Legislator Case Law & Legislation
1487/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to offset legal costs via unjust enrichment.

Case Number 1487/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding legal costs. The lower court incorrectly refused to offset the appellant's costs against the respondent's costs, despite the prior appellate decision covering both issues. The Court ruled that the respondent failed to justify why the costs should not be offset under unjust enrichment principles, as the original claim remained valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 440, 441, 444, 904 of the Civil Code; Articles 579, 940(2) of the Code of Civil Procedure: When a prior appellate decision covers both principal claims and costs, the losing party cannot refuse to offset the opposing party's costs by claiming the original claim is extinguished if the claim itself remains valid.

Keywords

AI generated
legal costs offset unjust enrichment appellate review civil procedure costs of litigation supreme court civil code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Articles 440, 441, 444, 904 of the Civil Code
Articles 579, 940(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 12/2018
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1487 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1487/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Ε., χήρας Κ. Μ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπούρα.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Π., συζύγου Γ. Δ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Σταυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2012 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Κ. Μ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7059/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2859/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 237/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2859/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1576/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 15/12/2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, υπ' αριθμ.1576/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 237/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 2859/2015 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε σ' αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 16/12/2021 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 23/3/2021,οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί διετία. Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 818/2023, ΑΠ 188/2020, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 814/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές", κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 αυτού, "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 του ιδίου Κώδικα: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική.

Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 440/2022 ΑΠ 14/2021, ΑΠ 251/2016). Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται, κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται, άρρηκτα, με εκείνα που αναιρέθηκαν.

Ως κεφάλαια, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 ΚΠολΔ, νοούνται οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως που αποφαίνονται για τα αιτήματα παροχής δικαστικής προστασίας. Ωστόσο, αν τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια είναι συναφή με τα αναιρεθέντα, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι συναναιρούνται και αυτά.

Η έννοια των αναγκαίως συνεχομένων κεφαλαίων, δηλαδή εκείνων που τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα προσβαλλόμενα με την αναίρεση κεφάλαια, ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και στη διάταξη περί δικαστικών εξόδων της αποφάσεως που αναιρέθηκε, είτε εν συνόλω είτε εν μέρει, εφόσον τα δικαστικά έξοδα συνιστούν αίτηση με παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς το κεφάλαιο της κύριας απαίτησης.

Εξάλλου, η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντιθέτου γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από την ίδια ως ολικής (ΑΠ 440/2022). Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 816/2022).

Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της αποφάσεως, στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός, και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Ως προς αυτά τα κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, αυτή παράγει δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Εάν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αν κρίνει διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο δέσμευση, οπότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος, διότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 440/2022).

Μετά την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, ως προς τα πληγέντα κεφάλαια και τα αρρήκτως συνδεόμενα με αυτά που συναναιρούνται, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 440/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 816/2022).

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, ήτοι ως προς το κεφάλαιο για το οποίο η αναίρεση και τα αρρήκτως με αυτό συνδεόμενα κεφάλαια και η υπόθεση επανεκδικάζεται, κατά το εκκληθέν μέρος, επί του οποίου, με την απόφασή του, αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1200/2020, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018).

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 44/2021, ΑΠ 679/2011).

Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, από ό,τι η αναιρεθείσα, χωρίς να δεσμεύεται, ούτε, ως προς το σημείο αυτό, από εκείνη (ΑΠ 465/2023, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 440/2022).

Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 516 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης έφεσης, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την έφεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ. (ΑΠ 713/2022, ΑΠ 1262/2020, ΑΠ 730/2019, ΑΠ 1205/2019). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος πρέπει να υφίσταται και ειδικώς ως προς κάθε λόγο της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο της άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου της έφεσης ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 516 και 532 Κ.Πολ.Δ). Κατά συνέπεια οι κανόνες που αναφέρονται στο έννομο συμφέρον αποτελούν δικονομικούς κανόνες και ως εκ τούτου η παραβίασή τους ελέγχεται με τον από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1159/2021, ΑΠ 1617/2011).

Κατ' άλλη άποψη, όμως, το έννομο συμφέρον, όπως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 1292/2019, ΑΠ 1943/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 772/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου από 5/6/2012 ανακοπή, ο ανακόπτων Κ. Μ., ζήτησε, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, την μερική ακύρωση (για το ποσό των 34.396,89 ευρώ) της τεθείσας κάτωθι του πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ. 5653/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών από 14/5/2012 επιταγής προς πληρωμή, με την οποία, επιτασσόταν, μεταξύ άλλων, να καταβάλει 113.451,05 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντος κεφαλαίου και 9.200 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.

Η παραπάνω υπ' αριθμ. 5653/2011 απόφαση (επεδίκασε 189.631,38 ευρώ για την απαίτηση και 9.200 ευρώ για δικαστικά έξοδα) είχε εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της 1821/2008 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου. Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ο ανακόπτων προέβαλε ένσταση εξόφλησης της επιτασσόμενης απαίτησης (113.451,05 ευρώ) κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ και της δικαστικής δαπάνης (9.200) κατά το ποσό των 9.150 ευρώ, επικαλούμενος, ότι πριν την έκδοση της υπ' αριθμ.6563/2011 αποφάσεως (δικαστήριο της παραπομπής) είχε καταβάλει τα έξοδα που είχε ορίσει η αναιρεθείσα 1821/2008 απόφαση (9.150 ευρώ), καθώς και 76.180,33 ευρώ, συμμορφούμενος με την υπ' αριθμ.180/2008 απόφαση του Αρείου (Τμήμα Αναστολών) η οποία ανέστειλε την εκτέλεση της 1821/2008 αποφάσεως, υπό τον όρο παροχής υπέρ της αντιδίκου του εγγυητικής επιστολής ισόποσης το ήμισυ του ορισθέντος με την 1821/2008 κεφαλαίου (152.360,66:2=76.180).

Επίσης, με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, ισχυρίσθηκε ότι εκτός από τις ως άνω καταβολές, μετά την άσκηση της ανακοπής και συγκεκριμένα στις 6-6-2012 κατέβαλε στην καθ'ης το ποσό των 130.104,38 ευρώ και ότι με την τελευταία αυτή καταβολής επήλθε ολοσχερής απόσβεση της απαίτησης της καθ'ης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.7059/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο καταλογίζοντας όλες τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της ανακοπής καταβολές, κατά τρόπο διαφορετικό από τον ανακοπτοντα και δεχόμενο ότι μετά τις ως άνω καταβολές παρέμεινε ανεξόφλητο κεφάλαιο και τόκοι, στη συνέχεια κατά παραδοχή του διαληφθέντος με τις προτάσεις του ανακόπτοντος ισχυρισμού του περί καταβολής ποσού 130.104,38 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε εν μέρει την ανακοπτόμενη από 14/5/2012 επιταγή προς πληρωμή α) ως προς το ποσό των 800 ευρώ, που αφορά στην σύνταξη της επιταγής β) ως προς το ποσό των 9.200 ευρώ που αφορά στα επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα γ) ως προς το ποσό των 5.378,45, που αφορά στο απόγραφα, τέλη απογράφου και αντιγράφου δ) ως προς το ποσό των 35.671,77 ευρώ, που αφορά στους οφειλόμενους τόκους και ε) ως προς το ποσό των 79.054,16 ευρώ, που αφορά σε μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο ανακόπτων άσκησε την από 9/3/2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ.2859/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής επικαλούμενος ότι α) στις 17-7-2008 κατέβαλε στην καθ'ης το ποσό των 85.330,33 ευρώ συμμορφούμενος προς την 180/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ανεστάλη εν μέρει η εκτέλεση της 1821/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών,υπό τον όρο καταβολής ότι το ως άνω καταβληθέν ποσό καταλογίστηκε στο ήμισυ του επικδικασθέντος με την 1821/2008 κεφαλαίου (:2=76.180,33 ευρώ) και στην επιδικασθείσα με την ως άνω απόφαση δικαστική δαπάνη (9.150 ευρώ) β) στις 22-5-2009 κατέβαλε 104.387,90 ευρώ β) στις 3-6-2009 κατέβαλε 150.000 (με την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής και δ) στις 15-7-2009 κατέβαλε 175.868,89 ευρώ, προέβαλε ένσταση μερικής εξόφλησης της απαίτησης της καθ'ης κατά το κεφάλαιο και δη κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ και προσδιόρισε το ανεξόφλητο υπόλοιπο του κεφαλαίου στο ποσό των 37.270,72 ευρύ.

Επίσης με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης ισχυρίσθηκε ότι εκτός από τις ως άνω καταβολές, μετά την άσκηση της ανακοπής και συγκεκριμένα στις 6-6-2012 κατέβαλε στην καθ'ης το ποσό των 130.104,38 ευρώ και ότι με την τελευταία αυτή καταβολής επήλθε ολοσχερής απόσβεση της απαίτησης της καθ'ης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή την προβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση μερικής εξόφλησης της απαίτησης (κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ) καταλογίζοντας τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της ανακοπής καταβολές κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που επικαλείται ο ανακόπτων και δεχόμενο ότι με τις ως καταβολές παρέμεινε ανεξόφλητο το κεφάλαιο ύψους 113.451,05 ευρώ και οι τόκοι του ως άνω κεφαλαίου, ποσού 35.671,77 ευρώ, στη συνέχεια όμως δέχθηκε τον διαληφθέντα στις προτάσεις του ανακόπτοντος ισχυρισμό περί καταβολής του ποσού των 130.104,38 ευρώ και αφού καταλόγισε το ποσό αυτό στα έξοδα, στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή.

Η μερική αυτή ακύρωση της προσβαλλόμενης επιταγής είναι εσφαλμένη δεδομένου ότι ο ως άνω ισχυρισμός του ανακόπτοντος προτάθηκε απαραδέκτως με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης και όχι με πρόσθετο λόγο ανακοπής, κατά παράβαση του άρθρου 585 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ. Ωστόσο ενόψει του ότι με την έφεση του ανακόπτοντος δεν πλήττεται κατά τούτο η εκκαλουμένη, ούτε ασκήθηκε έφεση ή αντέφεση από την καθης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί δεν μπορεί να εκδώσει επιβλαβέστερη απόφαση για τον εκκαλούντα-ανακόπτοντα.

Κατόπιν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που πλήττει την εκκαλουμένη επειδή δεν δέχθηκε ολοσχερή απόσβεση της απαίτησης της καθης δια της καταβολής του ποσού των 130.104,38 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον εισάγει με το δικόγραφο της έφεσης νέο λόγο ανακοπής ο οποίος προτείνεται απαραδέκτως (585 παρ.2 ΚΠολΔ).

Ο ίδιος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της προβληθείσας με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένστασης μερικής εξόφλησης του κεφαλαίου της απαίτησης κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το μέρος που απέρριψε την προβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση μερικής εξόφλησης, αφού με την εκκαλουμένη, έστω και για άλλο λόγο, ακυρώθηκε η επιταγή ως προς το κεφάλαιο, κατά το ποσό των 79.054,16 ευρω, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 76.180,33 ευρώ, κατά το οποίο θα ακυρωνόταν η επιταγή σε περίπτωση παραδοχής της προαναφερόμενης ένστασης.

Επίσης, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και ότι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης με του οποίους επαναφέρονται οι απορριφθέντες πρωτοδίκως δεύτερος και τρίτος λόγοι της ανακοπής αντιστοίχως, με τους οποίους πλήττεται η επιταγή προς πληρωμή α) ως προς το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης ποσού 9.200 ευρώ και β) ως προς το κονδύλιο της αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής ποσού 800 ευρώ, αφού με την εκκαλουμένη, μολονότι απορρίφθηκαν οι ως άνω λόγοι της ανακοπής, εν συνεχεία και κατά παραδοχή του ισχυρισμού του ανακόπτοντος περί καταβολής του ποσού των 130.104,38 ευρώ, μετά την άσκηση της ανακοπής, ακυρώθηκε η επιταγή τόσο κατά το ποσό των 9.200 ευρώ, που αφορά στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, όσο και κατά το ποσό των 800 ευρώ που αφορά στην αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής, συνεπώς ο εκκαλών στερείται εννόμου συμφέροντος προς εξαφάνιση των ως άνω διατάξεων της εκκαλουμένης".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο ανακόπτων άσκησε την από 5/10/215 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 237/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 2859/2015 απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Ειδικότερα, η υπ' αριθμ.237/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο πρώτος λόγος της έφεσης, κατά το μέρος που ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της προβληθείσας με τον πρώτο λόγο ένστασης μερικής εξόφλησης του κεφαλαίου της απαίτησης, κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της ίδιας ένστασης, επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1000 ΚΠολΔ, κατά τον καταλογισμό του καταβληθέντος την 22-5-20009 ποσού των 103.515 ευρώ, αποκλειστικά στα έξοδα και τους τόκους και όχι και στο 1/4 του κεφαλαίου της απαίτησης, είναι απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (άρθρ.68,73 ΚΠολΔ) αφού με την εκκαλουμένη, έστω και για άλλο λόγο, ακυρώθηκε η επιταγή ως προς το κεφάλαιο, κατά το ποσό των 79.054,16 το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 76.18033 ευρώ, κατά το οποίο θα ακυρωνόταν η επιταγή σε περίπτωση παραδοχής της προαναφερόμενης ένστασης.

Επίσης απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους επαναφέρονται οι απορριφθέντες πρωτοδίκως δεύτερος και τρίτος λόγοι της ανακοπής, αντιστοίχως, με τους οποίους πλήττεται η επιταγή προς πληρωμή α) ως προς το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης, ποσού 9.200 ευρώ και β) ως προς το κονδύλιο της αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής, ποσού 800 ευρώ, αντιστοίχως, αφού με την εκκαλουμένη, μολονότι απορρίφθηκαν οι ως άνω λόγοι της ανακοπής, εν συνεχεία και κατά παραδοχή του ισχυρισμού του ανακόπτοντος περί καταβολής του ποσού των 130.104,38 ευρώ μετά την άσκηση της ανακοπής, ακυρώθηκε η επιταγή, τόσο κατά το ποσό των 9.200 ευρώ, που αφορά στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, όσο και κατά το ποσό των 800 ευρώ, που αφορά στην αμοιβή για τη σύνταξη της επιταγής, συνεπώς ο εκκαλών στερείται εννόμου συμφέροντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή όλοι οι λόγοι της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή του αναιρεσείοντος για άλλο λόγο, που δεν προτάθηκε, και σε κάθε περίπτωση που προτάθηκε απαραδέκτως, ωστόσο απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της ανακοπής.

Όμως, το γεγονός αυτό συνεπάγεται δικονομική και ουσιαστική βλάβη για τον αναιρεσείοντα, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του για την άσκηση εφέσεως, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, παρά την καταβολή προς την αναιρεσίβλητη του ποσού των 130.104,38 ευρώ, μετά την κατάθεση της ανακοπής, εξακολουθεί να της οφείλει αυτός το ποσό των 34.396,89 ευρώ, ενόψει του τρόπου με τον οποίο καταλόγισε το ποσόν αυτό στην οφειλή του αναιρεσείοντος, με περαιτέρω συνέπεια αυτός, έστω και αν νίκησε εν μέρει, να βλάπτεται από τις δυσμενείς γι' αυτόν αιτιολογίες της της εκκαλούμενης αποφάσεως.

Πράγματι, από τις παραδοχές αυτές της εκκαλούμενης αποφάσεως τείνει να δημιουργηθεί δυσμενές δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα, ενόψει του ότι οι αιτιολογίες αυτές έχουν συνέπειες διατακτικού, αφού η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέχθηκε με παρεμπίπτουσα σκέψη ότι στα πλαίσια εκτελέσεως της 5653/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εξακολουθεί να οφείλει αυτός στην αναιρεσίβλητη το ποσόν 34.396,89 ευρώ.

Συνακόλουθα τούτων, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος". Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1576/2021 απόφασή του, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....

Ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως, κατά το μέρος που ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της προβληθείσας με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένστασης μερικής εξόφλησης του κεφαλαίου της απαίτησης κατά το ποσό των 76.180,33 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (άρθρα 68 και 73 του ΚΠολΔ) προς εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που απέρριψε την προβληθείσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ένσταση μερικής εξόφλησης, αφού με την εκκαλουμένη, έστω και για άλλο λόγο, ακυρώθηκε η επιταγή, ως προς το κεφάλαιο, κατά το ποσό των 79.054,16 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει το ποσόν των 76.180,33 ευρώ κατά το οποίο θα ακυρωνόταν η επιταγή σε περίπτωση παραδοχής της προαναφερόμενης ένστασης."

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο έφεσης ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την 237/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αναιρώντας την εφετειακή απόφαση, έκρινε ότι ο εκκαλών έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως, επιλύοντας έτσι δεσμευτικά, σε κάθε περίπτωση, για το δικαστήριο της παραπομπής το εν λόγω νομικό ζήτημα, δηλαδή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ως εν μέρει νικήσαντος διαδίκου, προς άσκηση της έφεσης, είτε γίνει δεκτό ότι οι κανόνες που αναφέρονται στο έννομο συμφέρον των διαδίκων αποτελούν δικονομικούς κανόνες, όπως εμμέσως δέχθηκε η προαναφερόμενη 237/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, είτε ήθελε γίνει δεκτό ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας και, συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης,με τον οποίο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την ως άνω πλημμέλεια είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης, βάσει δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, επέρχεται δε ο συμψηφισμός κατά το άρθρ. 441 του ίδιου Κώδικα με δήλωση του ενός προς τον άλλο, η οποία επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν, δηλαδή ο συμψηφισμός ενεργεί αναδρομικά. Ειδικότερα, συνάγεται από τα παραπάνω άρθρα, ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της δήλωσης (πρότασης) συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που θα συνυπάρξουν δύο αντίθετες απαιτήσεις με τα προσόντα του συμψηφισμού.

Συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο ο δικαιούχος της μιας απαίτησης και οφειλέτης της άλλης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του αυτή η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά και στο μέτρο που καλύπτονται, είτε γίνει αποδεκτή είτε όχι η πρότασή του από εκείνον στον οποίο απευθύνθηκε. Πρόδηλο είναι, επίσης, ότι ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που προτείνεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 844/1999). Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Έτσι, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συμψηφισμού, μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό και ανταπαίτηση του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθού η ανακοπή στη δίκη επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. γ' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής που έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, αν αναιρεθεί, όλικά ή κατά ένα μέρος, η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, συναναιρείται και η διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ως παρεπόμενο κεφάλαιο της κύριας δίκης, που συνέχεται αναγκαίως με αυτή (ΑΠ 689/2023). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 940 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν ο εναγόμενος οφειλέτης καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της εκδοθείσας τελεσίδικης απόφασης του εφετείου και, στη συνέχεια, η απόφαση αυτή αναιρεθεί, οπότε συναναιρείται και η διάταξη περί δικαστικών εξόδων, ακολούθως δε εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, που καταδικάζει αυτόν εκ νέου στα δικαστικά έξοδα, μπορεί να προβάλει σε συμψηφισμό, προς την απαίτηση αυτή του ενάγοντος δανειστή, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταπαίτησή του κατά του τελευταίου προς επιστροφή των ήδη καταβληθέντων δικαστικών εξόδων της προηγηθείσας εφετειακής απόφασης (παροχή για αιτία που έληξε).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι: "Με τον τρίτο λόγο της ένδικης εφέσεως ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου εκ μέρους του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δη των άρθρων 579 και 581 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα επαναφέρει τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι το επιτασσόμενο κονδύλιο των δικαστικών εξόδων αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας ύψους 9.200 ευρώ, έχει εξοφληθεί κατά το ποσό των 9.150 ευρώ, ήδη από την 17-7-2008 οπότε εξόφλησε τη δικαστική δαπάνη σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1821/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, οφειλομένου μόνο του ποσού των 50 ευρώ, όπως τα δικαστικά έξοδα επανακαθορίστηκαν με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 5653/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επικουρικώς δε επικαλείται ότι, σε κάθε περίπτωση, και εάν θεωρηθεί ότι δεν έχει επέλθει μερική εξόφληση του ως άνω κονδυλίου συντρέχει περίπτωση συμψηφισμού της ανωτέρω απαίτησης με την επιδικασθείσα με την υπ' αριθμ. 5653/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθώς και ότι το ποσό των 9.150 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1821/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καταβλήθηκε αχρεωστήτως κατόπιν της εξαφάνισης της απόφασης αυτής.

Ο ισχυρισμός αυτός, τόσο κατά την κύρια βάση του, όσο και κατά την επικουρική του βάση, αποτελεί ένσταση, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ κατά την κύρια βάση της και 440 του ΑΚ κατά την επικουρική της βάση. Όπως όμως προαναφέρεται, η επιδικασθείσα με την υπ' αριθμ.1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δικαστική δαπάνη ύψους 9.150 ευρώ εξοφλήθηκε από τον ανακόπτοντα με καταβολή, που έλαβε χώρα την 17/7/2008.

Η απόφαση αυτή όμως αναιρέθηκε μερικώς, όπως προεκτίθεται, με την υπ' αριθμ. 209/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το μέρος που δεν περιέλαβε στην περιουσιακή επαύξηση του ανακόπτοντος για τον υπολογισμό της σε αυτή συμμετοχής της καθ' ης η ανακοπή και τα αναφερόμενα σε αυτήν ακίνητα, ήτοι μόνο ως προς την κατ' αξία αύξηση της περιουσίας του ανακόπτοντος.

Συνακόλουθα, η προαναφερόμενη υπ' αριθμ.1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξακολουθεί να παράγει δεδικασμένο ως προς τα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία αυτή δεν αναιρέθηκε. Ακολούθως εκδόθηκε η 5653/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο ως δικαστήριο της παραπομπής εξέτασε το κεφάλαιο της δίκης, ως προς το οποίο και μόνο αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση, η επιδικασθείσα δε με αυτήν την απόφαση δικαστική δαπάνη, ύψους 9.200 ευρώ, αφορούσε στην δεύτερη για την ένδικη αγωγή τελεσίδικη απόφαση.

Η κατά τα ανωτέρω συνεπώς εξόφληση των δικαστικών εξόδων, που καθορίστηκαν με την υπ' αριθμ. 1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν συνεπάγεται από μόνη της και την εξόφληση και σε κάθε περίπτωση τον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων που ορίστηκαν με την δεύτερη κατά σειρά τελεσίδικη απόφαση, επί της από 30/1/1995 αγωγής (σημ:είναι η ίδια αγωγή) και τούτο διότι η πρώτη απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της ως προς τα κεφάλαια αυτής, τα οποία δεν αναιρέθηκαν.

Συνακόλουθα, αμφότερες οι ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις επισύρουν την δική τους δικαστική δαπάνη...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά μεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, διότι δεν επρόκειτο για καταβολή χρηματικού ποσού υπό την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ προς εξόφληση της συγκεκριμένης ένδικης απαίτησης, πλην όμως, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση κατά την επικουρική θεμελίωση αυτής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440, 441, 444 και 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 579 και 940 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη οικεία μείζονα σκέψη, η αναίρεση της 1821/2008 αποφάσεως επεκτάθηκε και στην περί δικαστικών εξόδων διάταξή της, με συνέπεια η αναιρεσείουσα, η οποία δεν ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων, να έχει ανταπαίτηση κατά της αναιρεσίβλητης με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για αιτία που έληξε, την οποία, όπως αναφέρθηκε, δικαιούται να προβάλει σε συμψηφισμό, προς την απαίτηση της αναιρεσίβλητης για τα δικαστικά έξοδα που ορίστηκαν με την μεταγενέστερη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατόπιν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, που αναφέρονται και συνάπτονται με τα αναιρούμενα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ.1576/2021 απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να επιστραφεί το παράβολο στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρσείουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1576/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας το οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς κα του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ