Legislator Case Law & Legislation
1487/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for inadmissible new claims and substantive failure to prove defamation.

Case Number 1487/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's rejection of their defamation claim. The appellants argued that the lower court failed to consider a specific defense based on Article 367 of the Criminal Code, which they had raised in the appeal stage. The court ruled this argument inadmissible because the defense was not properly presented in the first instance and was not introduced under the legal exceptions allowing new claims in the second instance. Consequently, the court found the appeal baseless and rejected it, ordering the appellants to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 527 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a new substantive claim was not raised in the first instance and does not fall within statutory exceptions for new claims, and the appeal is baseless if the lower court properly considered and rejected the argument despite the procedural defect.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal new claims second instance defamation claim Article 367 Criminal Code legal costs award procedural defect substantive failure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1487 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1487/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου … και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με τη επωνυμία "Ι. Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Νικόλαο Βακουφάρη και Δημήτριο Κυριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Δ., κατοίκου Νομού …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Νικούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2639/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2639/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 394/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί η από 24-4-2014 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει το ποσό των 40.000 ευρώ στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από τη σε βάρος τους αδικοπραξία και ειδικότερα λόγω ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος τους από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνο που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων: α) 361 παρ. 1 ΠΚ ?όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 262) προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται..., β) του άρθρου 362 ιδίου Κώδικα όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, τιμωρείται...

και γ) του άρθρου 363 ιδίου επίσης ως άνω Κώδικα αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται.... Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 389/2016, ΑΠ 1803/2017 Ποιν.).

Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή της διάδοσης του ισχυρισμού τούτο ενώπιον τρίτου (ΑΠ 169/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.

του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ για την ενότητα τα έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαιτίου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1431/2017).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα του δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ ή επειδή ο εναγόμενος ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2049/2017, ΑΠ 271/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Ι. Α.Ε.Γ.Α., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, έχει ως αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών ασφάλισης πανελλαδικά και για την άσκηση της εμπορίας της αυτής, διατηρεί πρακτορεία σε όλη την Ελλάδα και στην πόλη των …, ενώ ο ενάγων, ο οποίος επί σειρά ετών ασχολείται επαγγελματικά με τις ασφάλειες, είναι ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και μέτοχός της.

Την 29-10-1999, η γενική συνέλευση της ενάγουσας, με την υπ' αρ. 5/1999 απόφασή της, αποφάσισε την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά το ποσό των 500.000.000 δρχ. ή 1.467.351,43 ευρώ και η αύξηση αυτή, καλύφθηκε αποκλειστικά από τους παλαιούς μετόχους. Πριν τη λήψη της απόφασης αυτής, η ενάγουσα, από την 5-10-1999, απέστειλε και διακίνησε σε συνεργάτες της, τηλετυπικό δελτίο, με το οποίο τους ενημέρωνε για την επικείμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, αλλά και για τη μελλοντική της είσοδο στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου να αντλήσει νέα κεφάλαια και τους επισήμαινε ότι "δικαίωμα προτίμησης στη νέα και προ της εισόδοου στο Χρηματιστήριο αύξηση του κεφαλαίου είχαν μετά του παλαιούς μετόχους, το προσωπικό των πέντε επιχειρήσεων του ομίλου, όλοι οι συνεργάτες...

και ότι θα καταβαλλόταν προσπάθεια ικανοποίησης των αιτήσεων συμμετοχής τρίτων επενδυτών". Στη συνέχεια, την 7-10-1999 απέστειλε στους συνεργάτες της και άλλο τηλετυπικό δελτίο, με το οποίο αφού επαναλάμβανε τα προαναφερόμενα, παρακινούσε τους συνεργάτες της, να ενημερώσουν κάθε ενδιαφερόμενο για τη σχετική διαδικασία υποβολής αίτησης με σκοπό την αγορά μετοχών της, καθώς είχε εξαγγείλει ρητά την αύξηση του κεφαλαίου κατά 300.000.000 δρχ.

με έκδοση 300.000 νέων ονομαστικών μετοχών και διάθεσή τους στους παλαιούς μετόχους στην τιμή των 1.000 δρχ. και στους νέους μετόχους στην ίδια τιμή. Με το έγγραφο αυτό διευκρίνιζε ότι το δ.σ., την 29-10-1999, θα επέλεγε και θα προτιμούσε τις αιτήσεις των νέων μετόχων, κατά σειρά προτεραιότητας καταβολής τοις μετρητοίς, του ποσού αγοράς των νέων μετοχών.

Προώθησε επιπλέον, στο δίκτυο των συνεργατών της το από 13-10-1999 έγγραφό της, με τίτλο "Π. Ι. στο Χρηματιστήριο", το οποίο στην οπίσθια όψη του είχε υπόδειγμα αίτησης για την αγορά μετοχών της, στην τιμή των 1.000 δρχ. από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο. Το έγγραφο αυτό διακινήθηκε από τη δεύτερη ενάγουσα, μεταξύ άλλων, και στη Θ.

Μ., η οποία ήταν συνεργάτης της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και συγκεκριμένα ασκούσε την εμπορική δραστηριότητα του ασφαλιστικού πράκτορα στην πόλη των …. Η εναγομένη, η οποία είναι κάτοικος της … και ασχολείται με τα οικιακά, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει μετοχές της ενάγουσας εταιρίας και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στην ασφαλιστική πράκτορα της ενάγουσας Θ.

Μ.. Το ίδιο έπραξαν και άλλοι νέοι επενδυτές, οι οποίοι θέλησαν να αγοράσουν μετοχές της ενάγουσας και για το λόγο αυτό της κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά. Επειδή, όμως, η επιδιωκόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε επιτευχθεί από τη συμμετοχή των παλαιών μετόχων, η ενάγουσα επέστρεψε στους νέους αυτούς μετόχους τα ποσά που κατέβαλαν, ενημερώνοντάς τους ότι, εάν το επιθυμούσαν, μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές της από παλαιούς μετόχους της, που είχαν ήδη συμμετάσχει στην ανωτέρω αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.

Κατόπιν τούτων, η εναγομένη αγόρασε: α) την 28-1-2000 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Ε. Μ., 1.500 μετοχές, καταβάλλοντας σ' αυτόν το συνολικό ποσό του 1.500.000 δρχ. (4.402,05 ευρώ), β) την 16-1-2002 από τον παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας Κ. Κ., 500 μετοχές, καταβάλλοντας σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ), γ) την 16-1-2002 αγόρασε από τον Π.

Γ., παλαιό μέτοχο της δεύτερης ενάγουσας, 1.000 μετοχές, καταβάλλοντας σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ) και δ) την 13-6-2006 έλαβε δωρεάν 3.000 μετοχές, ονομαστικής αξίας της κάθε μιας 0,80 ευρώ, σύμφωνα με το από 28-1-2000 συμφωνητικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών την υπ' αρ. … δήλωση φόρου μεταβίβασης μετοχών της ΔΟΥ …, το υπ' αρ.

… πρακτικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών της ενάγουσας εταιρίας, το με ημερομηνία 16-1-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης μετοχών της …, το υπ' αρ. … πρακτικό μεταβίβασης ονομαστικών μετοχών της ενάγουσας και το υπ' αρ. … πρακτικό συνεδρίασης του δ.σ. αυτής. Όλες οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν με τη συμμετοχή της συνεργάτη της ενάγουσας εταιρίας ασφαλιστικής πράκτορα Θ.

Μ., στην οποία ο παλαιός μέτοχος Ε. Μ. είχε χορηγήσει σχετική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αρ. … ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Βενίτη-Πολιτσοπούλου, να μεταβιβάσει σε τρίτους κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 300.000 κοινές ονομαστικές μετοχές του και άλλες 50.000 κοινές ονομαστικές μετοχές του.

Στο μεταξύ, η πρόθεση της ενάγουσας εταιρίας να αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο και να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, έλαβε δημοσιότητα μέσα από ανάλογα δημοσιεύματα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου (βλ. σχετ. δημοσίευμα της εφημερίδας Η. με ημερομηνία 5-10-1999, δημοσίευμα της εφημερίδας Ν. με ημερομηνία 16-11-1999), με αποτέλεσμα να περιέλθουν σχετικές πληροφορίες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία με το με αριθμό … έγγραφό της προς την ενάγουσα, την κάλεσε να δώσει έγγραφες εξηγήσεις για το λόγο ότι:

κάλεσε το επενδυτικό κοινό να συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, χωρίς όμως να έχει λάβει την άδειά της (Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς), όπως απαιτούνταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 876/1979 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 35 παρ. 4 του Ν. 1806/1988. Για το λόγο αυτό η δεύτερη ενάγουσα, τέσσερις μήνες μετά την κλήση της σε παροχή εξηγήσεων, με καταχωρήσεις στον ημερήσιο τύπο διευκρίνισε ότι η γενόμενη την 29-10-1999 αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου αφορούσε αποκλειστικά του παλαιούς της μετόχους (βλ.

δημοσίευμα της εφημερίδας Ν. με ημερομηνία 6-11-1999, δημοσίευμα της εφημερίδας Χ. με ημερομηνία 5-11-1999). Στη συνέχεια, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε μήνυση σε βάρος του ενάγοντος, προέδρου του δ.σ. της ενάγουσας εταιρίας και των λοιπών μελών του δ.σ. αυτής, για την τέλεση από αυτούς της αξιόποινης πράξης του άρθρου 10 παρ. 1-2 του Ν. 876/1979, λόγω της διενέργειας της προαναφερόμενης ανακοίνωσης, με σκοπό προσέλκυσης επενδυτικού κοινού για επένδυση χρηματικού ποσού στη δεύτερη ενάγουσα, χωρίς να έχει χορηγηθεί προς τούτο άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Για την κατηγορία αυτή ο ενάγων, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας και ο Θ. Τ., ως αντιπρόεδρος αυτής, κηρύχθηκαν ένοχοι με τη με αριθμό 5019/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ωστόσο, στη συνέχεια αθωώθηκαν με τη με αριθμό 3522/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα διακινήθηκαν μεταξύ των συνεργατών της ενάγουσας εταιρίας και δεν απευθύνονταν στο επενδυτικό κοινό.

Την 22-11-2006, η εναγομένη, μαζί με άλλους πενήντα επενδυτές-αγοραστές μετοχών της ενάγουσας, την ίδια χρονική περίοδο, απευθύνθηκαν εκ νέου με επιστολή τους στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα εταιρία τους εξαπάτησε, πείθοντάς τους να αγοράσουν μετοχές της, χωρίς ωστόσο στη συνέχεια να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά από απόφαση των οργάνων της, όταν έτσι έκριναν, κατ' εκτίμηση της συνολικής εικόνας της πορείας του χρηματιστηριακού δείκτη.

Με αφορμή την επιστολή αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς υπέβαλε τη με ημερομηνία 10-4-2008 μηνυτήρια αναφορά της κατά των μελών του δ.σ. της ενάγουσας εταιρίας, αλλά αυτή τέθηκε στο αρχείο με την υπ' αριθμό ΒΜ … διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου από την προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την 14-10-2013, η εναγομένη, μαζί με άλλα 73 άτομα, υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων και μελών του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ενάγων, αποδίδοντάς τους την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης, από την οποία, μεταξύ των άλλων μηνυτών και η ίδια ζημιώθηκε.

Συγκεκριμένα, με την εν λόγω μηνυτήρια αναφορά της, η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999, η διοίκηση της δεύτερης ενάγουσας απευθύνθηκε στο ευρύ επενδυτικό κοινό, επιδιώκοντας την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο. Μάλιστα, σχετικά με την περιοχή του Ν.

…, όπου η εναγομένη κατοικεί μόνιμα, ανέφερε στη μήνυση ότι ο ενάγων, μαζί με άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, επισκέφθηκε τέλη Αυγούστου του έτους 1999, την επικεφαλής του δικτύου της στην πόλη αυτή Θ. Μ., ενημερώνοντάς την προφορικά σχετικά με την απόφαση του Δ.Σ. της δεύτερης ενάγουσας περί αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου και την επικείμενη εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο.

Οι ανωτέρω, ζήτησαν από τη Θ. Μ. να επικοινωνήσει με τους πελάτες της και να τους παροτρύνει να συμμετέχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, τονίζοντας ότι με την εισαγωγή στο Χρηματιστήριο θα αποκόμιζαν διπλάσιο κέρδος από την αγορά των μετοχών αυτών. Επίσης, εξέθετε στη μήνυση ότι πειθόμενη από τις ανακοινώσεις της ενάγουσας, συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, καταβάλλοντας την 22-11-1999 σε τραπεζικό λογαριασμό της και για το σκοπό αυτό, το ποσό του 1.500.000 δρχ.

και ήδη 4.402,05 ευρώ, Επίσης, μνημόνευε ότι η ενάγουσα παρέδωσε σε επενδυτές προσωρινούς τίτλους, που αποδείκνυαν ότι ήταν ήδη μέτοχοί της, πλην όμως, περί τα μέσα Νοεμβρίου 1999, κλήθηκαν από την ενάγουσα να υπογράψουν αποδείξεις ότι δήθεν τους επέστρεψε τα χρήματα που είχαν λάβει ήδη για την απόκτηση των μετοχών της, δίχως να τους τα επιστρέψει στην πραγματικότητα, προφασιζόμενη ότι διαμαρτυρήθηκαν παλιοί μέτοχοι και μεγάλες επιχειρήσεις, που ήδη ήταν ασφαλισμένες σ' αυτήν επειδή δεν πρόλαβαν να αγοράσουν μετοχές, διαβεβαιώνοντας ή ίδια εταιρία τους ως άνω κατόχους προσωρινών τίτλων ότι, ανεξάρτητα από το εάν υπέγραφαν τις αποδείξεις, θα εξακολουθούσαν να είναι μέτοχοι.

Καταλόγιζε, επίσης, στους μηνυόμενους, μεταξύ αυτών και στον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του προέδρου της ενάγουσας εταιρίας, ότι απέκρυψαν από τους παθόντες, μεταξύ αυτών και από την εναγομένη, την έλλειψη της έγκρισης της επίμαχης αύξησης του κεφαλαίου της ενάγουσας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία αύξηση είχε εγκριθεί μόνο από τη Γενική Συνέλευση αυτής, ενώ η αίτηση για εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο υποβλήθηκε μεταγενέστερα στις 24-5-2000, κατά τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης μετόχων το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, παρά τις διαβεβαιώσεις των μηνυομένων για την έγκαιρη δρομολόγηση των σχετικών διαδικασιών ήδη από το Νοέμβριο του έτους 1999, επί τη βάσει των οποίων δέχθηκε την ανταλλαγή των προσωρινών τίτλων το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000 και τα έτη 2003, 2006 με άλλους τίτλους, γεγονότα τα οποία εάν γνώριζε η εναγομένη δεν θα προέβαινε στην επίμαχη συναλλαγή, ενόψει μάλιστα του ότι η ενάγουσα εν τέλει δεν εισήχθη στο Χρηματιστήριο από δική της υπαιτιότητα, αποκρύπτοντας μάλιστα τη μη εισαγωγή της, η οποία αποκαλύφθηκε από τους εγκαλούντες στην παραπάνω μήνυση μετά από ενημέρωσή τους από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Επίσης, μεμφόταν την ενάγουσα ως ηθική αυτουργό του δικηγόρου Γ. Τ., ο οποίος ανέλαβε την υπεράσπιση των επενδυτών, αλλά τελικά δεν διενέργησε όσα οι τελευταίοι του ανέθεσαν. Απέδιδε περαιτέρω τις ανωτέρω πράξεις των μηνυομένων στη γνώση και βούλησή τους να αποκομίσουν παράνομο όφελος βλάπτοντας την περιουσία της ίδιας και των λοιπών παθόντων.

Με βάση την έγκληση αυτή, διενεργήθηκε κύρια ανάκριση από τον αρμόδιο Ανακριτή Σερρών, μετά την περάτωση της οποίας εκδόθηκε το με αριθμό 172/15-9-2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, με το οποίο παραπέμφθηκε, μεταξύ άλλων, ο πρώτος ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ.

Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν εφέσεις από τους κατηγορουμένους, επί των οποίων εκδόθηκε το με αριθμό 782/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων, μεταξύ αυτών σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, λόγω παραγραφής. Πέραν, όμως της ανωτέρω μήνυσης σχετικά με το επίδικο ζήτημα, ασκήθηκε από την εναγομένη, μαζί με άλλους επενδυτές μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31768/2010 αγωγή ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο την αξίωση αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε από την περιγραφόμενη στη μήνυση συμπεριφορά.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όσα εκτίθενται στη μήνυση της εναγομένης είναι ψευδή και συκοφαντικά, μειώνουν δε την επαγγελματική υπόληψη, εμπορική φήμη και αξιοπιστία αμφοτέρων των εναγόντων. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, ήταν αληθές ότι οι ενάγοντες επιδίωξαν με συνεχείς δημόσιες ανακοινώσεις να παροτρύνουν το επενδυτικό κοινό να αγοράσει μετοχές της ενάγουσας εταιρίας, ενόψει της επικείμενης εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών, η οποία τελικά δεν έγινε, χωρίς ωστόσο, για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου να έχουν λάβει την άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Επίσης, αληθές ήταν ότι ενώ το επενδυτικό κοινό είχε εδραιώσει την πεποίθηση ότι η ενάγουσα θα πραγματοποιούσε την εξαγγελία της, άλλως δεν υπήρχε λόγος αγοράς μετοχών μιας εταιρίας από φυσικά πρόσωπα, άσχετα με την εμπορική της δραστηριότητα, αν δεν απέβλεπαν στον πολλαπλασιασμό των χρημάτων τους μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς, η ενάγουσα τελικά αποφάσισε να μην εισαχθεί στο Χρηματιστήριο με αποτέλεσμα οι επενδυτές να κατέχουν μετοχές μίας ανώνυμης εταιρίας, μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο.

Σε κάθε περίπτωση, όλα όσα πραγματικά περιστατικά εκτέθηκαν στην προαναφερόμενη μήνυση, ανεξάρτητα από το αν ένα προς ένα από αυτά ήταν αληθή ή μη, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τα θεωρούσε αληθή, δεν ενήργησε εν γνώσει της αναληθείας τους, αλλά έχοντας την πεποίθηση ότι καταφεύγοντας σε δικηγόρο, που συνέταξε και τη συγκεκριμένη μήνυση, μάλιστα όχι μόνο για την ίδια αλλά για το σύνολο των 74 μηνυτών, θα προάσπιζε, όπως άλλωστε έχει δικαίωμα, τα περιουσιακά της δικαιώματα.

Προφανώς δε, το δικαίωμα επένδυσης κεφαλαίων με σκοπό το κέρδος δεν αναγνωρίζεται από την έννομη τάξη γενικότερα μόνο στις εμπορικές εταιρίες και τους επιχειρηματίες γενικότερα, αλλά και σε πολίτες που δεν ασχολούνται συστηματικά με τη χρηματαγορά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με την εναγομένη, η οποία έχει γραμματικές γνώσεις στοιχειώδους εκπαίδευσης, είναι νοικοκυρά, διαβιώνει σε μία μικρή κοινότητα και πίστεψε, με βάση τη γενικότερη αντίληψη, που είχε διαμορφωθεί τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στην ελληνική κοινή γνώμη, ότι αγοράζοντας μετοχές εταιριών και εν προκειμένω της ενάγουσας, οι οποίες θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο, θα είχε την ευκαιρία να αποκτήσει σημαντικά κέρδη.

Στη συνέχεια δε, όταν οι προσδοκίες της αυτές διαψεύστηκαν, κατέφυγε σε δικηγόρο, προκειμένου να προστατεύσει την περιουσία της. Το γεγονός ότι στην έγκληση που περιλαμβάνει και την ίδια αναφέρονται περιστατικά τα οποία δεν αντιστοιχούν στη δική της περίπτωση ακριβώς, τούτο δεν την καθιστά αυτόματα συκοφάντη, καθόσον όση επιμέλεια και αν επεδείκνυε, με βάση τις ως άνω εκτιθέμενες ατομικές της περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί το ακριβές νόημα της εν λόγω μήνυσης, αναφορικά με την ίδια.

Επιπλέον, η ενάγουσα εταιρία, η οποία με συνεχείς διαφημίσεις στα μέσα μαζικής επικοινωνίας διατυμπάνιζε την πρόθεσή της να εισαχθεί στο ΧΑΑ, όπως προεκτέθηκε, δεν ακολούθησε τυπικά ως όφειλε τη διαδικασία αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου και για το λόγο αυτό, όχι μόνο κλήθηκε σε εξηγήσεις από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αλλά και παραπέμφθηκε μεταξύ των άλλων και ο ενάγων, να δικαστεί ως υπαίτιος προσέλκυσης επενδυτικού κοινού για επένδυση χρηματικού ποσού χωρίς άδεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Επίσης, ο ίδιος ο ενάγων παραπέμφθηκε με βάση την ως άνω μήνυση να δικαστεί ως υπαίτιος τέλεσης απάτης, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά η σε βάρος του ποινική δίωξη εν τέλει έπαυσε λόγω παραγραφής.

Συνεπώς, εύλογα δημιουργήθηκαν στην εναγομένη αμφιβολίες ως προς τους αληθινούς σκοπούς των εναγόντων, καθόσον πολλοί νέοι επενδυτές κατέβαλαν στη δεύτερη ενάγουσα χρήματα για αγορά μετοχών της, τα οποία στη συνέχεια τους επεστράφησαν , ενώ ενημερώθηκαν από την ενάγουσα ότι μπορούσαν να αγοράσουν μετοχές από παλαιούς μετόχους.

Η δημιουργία της ανωτέρω πεποίθησής της κρίνεται εύλογη, παρά το γεγονός επίσης ότι δεν αποδείχθηκε η καταβολή χρημάτων από την εναγομένη απευθείας στην ενάγουσα, όπως συνέβη με άλλους νέους επενδυτές, καθόσον η πεποίθηση αυτή εδραιώθηκε από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που αφορούσαν όλους τους επενδυτές.

Ενδεικτικό της σύγχυσης, που είχε προκληθεί στο επενδυτικό κοινό σχετικά με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας, είναι και ότι ο ενάγων, στο από 24-1-2014 υπόμνημά του ενώπιον της ΙΣΤ' πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, αναφέρει ότι ορισμένοι επενδυτές κατέθεσαν το αντίτιμο των μετοχών που αγόρασαν σε λογαριασμό της ενάγουσας, επειδή πίστεψαν ότι είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Συντρέχει δε στην προκειμένη περίπτωση, η περίσταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, στο πρόσωπο της εναγομένης και συγκεκριμένα για να προασπίσει τα περιουσιακά της συμφέροντα, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσίαν του παραδεκτού και νόμιμου ισχυρισμού που προέβαλε η εναγομένη κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, το οποίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.

Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ήδη με την έφεσή τους, μη ύπαρξη βλάβης της εναγομένης, επειδή όπως ισχυρίζονται, οι μετοχές που αγόρασε διατηρούν σταθερή την αξία τους, εισπράττονται δε και μερίσματα, τα οποία σημειώνεται, ετησίως δεν ξεπερνούν τα 160 ευρώ κατά μέσον όρο, δεν οδηγεί σε αντίθετη κρίση, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση η προάσπιση του περιουσιακού συμφέροντος της εναγομένης έγκειται στην περιουσιακή διάθεση στην οποία προέβη, πειθόμενη από τις ανακοινώσεις της ενάγουσας εταιρίας περί εισαγωγής της στο ΧΑΑ, η οποία όμως δεν έγινε.

Ένδειξη δε για τη στοιχειοθέτηση της πράξης της απάτης, που απέδωσε η εναγομένη στους ενάγοντες, αποτελεί και η απειλή μείωσης της περιουσίας του παθόντος (σχ. Μαργαρίτη Μ., ΕρμΠΚ 2014, άρθρο 386, αρ. 24). Όπως δε προαναφέρθηκε, η εναγομένη περιλήφθηκε σε μία συλλογική μήνυση 74 επενδυτών, όπου τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά δεν αφορούν μόνο την ίδια και τη δική της περίπτωση.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, άλλοι μηνυτές, οι οποίοι μπόρεσαν να αντιληφθούν ότι, αναφερόμενα στη μήνυση περιστατικά δεν αντιστοιχούσαν στη δική τους περίπτωση, καθώς και τη σημασία των νομικών τους ενεργειών, οι οποίες όπως και οι ίδιοι δήλωσαν πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία της Θ. Μ., που βρίσκεται σε αντιδικία με τους ενάγοντες, στη συνέχεια, με δήλωσή τους ανακάλεσαν την έγκληση.

Το γεγονός αυτό ενισχύει την κρίση ότι και η εναγομένη δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία κάθε μιας από τις νομικές πράξεις που έλαβαν χώρα. Για το λόγο αυτό, η κατηγορία που περιλαμβάνεται στη συγκεκριμένη μήνυση ότι η ενάγουσα παρακίνησε το δικηγόρο Γ. Τ., υπερασπιστή άλλων επενδυτών, μερικοί εκ των οποίων συμμετείχαν και στη συγκεκριμένη μήνυση και εξ αιτίας της παρακίνησής της αυτής, ο εν λόγω δικηγόρος δεν εκπλήρωσε τις ανατεθείσες από τους πελάτες τους εντολές, παρά τα όσα τους διαβεβαίωνε, καταδικάστηκε δε και σε ποινή κάθειρξης για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος της ενάγουσας, δυνάμει της με αριθμό 2510/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν μπορεί να αποδοθεί στην εναγομένη.

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός της εναγομένης κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας των εναγόντων, αλλά ότι ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών της συμφερόντων.

Από το σύνολο δε του περιεχομένου της μήνυσης, το δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι σκοπός υποβολής της ήταν να διερευνηθούν τα καταγγελλόμενα και να αξιολογηθούν ποινικά από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, ώστε όλοι οι μηνυτές και εν προκειμένω η εναγομένη να μη στερηθεί δικαστικής προστασίας αναφορικά με τα περιουσιακά της δικαιώματα.

Οι παραπάνω παραδοχές δεν αναιρούνται από το ότι τα μέλη του δ.σ. της ενάγουσας έχουν απαλλαχθεί των κατηγοριών που προαναφέρθηκαν, αναφορικά με την προσέλκυση επενδυτικού κοινού, χωρίς άδεια, καθόσον, αφενός η ύπαρξη τυχόν δεδικασμένου ως προς τη συγκεκριμένη απαλλαγή από τις παραπάνω ποινικές κατηγορίες δεν καθιστά, άνευ ετέρου, το περιεχόμενο της αντίστοιχης μήνυσης συκοφαντικό και ψευδές, αφετέρου, ως προς την επίμαχη μήνυση, με την οποία αποδόθηκε στον ενάγοντα η πράξη της απάτης, έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος τόσο του ιδίου, όσο και των λοιπών εγκαλουμένων, λόγω παραγραφής.

Ούτε από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη μήνυση υποβλήθηκε μεταξύ των άλλων και από την εναγομένη δέκα τρία έτη μετά τα κρίσιμα γεγονότα, μπορεί να οδηγηθεί το δικαστήριο στην κρίση ότι η εναγομένη είχε σκοπό συκοφάντησης των εναγόντων με σκοπό να αποκομίσει εν τέλει οικονομικό όφελος σε βάρος τους. Επίσης, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν και προαναφέρθηκαν, την εναγομένη ουδόλως βαρύνει αμέλεια, δηλαδή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας μέρους των περιστατικών, που αναφέρονται στην εν λόγω μήνυση, τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη των εναγόντων, καθόσον με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητάς του..., η συγκεκριμένη εναγομένη, ακόμη και αν διετέλεσε πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου της κοινότητάς της, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, έχοντας γραμματικές γνώσεις δημοτικού σχολείου και απασχολούμενη με τα οικιακά, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου του κύκλου της δραστηριότητάς της, δεν μπορούσε να αντιληφθεί το ακριβές περιεχόμενο όσων περιελήφθησαν στη μήνυση 74 ατόμων και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή της αυτή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 394/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απορρίπτοντας την αγωγή των τελευταίων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.

του ΑΚ, καθώς και αυτές του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη με το να υποβάλλει μαζί με άλλους 73 επενδυτές την επίδικη συλλογική μήνυση, ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και για την προάσπιση των περιουσιακών της συμφερόντων, και ότι ανεξάρτητα από το αν ένα προς ένα από τα διαλαμβανόμενη στη μήνυση ήταν αληθή ή μη, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη τα θεωρούσε αληθή και ότι δεν ενήργησε εν γνώσει της αναλήθειάς τους.

Δέχθηκε, δηλαδή, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση της, ότι για όσα από τα αναφερόμενα στην υποβληθείσα συλλογική μήνυση ήταν αναληθή, συνέτρεχε περίπτωση απλής δυσφήμησης του άρθρου 362 ΠΚ σε βάρος των εναγόντων-αναιρεσειόντων και με τις παραδοχές αυτές έκανε δεκτή την ένσταση της αναιρεσίβλητης από το άρθρο 367 παρ. 1 περ.

γ' ΠΚ, απορρίπτοντας την αντένσταση των αναιρεσειόντων από το άρθρο 367 παρ. 2 περ. α' ιδίου Κώδικα, που προϋποθέτει για την εφαρμογή της ότι οι εκδηλώσεις που γίνονται από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς υπεράσπιση των περιουσιακών συμφερόντων πρέπει να περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ.

Ορθά, επομένως, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα. Οι υπόλοιπες αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 189/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ και του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, καθόσον από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην αναφερόμενη ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, αναφέρονται αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή του δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ειδικότερα συνίσταται κατά τους αναιρεσείοντες η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης και αν το ζήτημα το οποίο κατ' αυτούς σχετίζεται με την αντιφατικότητα των αιτιολογιών ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ?Πράγματα?, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή το λόγο έφεσης, όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει (ΑΠ 902/2019, ΑΠ1681/2018).

Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα του δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ ότι δεν αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή πρόκειται για συκοφαντική δυσφήμηση του άρθρου 363 ΠΚ, ή επειδή ο εναγόμενος ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του.

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 2 ΠΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι για την πληρότητα της σχετικής αντένστασης και το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εν λόγω αντένσταση, δεν αρκεί δε για την πληρότητά της μόνο η γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης ή η νομική ανάλυση της διάταξης.

Συνεπώς, η παράλειψη προβολής στον πρώτο βαθμό των περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η εν λόγω αντένσταση, καθιστά αυτήν απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, με περαιτέρω συνέπεια, σε περίπτωση προβολής της στο εφετείο με λόγο έφεσης και με αναφορά για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών για την επαρκή θεμελίωσή της, χωρίς μάλιστα να γίνεται επίκληση ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπτού προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, να καθιστά το λόγο έφεσης απαράδεκτο (ΑΠ 1315/2020, ΑΠ 986/2008).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες με την από 27-11-2015 προσθήκη επί των προτάσεών τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προς αντίκρουση της από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ένστασης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ότι προέβη στην υποβολή της μήνυσης για τη διαφύλαξη δικαιώματός της, πρότειναν την από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αντένστασή τους.

Και ναι μεν παραθέτουν στη συνέχεια περιστατικά για τη θεμελίωση της αντένστασης στο άρθρο 367 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, ότι δηλαδή τα αναφερόμενα στη μήνυση της εναγομένης ήταν συκοφαντικά, όπως άλλωστε προέβαλαν καθ' υποφορά και με την αγωγή τους, παραλείπουν ωστόσο στη συνέχεια να επικαλεστούν περιστατικά για τη θεμελίωση της αντένστασης και στο άρθρο 367 παρ. 2 περ.

β' ΠΚ, ότι δηλαδή η εναγομένη είχε ειδικό σκοπό εξύβρισης, αρκούμενοι στην παράθεση της διάταξης και στη νομική ανάλυσή της. Επομένως, η αντένσταση αυτή, κατά το μέρος της με το οποίο στηρίζεται στην τελευταία αυτή ως άνω διάταξη, είναι απαράδεκτη, ως αόριστη. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση των εναγόντων τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρο 367 παρ. 2 περ.

α' ΠΚ, ως εκ περισσού και με πλεοναστικές αιτιολογίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ίδια αντένσταση τη στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 περ. β' ΠΚ. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν την από 7-9-2016 έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραπονούμενοι για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αντένστασης από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, συμπληρώνοντας μάλιστα με την έφεση και τα περιστατικά για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους στη περ.

β' της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ. Εφόσον, όμως, ο ειδικότερος αυτός αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, απαράδεκτα προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, χωρίς παράλληλα να γίνεται επίκληση απ' αυτούς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης, κάποιας από τις εξαιρέσεις που επιτρέπουν κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ την προβολή νέων ισχυρισμών στη δευτεροβάθμια δίκη.

Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον από το άρθρο 367 παρ. 2 περ. β' ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό τους, που προέβαλαν με την έφεσή τους και ότι επομένως παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός τους αυτός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ήταν απαράδεκτος, εξομοιούμενος με μη προταθέντα (ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 1275/2009) και συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως εκ περισσού και παρότι η ανωτέρω αντένσταση προβλήθηκε κατά τα ανωτέρω απαραδέκτως ενώπιόν του, έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό των εναγόντων-αναιρεσειόντων και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ότι "...Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκε η ανωτέρω πράξη δεν προκύπτει ότι ο σκοπός της εναγομένης κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας των εναγόντων, αλλά ότι ενήργησε αποκλειστικά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών της συμφερόντων".

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση του Μ. Γ. και της εταιρείας "Ι. Α.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της 2639/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και τούτου αποχωρήσαντος ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ