Legislator Case Law & Legislation
1487/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility and failure to consider facts, ruling arguments were legal not factual.

Case Number 1487/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision regarding the validity of a property transfer. The appellants argued the lower court failed to declare the transfer void due to missing co-owners and ignored their legal arguments about the scope of invalidity. The court rejected these claims, stating the appeal was inadmissible for missing co-owners and that the appellants' arguments constituted legal reasoning rather than new factual matters required for reconsideration.

Legislator headnote

AI generated

Art. 174 A.K.; Art. 559 para. 1 no. 14 K.Pol.D.; Art. 559 para. 1 no. 8 K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the judgment fails to declare a claim inadmissible for lack of specificity regarding co-owners, and an appeal based on the court failing to consider arguments is rejected if those arguments constitute legal reasoning rather than new factual matters.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility specificity of claim co-owners requirement legal reasoning vs facts property transfer validity cooperative housing association court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 174 A.K.
Art. 559 para. 1 no. 14 K.Pol.D.
Art. 559 para. 1 no. 8 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1487 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1487/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1...., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Θεοδώρα Αντωνίου δήλωσε ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε την 13.10.2008 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς κληρονόμους... και ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται δι' αυτής.

2. ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Αντωνίου

3.... η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Αντωνίου

4. ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Αντωνίου

5. ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Αντωνίου και

6. ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Αντωνίου.

Του αναιρεσιβλήτου : Του Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ Η ΕΣΤΙΑ ΣΥΝ.Π.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσούτσουρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 228/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Ιουλίου 2007 αίτησή τους και τους από 14 Νοεμβρίου 2008 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 5 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Απαγορευτική διάταξη κατά την έννοια αυτή είναι κάθε διάταξη περιέχουσα αναγκαστικού δικαίου κανόνα, η οποία αποδοκιμάζει το περιεχόμενο ή τα έννομα αποτελέσματα μιάς δικαιοπραξίας.

Η απαγορευτική διάταξη μπορεί να έχει διατυπωθεί είτε ως απαγορευτικός, είτε ως επιτακτικός κανόνας δικαίου. Το άρθρο 7 παρ. 3 του πδ 93/1987 "Αναμόρφωση και ενοποίηση της νομοθεσίας για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, τρόπος οργάνωσης, διοίκησης και λειτουργίας αυτών και πολεοδόμηση εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμών και οικοδομικών οργανισμών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 42 παρ.2 του ν. 1337/1983, ορίζει "Μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης...οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί διανέμουν στα μέλη τους με κλήρο και σύμφωνα με το πρόγραμμά τους: ....

β) Αυτοτελή οικόπεδα, για την ανέγερση κατοικίας από κάθε μέλος. Η μεταβίβαση της κυριότητας από τον οικοδομικό συνεταιρισμό στα μέλη γίνεται μόνο μετά την εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου στο έδαφος". Η διάταξη αυτή, διατυπούμενη ως επιτακτικός κανόνας δικαίου, ενόψει του σκοπού της, εγκειμένου στην παρεμπόδιση της μεταβιβάσεως εκ μέρους του οικοδομικού συνεταιρισμού της κυριότητας γεωτεμαχίων προς τα μέλη του και, επομένως, της καταρτίσεως της σχετικής υποσχετικής και μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας προ της εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης και της εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου στο έδαφος, προκειμένου να προωθηθεί η οργανωμένη οικιστική ανάπτυξη, συνιστά απαγορευτική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, κατά την ένnοια του άρθρου 174 ΑΚ.

Επομένως, συμβάσεις μεταξύ οικοδομικού συνεταιρισμού αφενός και μελών του αφετέρου, με τις οποίες μεταβιβάζεται η κυριότητα γεωτεμαχίων που αντιστοιχούν στη συνεταιριστική μερίδα των τελευταίων, συναπτόμενες πριν από την έγκριση της σχετικής πολεοδομικής μελέτης και την εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου στο έδαφος, είναι άκυρες.

Εξάλλου, η προκύπτουσα από την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (άρθρο 7 παρ. 3 πδ 93/1987, 174 ΑΚ) συνέπεια της ακυρότητας δικαιοπραξιών δεν συνιστά προσβολή του συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Συντάγματος) του μέλους του συνεταιρισμού προς το οποίο γίνεται η μεταβίβαση, προεχόντως διότι αυτό δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί του συγκεκριμένου γεωτεμαχίου, ούτε άλλωστε προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), αφού ο περιορισμός του δικαιώματος της συμμετοχής του ατόμου στην οικονομική ζωή της χώρας (οικονομική ελευθερία - άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος), που η συνέπεια αυτή επάγεται, είναι αφενός κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη του διωκομένου με τις εν λόγω διατάξεις του νόμου δημοσίου συμφέροντος σκοπού και αφετέρου ανάλογος, με την έννοια ότι η μεταξύ του μέσου και του σκοπού σχέση είναι εύλογη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 24.3.2003 αγωγή του, όπως αυτή περιορίσθηκε, ο αναιρεσίβλητος οικοδομικός συνεταιρισμός ζήτησε να αναγνωρισθεί: α) ότι οι αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συμβολαιογραφικές συμβάσεις, με τις οποίες αυτός μεταβίβασε στους εναγομένους - μέλη του, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, τα ανήκοντα στην κυριότητά του επίδικα αγροτεμάχια, είναι άκυρες, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η συνολική έκταση στην οποία αυτά ανήκουν δεν είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως και βεβαίως δεν είχε γίνει εφαρμογή τέτοιου σχεδίου επί του εδάφους και β) ότι ο ενάγων είναι κύριος των επιδίκων ακινήτων.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του πδ 93/1987, σε συνδυασμό με το άρθρο 174 ΑΚ, και επικουρικώς στη διάταξη του διάταξη του άρθρου 5 παρ. 7 του ν.δ.886/1971, σε συνδυασμό με το άρθρο 174 ΑΚ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του πδ 93/1987 και 174 ΑΚ, για την εφαρμογή των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των εν λόγω νομικών διατάξεων, οι δε αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την κρίση της σύμφωνα με την οποία η αγωγή στηρίζεται επαλλήλως στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 7 του ν.δ. 886/1971, κατά την οποία "απαγορεύεται, επί ποινή ακυρότητας της πράξεως, η προς τους συνεταίρους διανομή ή μεταβίβαση της κυριότητας εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμού προ της οριστικής υπαγωγής των εις σχέδιον πόλεως", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, γιατί η άλλη (κύρια) αιτιολογία, αβασίμως πληττόμενη, κατά τα προλεχθέντα, με την κρινόμενη αίτηση, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης.

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί ακυρότητας συμβάσεως λόγω αντιθέσεως σε απαγορευτική διάταξη νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική. Επομένως, εν προκειμένω η περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος ένσταση των εναγομένων είναι νόμω αβάσιμη, οι δε εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, αντιστοίχως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, αντιστοίχως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη δικαιοπραξία με την οποία ο ενάγων μεταβίβασε την κυριότητα ακινήτου του στον εναγόμενο και, κατ' ακολουθίαν αυτού, ότι ο ενάγων εξακολουθεί να είναι κύριος του πράγματος πρέπει να αναφέρονται α) τα περιστατικά στα οποία βασίζεται ο επικαλούμενος τρόπος κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα, β) περιστατικά που αναφέρονται στον επικαλούμενο λόγο ακυρότητας και γ) τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ακριβή περιγραφή του ακινήτου.

Δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής αυτής να αναφέρεται αν υπάρχουν ή όχι άλλα πρόσωπα, φερόμενα ως "συνιδιοκτήτες" του επιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο, διότι δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως αόριστη και εκείθεν απαράδεκτη, παρόλο που σ' αυτήν δεν αναφέρονται "όλοι οι συνιδιοκτήτες των οικοπέδων των οποίων ζητείται η ακύρωση των σχετικών συμβολαίων", έτσι δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα όμως με τη σκέψη που προηγήθηκε η επικαλούμενη έλλειψη δεν καθιστά την αγωγή αόριστη και, επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντενστάσεως ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή νομικοί ισχυρισμοί, ήτοι ισχυρισμοί αναγόμενοι στη νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους σύμφωνα με τον οποίο η συνέπεια της ακυρότητας αφορά μόνον τις αποφάσεις των οργάνων του συνεταιρισμού περί διανομής των κλήρων και όχι τις εκποιητικές δικαιοπραξίες μεταξύ του συνεταιρισμού και των μελών του, το κύρος των οποίων δεν θίγεται. Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά νομικό ισχυρισμό, ήτοι ισχυρισμό αναγόμενο στην νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.7.2007 αίτηση των .., ...,..., ..., ...και ... για αναίρεση της 228/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ