Supreme Court dismisses appeal on misreading document and insufficient reasoning grounds regarding employment income evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the lower court misread a certificate regarding her employment history and failed to provide sufficient reasoning for rejecting her claims. The court found the lower court correctly interpreted the document and provided adequate justification, rendering the appeal grounds baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 20 K.Pol.D.; Art. 559 para. 19 K.Pol.D.; Art. 559 para. 8 K.Pol.D.; An appeal based on misreading a document is unfounded if the court of first instance correctly interpreted the document in light of other evidence. Furthermore, an appeal alleging insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision is clearly motivated and based on established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1488 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1488/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Ακριτίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «................» (..................... ΕΠΕ), που εδρεύει στο .................. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Ιακωβίδου – Πολύζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Φεβρουαρίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.871/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1.653/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης και μετά από άσκηση αναίρεσης η 869/2002 οριστική του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 2.154/2003 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Μαρτίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 25 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Αντίθετα ο άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο αξιολογώντας το περιεχόμενο του εγγράφου όπως είναι πραγματικά ή σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση της προσκομισθείσας από την αναιρεσείουσα από .................
βεβαίωσης της Αδελφής Γ1, δεχόμενο ότι «…Η προαναφερόμενη Αδελφή βεβαιώνει ότι η εργασία της ενάγουσας ήταν μόνιμη και ο εργοδότης της ήταν νομικό πρόσωπο … καθώς και η πιο πάνω βεβαίωση της Γ1 – η μορφή της υπηρεσίας στην οποία φέρεται αυτή ως Διευθύντρια από κανένα έγκυρο στοιχείο δεν αποδεικνύεται – δεν είναι πειστικές και αξιόπιστες … ότι άτομο εργαζόμενο επί οκταετία και πλέον σε νοσηλευτικής μορφής υπηρεσία στην Γερμανία …», παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω εγγράφου.
Τούτο γιατί παρασύρθηκε: α) από τη χρήση του όρου «υπηρεσία περίθαλψης» που χρησιμοποιήθηκε ατυχώς από την εργοδότρια της αναιρεσείουσας στο περιεχόμενο της άνω βεβαίωσης και β) από τη χρήση του όρου «Διεύθυνση νοσηλείας» στο τέλος της βεβαίωσης, με το να δεχθεί ως αληθινά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που περιέχονται στο συγκεκριμένο έγγραφο, ότι δηλαδή ο εργοδότης της αναιρεσείουσας ήταν νομικό πρόσωπο στο οποίο η Αδελφή Γ1 κατείχε διευθυντική θέση, ενώ η αλήθεια είναι ότι εργοδότης της ήταν η ίδια η κυρία Γ1 η οποία διατηρούσε ατομική επιχείρηση περίθαλψης ασθενών και ηλικιωμένων, συνεπεία δε της άνω παραμόρφωσής του το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του το συγκεκριμένο έγγραφο και οδηγήθηκε τελικά σε επιζήμια για την αναιρεσείουσα κρίση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η δι' αυτού προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε λανθασμένη ανάγνωση από το Εφετείο του συγκεκριμένου εγγράφου αλλά πλήττει το εκ της συνεκτίμησης αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου.
ΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ που ορίζει ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, ως τέτοιο δε λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, είναι δικονομικού χαρακτήρα κατά το μέτρο που επιτρέπει στο δικαστή, προκειμένου περί του υπολογισμού του διαφυγόντος κέρδους – αφού κατά κανόνα δεν είναι αυτό επιδεκτικό αποδείξεως σε βαθμό σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως – να αρκεσθεί στην πιθανότητα. Επομένως η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα για την ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, δεν ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για παραβίαση του άρθρου 298 ΑΚ ως προς το στοιχείο της πιθανότητας για την αγωγική αξίωση διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσείουσας, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι «από κανένα ικανό και πειστικό αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε πριν τον τραυματισμό της το επάγγελμα της βοηθού νοσοκόμου, ούτε ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε το επάγγελμα αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα», η οποία περιέχει βεβαιότητα, ήτοι πλέον της πιθανότητας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και στο μέτρο που υπό την επίκληση της άνω διάταξης, πλήττει την περί πραγματικών γεγονότων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σε σχέση με την αγωγή της αναιρεσείουσας τα εξής: «Η ενάγουσα, υπήκοος Γερμανίας, ηλικίας 30 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (25.7.1993) είναι έγγαμη με σύζυγο Έλληνα και μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου, κατοικούσε δε κατά το χρόνο εκείνο στη πόλη .................
της Γερμανίας, όπου και εξακολουθεί να κατοικεί. Την 1.4.1983 έλαβε με βάση τις σχετικές διατάξεις της Γερμανικής νομοθεσίας για την περίθαλψη από τη Νομαρχία Φράιμπουργκ την άδεια να παρέχει βοήθεια σε νοσηλευόμενους με την επαγγελματική ιδιότητα της βοηθού νοσοκόμου (βλ. σχετικό έγγραφο της ανωτέρω νομαρχίας που προσκομίζει με τη συνημμένη μετάφραση του στην Ελληνική).
Η ενάγουσα εκπαιδεύτηκε στη σχολή νοσηλευτικής της Πανεπιστημιακής Κλινικής του Φράιμπουργκ, όπου και απασχολήθηκε κατά τα από 1.4.1982 έως 31.12.1982 και από 1.1.1983 έως 31.3.1983 χρονικά διαστήματα όπου και εργάστηκε κατά τις εν λόγω χρονικές περιόδους. Περαιτέρω, από κανένα ικανό και πειστικό αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε πριν από τον τραυματισμό της το επάγγελμα της βοηθού νοσοκόμου, ούτε ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε το επάγγελμα αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα ο σύζυγος της Χ που εξετάστηκε κατά τα αναφερόμενα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 10.6.1996, κατέθεσε ότι η ενάγουσα εργαζόταν από το έτος 1982 ως νοσοκόμος στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ μέχρι την 1.4.1983 που έλαβε τη σχετική άδεια νοσοκόμου και απεχώρησε από την κλινική αυτή, γιατί αποφάσισε να εργαστεί ως αποκλειστική νοσοκόμος μέχρι το καλοκαίρι του έτους 1985, οπότε έπαυσε να εργάζεται λόγω της εγκυμοσύνης της, μέχρι το έτος 1988, που επανέλαβε αυτή (εργασία) μέχρι και το έτος 1993.
Όπως υποστηρίζει ο εν λόγω μάρτυρας, η σύζυγός του «δούλευε μέσω εργοδότη το οποίο ήταν φυσικό πρόσωπο και οργάνωνε την εργασία της» χωρίς να κατονομάζει αυτόν (εργοδότη της) ενώ περαιτέρω καταθέτει ότι η ενάγουσα κατά το ως άνω μακρύ διάστημα χρόνου απασχόλησής της στο μη κατονομαζόμενο εργοδότη της δεν είχε υποβάλει σχετική φορολογική δήλωση, ούτε, είχε ασφαλισθεί ως εργαζόμενη σε κάποιον κοινωνικό ασφαλιστικό φορέα, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος την είχε ασφαλίσει, χωρίς να προσκομίζει σχετικό προς επίρρωση του ισχυρισμού του έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο και ακόμη ότι δεν εκδίδονταν σχετικές με την καταβολή των αποδοχών της (ύψους 390 γερμανικών μάρκων) αποδείξεις, ούτε δε η σύμβαση της εργασίας της είχε καταρτισθεί εγγράφως με την αιτιολογία ότι «η εργασία ήταν προσωρινή».
Ακόμη η ενάγουσα προσκομίζει την από ............... βεβαίωση της Αδελφής Γ1 σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, στην οποία η τελευταία ως Διευθύντρια νοσηλείας υπηρεσίας περίθαλψης ασθενών και ηλικιωμένων στο .......... με το διακριτικό τίτλο «....................» βεβαιώνει ότι η ενάγουσα εργάστηκε στην Υπηρεσία αυτή από 1.4.1983 μέχρι 15.6.1985 και από 2.10.1988 μέχρι 19.6.1993 με μηνιαίο μικτό εισόδημα ύψους 3.100 γερμανικών μάρκων (από 1983 έως το 1985) και 3.900 γερμανικών μάρκων (από 1988 έως το 1993).
Έτσι ενώ ο ως άνω σύζυγός της (ως μάρτυρας) καταθέτει ότι ο εργοδότης της ήταν φυσικό πρόσωπο και η εργασία της τελευταίας σ' αυτόν ήταν προσωρινή, η προαναφερόμενη Αδελφή βεβαιώνει ότι η εργασία της ενάγουσας ήταν μόνιμη και ο εργοδότης της ήταν νομικό πρόσωπο. Το περιεχόμενο της βεβαίωσης αυτής επαναλαμβάνεται στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση του πατέρα της ενάγουσας.
Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι σε καμμία από τις δύο προηγούμενες με αριθμό καταθέσεως 1209/14.1.1994 και 20141/16.6.1994 αγωγές της ίδιας με αντικείμενο την αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό της δεν γίνεται λόγος για την εν λόγω εργασία της, παρότι, η, εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού της, μείωση της ικανότητάς της προς αυτή, αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της με αριθμ.
καταθέσεως 20141/16.6.1994 αγωγής της, είχε διεξαχθεί με επιμέλειά της η από ........... ιατρική πραγματογνωμοσύνη από το χειρούργο ..............., ο οποίος εκτίμησε τότε όπως και στη μεταγενέστερη από ......... βεβαίωσή του τη μείωση ικανότητας χρήσης του χεριού της σε 30%. Ενόψει των προαναφερομένων, ήτοι ότι α) οι καταθέσεις του συζύγου, καθώς και του πατέρα της ενάγουσας, που περιέχονται στα προμνησθέντα πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου και στη δοθείσα ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη, καθώς και η πιο πάνω βεβαίωση της Γ1 -η μορφή της υπηρεσίας στην οποία φέρεται αυτή ως Διευθύντρια, από κανένα έγκυρο στοιχείο αποδεικνύεται- δεν είναι πειστικές και αξιόπιστες, β) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτό ότι άτομο εργαζόμενο επί οκταετία και πλέον σε νοσηλευτικής μορφής υπηρεσία στη Γερμανία, δεν υποβάλλεται σε φορολογία, ούτε εκδίδεται γι' αυτό κανένα παραστατικό έγγραφο σχετικό με τη μισθοδοσία και τέλος δεν υπάγεται σε κάποιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης και ακόμη ότι δεν επικαλείται, ενόψει του ισχυρισμού της περί αδυναμίας εξεύρεσης εργασίας και της προσκομιδής εκ μέρους της αρνητικών απαντητικών από 10.5.1995, 16.5.1996, 11.12.1995 επιστολών του Περιφερειακού Νοσοκομείου Κελ, της Γ1, του δόκτορα .............., Ιατρού επί αιτήσεών της για πρόσληψή της ως βοηθού νοσοκόμου, αναγγελία της ως ανέργου στο γραφείο ευρέσεως εργασίας του τόπου όπου κατοικούσε, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε τη βασιμότητα των αγωγικών της αξιώσεων και εκ τούτου η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη.».
Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής ή μη της διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που δι' αυτού αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή ως εκτίθεται, για να είναι πλήρεις οι αιτιολογίες της θα έπρεπε να αναφέρεται σ' αυτήν είτε ότι συνέτρεχαν κάποιες ειδικές περιστάσεις (ως πραγματικά γεγονότα) οι οποίες όμως δεν οδηγούσαν στην πιθανότητα του διαφυγόντος κέρδους της αναιρεσείουσας, ή δεν συνέτρεχαν καν τέτοιες περιστάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττεται δι' αυτού η άνω απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη της τους σχετικούς ισχυρισμούς – λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, αφού σε κανένα σημείο της δεν ασχολείται ξεκάθαρα με αυτούς αλλά περιορίζεται μόνο στην προσπάθεια να καταρρίψει τον άλλο ισχυρισμό της ότι εργαζόταν πριν από το ατύχημα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
IV. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την εκτίμηση της από .................. βεβαίωσης της Γ1, ανέγνωσε καθ' ολοκληρίαν το περιεχόμενο αυτής, ήτοι και κατά την φράση ότι «η κυρία Χ1 αποκτούσε μηνιαίο μικτό εισόδημα ύψους 3.100 Γ.Μ. (από το 1983 έως το 1985) και 3.900 Γ.Μ. (από το 1988 έως το 1993) λόγω μη ανάγνωσης της οποίας είχε αναιρεθεί για παραμόρφωση του άνω εγγράφου προηγούμενη απόφαση του Εφετείου με την 869/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επομένως το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε με την άνω αναιρετική απόφαση και είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία.
Κατ΄ ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.3.2005 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 2154/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2005 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ