρηστικής και αντίθετης στην καλή πίστη και συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου με την έννοια της εκβίασης και της δυσφήμησης και απειλής των αναιρεσειόντων και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής τους και της έφεσής τους. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και δέκατο λόγους του αναιρετηρίου, με τον οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η ανυπαρξία παρανόμου οφέλους στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πέμπτο και ένατο (κατά το ένα μέρος του) και ενδέκατο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγοι αναίρεσης. Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη

νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή ο αναιρεσίβλητος με την απόκτηση της επίμαχης επιταγής επεδίωξε και πέτυχε το αθέμιτο όφελος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι ο αναιρεσίβλητος με εκβιαστική και αδικοπρακτική τακτική αποκόμισε παράνομο όφελος και προσέβαλε την τιμή, την προσωπικότητα και την υπόληψη τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο κατά το ένα μέρος του και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο απορριπτικό για την αγωγή και την έφεσή τους αποτέλεσμα, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "κανένας δεν καταβάλει αχρεωστήτως σημαντικά ποσά χωρίς εκβιαστικές πιέσεις" και ότι "η μη .....

έγκαιρη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου εκ μέρους των επενδυτών οφείλεται σε εγκλωβισμό τους από την προσδοκία απόκτησης των απωλειών τους". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, μέσω της χρησιμοποίησης των πιο πάνω διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας, πραγματικών περιστατικών, πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

IV. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τους πέμπτο (κατά το ένα μέρος του) και ένατο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι "η επίδικη επιταγή σφραγίστηκε όχι γιατί δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο, αλλά γιατί μεσολαβούσε ανάκλησή της για ανυπαρξία αιτίας" και παρέλειψε να ερευνήσει τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι γιατί ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις για τη θεμελίωση του βασικού αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι η ένδικη επιταγή είχε εκδοθεί χωρίς νόμιμη αιτία, ενώ το Εφετείο με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της απόφασής του ερεύνησε και απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων.

Εξ άλλου, η από τον ίδιο αριθμό 8 αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης που διατυπώνεται με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του και έχει σχέση με το τί ακριβώς κατέθεσε ο δεύτερος αναιρεσείων κατά την χωρίς όρκο κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κρίνεται απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε συμπεράσματα και επιχειρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτοντα αποκλειστικά από την εκτίμηση των αποδείξεων.

V. Προκειμένου περί δικαστικής όπως και εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 1573/2006 και 867/1987).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 11γ και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις δικαστικές ομολογίες του αναιρεσίβλητου με τις έγγραφες προτάσεις του που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ζήτημα ότι λάμβανε τακτικά αποτιμήσεις του χαρτοφυλακίου του.

Οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι γιατί οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο το γεγονός της επίκλησης των πιο πάνω ομολογιών του αναιρεσίβλητου με τις έγγραφες προτάσεις τους στο Εφετείο. VI. Ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κρίνεται απαράδεκτος, γιατί πρόκειται για υπόθεση που συζητήθηκε υπό την ισχύ του νόμου 2915/2001 και δεν προηγήθηκε η έκδοση προδικαστικής απόφασης με την οποία κατανέμεται το βάρος απόδειξης. VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και την έφεσή τους στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η υπ'αριθ. 15290/15.1.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφάλαιο αγοράς.

Οι αναιρεσείοντες, με τον εβδομο, από το άρθρθο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ, λόγο της αναιρέσεως, προβάλλουν ειδικά ως προς το πιο πάνω έγγραφο αποδεικτικό μέσο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του γιατί δέχθηκε ότι "με αυτό απαγορεύθηκε η λειτουργία της πρώτης αναιρεσείουσας λόγω οικονομικών ατασθαλιών" ενώ στην πραγματικότητα με το ίδιο έγγραφο απαγορεύθηκε η λειτουργία της ίδιας αναιρεσείουσας εταιρεία γιατί βρέθηκα τα γραφεία της κλειστά και δεν πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος των στοιχείων της".

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση του περιεχομένου του ίδιου πιο πάνω εγγράφου, που προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι η απόφαση αυτή στηρίχθηκε για την απαγόρευση της λειτουργίας της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά κύριο λόγο σε εκείνα που δέχθηκε και το Εφετείο, εκτιμώντας το ίδιο έγγραφο, ότι δηλαδή: "η Εταιρεία έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και δεν έχει λάβει τα μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους".

VIII. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει μετά την απόρριψη της κύριας αγωγικής βάσης για την αξίωση από αδικοπρακτική ευθύνη, την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια όμως βάση δεν προκύπτει ότι έχει σωρευθεί στο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

IV. Με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε ένα έγγραφο της "Eurosec Α.Χ.Ε." από το οποίο προέκυπτε ότι το χαρτοφυλάκιο του αναιρεσίβλητου εμφάνιζε στις 3.11.2000 ενεργητικό 38.3222.115 δρχ., καίτοι το έγγραφο αυτό ο αναιρεσίβλητος το είχε επικαλεσθεί μόνο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις εκεί κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες στο Εφετείο συνέρραψε απλώς με τις εκεί κατατεθείσες προτάσεις κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση του κύριου σώματος των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε ρητά το ίδιο έγγραφο και δήλωσε ότι το προσκομίζει στο Εφετείο με αριθμό σχετικού (ΚΓ) στη σελίδα 26 των προτάσεών του.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2008 αίτηση και το από 1-4-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων των:1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τριάς Finance ΑΕΛΔΕ, υπό εκκαθάριση τελούσας, 2) Κ. Κ., 3) Π. συζ. Κ. Κ., 4) Χ. θυγ. Κ. Κ. και 5) Β. θυγ. Κ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ