Legislator Case Law & Legislation
1487/2025 AI generated

Supreme Court dismisses preliminary reference request due to vagueness and remands case for retrial.

Case Number 1487/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the applicants' request to submit a preliminary reference question to the Court of Justice of the European Union, ruling it inadmissible due to vagueness and lack of specific legal issues. While dismissing this procedural request, the Court found the appeal admissible and remanded the case for retrial before a different judge at the Athens Court of Appeal. Consequently, the appellants were ordered to pay the respondent bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 267 TFEU; The request for a preliminary ruling is inadmissible if the questions are vague and do not specify the legal issues requiring interpretation, and the Court may remand the case for retrial if the appeal is otherwise admissible.

Keywords

AI generated
preliminary reference inadmissible request vagueness standard remand for retrial legal costs allocation Article 267 TFEU appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 267 of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1487 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1487/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 28 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ALPHA ΒΑΝΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μολιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Μ. του Φ. και 2) Α. Ν. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Φ. και 2) Α. Ν. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "ALPHA ΒΑΝΚ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μολιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2009 αγωγή των ήδη Α αναιρεσίβλητων- Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1238/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3376/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α αναιρεσείουσα με την από 21-11-2022 αίτησή της και οι Β αναιρεσείοντες με την από 6-12-2022 αίτησή τους και τους από 17-10-2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Οι πληρεξούσιοι της Α αναιρεσείουσας, Β αναιρεσειόντων, ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης, οι πληρεξούσιοι των Α αναιρεσιβλήτων και Β αναιρεσειόντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 183/2024, 773/2023, 566/2022, 367/2020, 178/2018, 182/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 246 του ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση Α) της από 21.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9248/1037/23.11.2022 αίτησης αναίρεσης της οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" κατά των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων 1. Γ. Μ. και 2. Α. Ν. (καλούμενη στο εξής πρώτη -Α- αναίρεση) και Β) της από 06.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9835/1120/09.12.2022 αίτησης αναίρεσης των εναγουσών 1. Γ. Μ. και 2. Α. Ν. κατά της ανωτέρω οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (καλούμενη στο εξής δεύτερη -Β- αναίρεση) μετά των από 17.10.2023 και με αριθμό κατάθεσης 142/18.10.2023 πρόσθετων λόγων της αναίρεσης αυτής, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 3376/27.06.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την 5925/2022 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), διότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Οι ανωτέρω, από 21.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9248/1037/23.11.2022 (Α) και 06.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9835/1120/09.12.2022 (Β), αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 3376/27.06.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ από την επίδοση στις 11.11.2022 (όπως συνομολογείται από τους διαδίκους) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 και 145 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι της ανωτέρω δεύτερης (Β) αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18.10.2023 και επίδοση αυτού στις 19.10.2023 στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την με αριθμό ....2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.

Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την, κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20ης.05.2024 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν. 4842/2021 και ισχύει και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2β του νόμου αυτού, όπως η παρ. 2β διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022 ΦΕΚ Α' 59/17.03.2022).

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι διαλαμβανόμενοι σε όλα τα άνω δικόγραφα λόγοι αναίρεσης να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η οποία υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου.

Εξάλλου, σύμβαση εργασίας που διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 30/2009, ΑΠ 419/2021, 225/2021, 375/2014, 214/2014).

Ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα της Α αναίρεσης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περιέχεται στην από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 46806/10314 της 21/26.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869 της 10/27.7.1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446) και έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (ΑΠ 225/2021).

Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22.06.1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτήν λύεται: α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες, οι εργαζόμενοι δε, που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, η οποία θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.

Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο περιεχόμενος στο άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας όρος, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, σε περίπτωση αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955, στην ίδια δε περίπτωση εμπίπτει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και η οικειοθελής αποχώρηση του εργαζομένου από την ως άνω Τράπεζα, λόγω παραίτησης, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, αφού και η με τον τρόπο αυτό παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντίωσης της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διάταξης, ο αποχωρών, λόγω παραίτησης πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, υπάλληλος της Εμπορικής Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραίτησης του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται, για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραίτησης, η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων της (ΑΠ 419/2021, 70/2016, 907/2012, 1828/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά (ΑΠ 1875/2022, 1827/2022, 1293/2022, 595/2022).

Τα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής περί επιδίκασης της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 είναι 1) η σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, 2) η συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ή η συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και αν λείπει τούτο, η συμπλήρωση του 65ου έτους και 3) η αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 595/2022, 353/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης, από 14.03.2009 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 50382/1507/2009), αγωγής, που απευθύνεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η ήδη αναιρεσείουσα της Α αναίρεσης τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜOΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες στην ανωτέρω αναίρεση 1.

Γ. Μ. και 2. Α. Ν., αφού ισχυρίσθηκαν, κατά την κυρία βάση της αγωγής, κατ' εκτίμηση αυτής, ότι, προσλήφθηκαν από την εναγομένη τα έτη 1988 και 1987 αντιστοίχως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως εκ της πρόβλεψης στον έχοντος ισχύ νόμου κανονισμό της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους έως τις 30.12.2008 και 15.10.2008 αντιστοίχως, οπότε αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, υποβάλλοντας έγγραφη παραίτηση, πριν τη συμπλήρωση του ηλικιακού ορίου αποχώρησης, έχοντας όμως συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία 20 ετών, 5 μηνών και 25 ημερών η πρώτη και 21 ετών, 1 μηνός και 6 ημερών η δεύτερη, και η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας τους κατέστη εξαρχής αορίστου χρόνου, λόγω της πλήρωσης, με την ως άνω παραίτησή τους πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, της ενυπάρχουσας στον κανονισμό της αντισυμβαλλομένης τους, σχετικής διαλυτικής αίρεσης, και ότι για την ως άνω παραίτησή τους η εναγομένη τράπεζα δεν είχε δικαίωμα εναντίωσης, οπότε θεωρείται ότι ενυπάρχει συγκατάθεση αυτής, και, επομένως, δικαιούνται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ.

α' του ν. 3198/1955 αποζημίωση (50% της αποζημίωσης απροειδοποίητης απόλυσης), την οποία όμως προσδιορίζουν στο 40% της αποζημίωσης απροειδοποίητης απόλυσης και η οποία με βάση τα χρόνια υπηρεσίας τους και τις τακτικές αποδοχές τους, όπως αναλυτικά αναφέρεται, ανέρχεται (συνυπολογιζομένου και ποσοστού 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) στο ποσό των 25.161,24 ευρώ για την πρώτη και 25.415,14 ευρώ για τη δεύτερη, ζήτησαν να τους επιδικαστεί (αναγνωριστικά και καταψηφιστικά μετά από μερικό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις) το ανωτέρω ποσό στην κάθε μία νομιμοτόκως, όπως εκεί αναφέρεται.

Η με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα ένδικη αγωγή, ως προς την κυρία της βάση περί επιδίκασης της αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, είναι επαρκώς ορισμένη καθώς περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τις ενάγουσες κατά της εναγομένης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα και ειδικότερα μεταξύ των άλλων αναφέρονται τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία ήτοι 1.

ότι η σύμβαση εργασίας εκάστης των εναγουσών ήταν αόριστης διάρκειας, ενόψει του ότι διέπετο από τον, έχοντα ισχύ νόμου, Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης που ναι μεν προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας και επομένως ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου, όμως, επειδή με τον Οργανισμό αυτόν έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, όπως η λύση αυτής και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας, σε περίπτωση αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας δια της παραιτήσεώς τους πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, η σύμβαση μετέπεσε εξ αρχής σε αορίστου χρόνου, 2.

ότι είχαν συμπληρώσει στην εναγομένη τουλάχιστον δεκαπενταετή υπηρεσία και δη 20 έτη, 5 μήνες και 25 ημέρες η πρώτη και 21 έτη, 1 μήνα και 6 ημέρες η δεύτερη και 3) ότι απεχώρησαν από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της εναγομένης - εργοδότιδος η οποία θεωρείται ότι ενυπάρχει, αφού στην παραίτησή τους η εναγομένη τράπεζα δεν είχε δικαίωμα εναντίωσης, και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής να αναφέρεται ότι οι ενάγουσες έλαβαν για την αποχώρησή του οικονομική αποζημίωση, ούτε το ακριβές περιεχόμενο της αίτησης παραίτησής τους από την εναγομένη και βάσει ποιας ειδικότερης διαδικασίας αποχώρησαν από αυτή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ περαιτέρω αναγράφονται στην αγωγή και οι τακτικές αποδοχές υπολογισμού της αποζημίωσης εκάστης ενάγουσας και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας και ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος της ανωτέρω Α αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 287 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατή η κατάρτιση σύμβασης [που συντελείται, όπως και η τροποποιητική αυτής συμφωνία, κατά τα άρθρα 164, 185, 189, 192 και 193 του ΑΚ, με την αποδοχή πρότασης προς σύναψη αυτής, η οποία αποδοχή μπορεί να γίνει είτε ρητά, δηλαδή με την περί τούτου σαφή και μη καταλείπουσα αμφιβολία περί της σημασίας της δήλωσης βούλησης του λήπτη της πρότασης, είτε σιωπηρά, εφόσον από τη συμπεριφορά του λήπτη της πρότασης σε συνδυασμό προς τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή, προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως η περί τούτου δικαιοπρακτική βούληση του λήπτη της πρότασης (ΑΠ 1081/2018)], με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ορισμένη παροχή (ενταύθα χρηματική), όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατάρτισης μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνίας οικειοθελούς αποχώρησης του τελευταίου ή συναινετικής "καταγγελίας" από τον εργοδότη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού με την παροχή στον τελευταίο οικονομικών προς τούτο κινήτρων από τον εργοδότη (ΑΠ 985/2024, 1081/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αορίστου διάρκειας, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, υπό την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους, και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημίωσης για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η οποία υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου. Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν όρους, μειωμένης αποζημίωσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, µε την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί µε την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ/τος 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόµενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισµού, δια την χορήγησιν συντάξεως συµπληρώσαντες ή συµπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσιν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν' αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαµβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι µεν επικουρικώς ησφαλισµένοι τα 40%, οι δε µη ησφαλισµένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου (5 ν. 435/1976), "Τυχόν ευνοϊκώτεροι δια τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".

Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδ. α' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων.

Κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής, που συμπλέει με την επιταγή του άρθρου 22 του Συντάγματος για προστασία του δικαιώματος της εργασίας, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της σύμβασης, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε αυτές ανάγονται στο ύψος της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν µε την ατομική σύμβαση εργασίας ή µε μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσης µε ευνοϊκότερους όρους, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης, σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα, και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.

Το μόνο δε δικαίωμα που έχει αυτός, είναι να αξιώσει τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και εκείνης που καταβλήθηκε ως κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση αυτού (ΑΠ 1445/2024, 985/2024, 419/2021, 375/2014, 681/2011). Τέλος, η δήλωση του μισθωτού κατά την αποχώρηση από την εργασία του προς τον εργοδότη του ότι εισέπραξε τη συμφωνηθείσα, μεγαλύτερη της νομίμου, αποζημίωση απόλυσης και ότι δεν διατηρεί άλλες αξιώσεις κατ' αυτού, αφορώσες την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, είναι επιτρεπτή εφόσον δεν πρόκειται για αξιώσεις που υπολείπονται των νομίμων ορίων της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 985/2024).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο σκεπτικό της, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" προσέλαβε τις ενάγουσες με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στις 5/7/1988 και 9/9/1987, αντιστοίχως. Η σύμβαση εργασίας των εναγουσών διέπονταν από τις διατάξεις του Οργανισμού Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας, που είχε καταρτισθεί με την από 11.11.1977 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1255/1977) με την 46806/10314/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15669/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 446/1981) και έχει ισχύ νόμου, ως εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 και 5 του ν. 3239/1955 και περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις (...). Έτσι, οι συμβάσεις εργασίας των εναγουσών ήταν ορισμένου χρόνου, διότι στον διέποντα αυτές Οργανισμό Προσωπικού προβλέπεται (άρθρο 31) η αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας με τη συμπλήρωση καθορισμένου ορίου ηλικίας και συγκεκριμένα του 62ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους για τις γυναίκες υπαλλήλους και λόγω της αντισυνταγματικότητας του εν λόγω όρου, ως προς την διαφοροποίηση του ορίου ηλικίας, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας για όλους τους υπαλλήλους ανεξαρτήτως φύλου.

Περαιτέρω, απεδείχθη, ότι οι ενάγουσες στις 30/12/2008, αντιστοίχως υπέβαλαν εγγράφως στην εναγομένη αίτηση παραιτήσεως, με την οποία δήλωσαν ότι παραιτούνται από την υπηρεσία, αποχωρώντας εν τοις πράγμασι αυθημερόν από την υπηρεσία της εναγομένης και έπαυσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς την τελευταία, από την ως άνω δήλη ημέρα.

Η δε συγκατάθεση της εναγομένης δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτή ενυπάρχει στο άρθρο 31 του Οργανισμού της. Εφόσον δε, με το ίδιο ως άνω άρθρο 31 του Οργανισμού της εναγομένης, οι συμβάσεις των εργαζομένων σ' αυτή, λύονται και πριν από το προβλεπόμενο ως άνω όριο ηλικίας ".... λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση .....", χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, τότε για τη ταυτότητα του νομικού λόγου οικειοθελής αποχώρηση από την υπηρεσία θεωρείται και η αποχώρηση των εργαζομένων με παραίτηση πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας.

Κατόπιν τούτων οι επίδικες συμβάσεις λύθηκαν μετά την πάροδο 30 εργασίμων ημερών από την παύση παροχής των υπηρεσιών των εναγουσών, οπότε πληρώθηκε η συναφής διαλυτική αίρεση περί προώρου λύσεώς των και μετετράπη εξαρχής σε αορίστου χρόνου, οι δε παραιτηθείσες ως άνω εργαζόμενες δικαιούνται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ.

α' του Ν. 3198/1955, εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η λύση των συμβάσεων των εναγουσών επήλθε στις 5/2/2009 και 20/11/2008, αντιστοίχως δηλ. με την πάροδο τριάντα (30) εργασίμων ημερών και από τότε θεωρείται ότι κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας τους και πληρώθηκε στο πρόσωπο τους, η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση εργασίας τους, σύμφωνα και με την ως άνω πρόβλεψη στον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης, για τέτοιες περιπτώσεις λύσεως συμβάσεων εργασίας των μισθωτών της, πριν τη συμπλήρωση της συμβατικής διαρκείας τούτων.

Κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς τους, οι ενάγουσες είχαν συμπληρώσει πραγματικό χρόνο απασχολήσεως στην εναγομένη, είκοσι ενός ετών, ενός μηνός και έξι ημερών η πρώτη και είκοσι ενός ετών, ενός μηνός και έξι ημερών η δεύτερη. Επιπλέον, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη, ήτοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία θα λάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους από την εναγομένη.

Όμως, οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή τους ζητούν την μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από τη διάταξη του εδ. β' άρθρου 8 του ως άνω Νόμου, ήτοι το 40% της αποζημιώσεως και ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμει της αρχής της διαθέσεως (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να τους επιδικασθούν τα εξής ποσά: Α) στην μεν πρώτη 20.298,11 (3.171,58 ευρώ οι τακτικές αποδοχές χ 16 μήνες = 50.745,28 Χ 40%), με το νόμιμο τόκο, όπως κατωτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 & 3 του Ν. 3863/2010, ήτοι α) ποσό 6.343,16 ευρώ (2 μήνες Χ 3.171,58 ευρώ) νομιμοτόκως από τις 5/1/2009, β) ποσό 6.343,16 ευρώ (2 μήνες Χ 3.171,58 ευρώ) νομιμοτόκως από τις 5/3/2009, γ) ποσό 6.343,16 ευρώ (2 μήνες Χ 3.171,58 ευρώ) νομιμοτόκως από τις 5/5/2009 και δ ) ποσό 1.268,63 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 5/7/2009.

Και Β) στην μεν δεύτερη 21.784,41 (3.203,59 ευρώ οι τακτικές αποδοχές χ 17 μήνες = 54.461,03 Χ 40%), με το νόμιμο τόκο, όπως κατωτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 & 3 του Ν. 3863/2010, ήτοι α) ποσό 6.407,18 ευρώ (2 μήνες Χ 3.171,58 ευρώ) νομιμοτόκως από τις 20/11/2008, β) ποσό 6.407,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 20/1/2009, γ) ποσό 6.407,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 20/3/2009 και δ) ποσό 2.562,87 ευρώ νομιμοτόκως από τις 20/05/2009.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατέβαλε στις ενάγουσες, κατά την αποχώρησή τους,, τα ποσά των 48.000 ευρώ και 55.000 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αποχωρήσεως. Αυτή η αποζημίωση, η οποία κατεβλήθη οικειοθελώς, τόσο στις ενάγουσες, όσο και σε πολλούς άλλους συναδέλφους τους, είχε τον χαρακτήρα του οικονομικού κινήτρου για την (πρόωρη) αποχώρησή τους (μπόνους), χωρίς να έχει σχέση με την ως άνω οφειλομένη αποζημίωση του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955.

Άλλωστε, αν και στις αιτήσεις - δηλώσεις παραιτήσεων, των εναγουσών φέρονται να δηλώνουν, ότι τα ως άνω ποσά, καλύπτουν οποιαδήποτε απαίτησή τους σχετικά με τη λήξη της εργασίας τους στην εναγομένη Τράπεζα, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων, είτε συμβατικών και ιδίως εκείνης του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, πλην όμως, με τις εν λόγω αιτήσεις - δηλώσεις δεν καταρτίζονται έγκυρες συμφωνίες περί παραιτήσεως των εναγουσών, από την αποζημίωση του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, καθόσον κάθε συμφωνία, με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του μισθωτού, που προστατεύονται δυνάμει διατάξεων αναγκαστικού δικαίου δημοσίας τάξεως, όπως είναι και η ανωτέρω είναι άκυρη.

Έτσι, άκυρη είναι και κάθε συμφωνία που με οποιονδήποτε τρόπο οδηγεί στο να στερηθεί ο εργαζόμενος το νόμιμο μισθό του, καθώς και άλλες αξιώσεις, προβλεπόμενες από διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των αποζημιώσεων (...). Κατά συνέπεια και ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης περί ολοσχερούς εξοφλήσεως των εναγουσών πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμος.

Ομοίως, αβάσιμος κατ' ουσίαν είναι και ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού της αποζημιώσεως του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, αφενός μεν γιατί δεν υπάρχει ανταπαίτηση της εναγομένης - εργοδότριας από τα ποσά που ήδη έλαβαν οι ενάγουσες, καθόσον αποτελεί οικειοθελή παροχή με νόμιμη και μη ανατραπείσα αιτία καταβολής, επομένως δεν είναι αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό και δεν δύναται να αναζητηθεί από την εναγομένη, ενώ η είσπραξη του από την ενάγουσα δεν επάγεται παράνομη ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, η δε παροχή τούτη της εναγομένης αναλώθηκε πλήρως για να καλύψει την απαίτηση των εναγουσών να μην αποχωρήσουν προώρως από την εργασία της.

Αφετέρου δε, γιατί, οι, ως άνω απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις, δεν είναι ομοειδείς κατά τα αντικείμενά τους τα οποία δεν έχουν τα ίδια γνωρίσματα (...), ως προερχόμενες από διαφορετικές αιτίες, που είναι για μεν τις χρηματικές παροχές 48.000 και 55.000 ευρώ, το οικονομικό κίνητρο για την πρόωρη αποχώρηση, για δε την αποζημίωση του άρθρου 8 του Νόμου 3198/1955, η προστασία του μισθωτού και η κατοχύρωση των εισοδημάτων του για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την απόλυσή του (...)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως ουσία βάσιμη την έφεση των τότε εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών κατά της 1238/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή περί επιδίκασης στις ενάγουσες αποζημίωσης του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 (σε ποσοστό όμως 40%), ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κυρία, εκ της συμβατικής ευθύνης της εναγόμενης βάση της, και ως μη νόμιμες τις επικουρικές, εκ της αδικοπραξίας και του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεις αυτής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει 1) στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό (20.298,11 ευρώ κατά τις εξής διακρίσεις:

α) 6.343,16 ευρώ νομιμοτόκως από τις 5/1/2009, β) 6.343,16 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 5/3/2020, γ) 6.343,16 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 5/5/2020 και δ) 1.268,63 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 5/7/2009 (όπως η χρονολογία των υπό στοιχείων β και γ επιμέρους ποσών διορθώθηκε με την 5925/2022 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου σε 2009) και 2) στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.784,41 ευρώ κατά τις εξής διακρίσεις:

α) 6.407,18 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 20/11/2008, β) 6.407,18 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 20/1/2009, γ) 6.407,18 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 20/3/2009 και δ) 2.562,87 ευρώ, νομιμοτόκως από τις 20/5/2009.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, παραβίασε µε εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 8 του ν. 3198/1955, 5 παρ. 3 του ν. 435/1976 και 361 ΑΚ, αφού η ως άνω αποζημίωση που, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επέλεξε να λάβει εκάστη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητες της Α αναίρεσης ως οικονομικό κίνητρο για την πρόωρη αποχώρησή τους από την υπηρεσία, δηλώνοντας μάλιστα στις αιτήσεις - δηλώσεις παραιτήσεών τους, ότι τα ως άνω ποσά, καλύπτουν οποιαδήποτε απαίτησή τους σχετικά με τη λήξη της εργασίας τους στην εναγομένη Τράπεζα, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων παντός είδους, είτε νομίμων, είτε συμβατικών και ιδίως εκείνης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, (τα οποία, σημειωτέον ότι, δεν υπολείπονταν των νομίμων ορίων), έλαβε χώρα στα πλαίσια συμφωνίας των διαδίκων (με πρόταση των εναγουσών που υπέβαλαν με τις ανωτέρω αιτήσεις - δηλώσεις στην εναγομένη και αποδοχή της πρότασης αυτής από την τελευταία, η οποία τις κατέβαλε τα ποσά αυτά και αυτές αποχώρησαν από την υπηρεσία τους σύμφωνα με τα άρθρα 185, 189, 192 και 361 του ΑΚ) προκειμένου οι ενάγουσες να αποχωρήσουν πρόωρα από την υπηρεσία τους µε ευνοϊκότερους όρους ως προς το ύψος της αποζημίωσης σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του ν. 3198/1955, που συνίστανται στην καταβολή των ανωτέρω υπέρτερων ποσών στην κάθε μία ενάγουσα, οπότε οι ενάγουσες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα και ληφθείσα ανωτέρω μεγαλύτερη αποζημίωση και εκείνη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.

Επομένως, ο σχετικό πρώτος λόγος αναίρεσης της (οιονεί καθολικής διαδόχου της) εναγομένης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Με το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης - ΣΛΕΕ (ενοποιημένη απόδοση) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) ορίζεται ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης και ότι (μεταξύ άλλων) Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες της Β αναίρεσης με αίτημά τους που εμπεριέχεται στο από 31.05.2024 υπόμνημά - προτάσεις τους, που. όπως προκύπτει από την επ' αυτού βεβαίωση της γραμματέως κατατέθηκε αυθημερόν, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 28.05.2024, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησαν την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) σύμφωνα με το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της ευρωπαϊκής ένωσης - ΣΛΕΕ. Το ως άνω αίτημα είναι απορριπτέο, προεχόντως ως απαράδεκτο λόγω της αοριστίας του, ενόψει του ότι δεν αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα που κατά το αίτημά τους πρέπει να υποβληθούν στο ΔΕΕ και τα οποία είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο σχετικό αίτημα ώστε να προκύπτει αν πρόκειται περί ζητημάτων ερμηνείας των συνθηκών ή του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, ώστε να οφείλει το Δικαστήριο τούτο να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 267 της ΣΛΕΕ. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν ανέκυψε εν προκειμένω τέτοιο ζήτημα ώστε να οφείλει το Δικαστήριο να το παραπέμψει στο ΔΕΕ σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, ούτε περαιτέρω κρίνεται αναγκαία η υποβολή τέτοιου αιτήματος για την ένδικη υπόθεση.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω πρώτου λόγου της Α αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης αυτής όσο και των λόγων της συνεκδικαζόμενης Β αναίρεσης των αναιρεσειουσών και των προσθέτων λόγων αυτής (Β αναίρεσης) που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου της ως άνω Α' αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από αυτόν που εξέδωσε την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτό είναι εφικτό. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την, από 21.11.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9248/1037/2022, αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και την, από 06.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 9835/1120/2022, αίτηση αναίρεσης των 1. Γ. Μ. και 2. Α. Ν. με τους από, 17.10.2023, και με αριθμό κατάθεσης 142/18.10.2023 πρόσθετους λόγους της αναίρεσης αυτής, κατά της 3376/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω 3376/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ