Supreme Court dismisses appeal against lower court's valuation of property in inheritance dispute due to error of law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the valuation of real estate in an inheritance dispute. The appellant argued that the First Instance Court erred in its assessment of evidence and the value of the property, but the Court found these arguments inadmissible. The Court ruled that the First Instance Court's evaluation of evidence and factual findings was not subject to appeal, thereby upholding the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 561(1), 564, 566(1), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the First Instance Court's evaluation of evidence and factual findings is not subject to appeal and must be respected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Σ. του Ν., χήρας Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φαίδωνα Δημόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαγκλάρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11460/2017 μη οριστική, 12405/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6345/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 27-4-2021 αίτηση για αναίρεση της 6345/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 15-7-2015 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε ν' αναγνωριστεί η ακυρότητα της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 11-5-2013 πατρός της κατά το μέρος που θίγει την νόμιμη μοίρα της και να αναγνωρισθεί κληρονόμος κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει ποσοστό 36,23% εξ αδιαιρέτου της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα της και επικουρικά σε περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό 178.500 ευρώ Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η 11460/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί της πραγματικής αξίας των αναφερόμενων ακινήτων.
Μετά την διενέργεια της ως άνω πραγματογνωμοσύνης και της επαναφοράς προς συζήτηση της υποθέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12405/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε εν μέρει την ακυρότητα της από 1-8-2006 ιδιόγραφης διαθήκης κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα, αναγνώρισε την ενάγουσα (συγ)κληρονόμο του αποβιώσαντος στις 11-5-2013 πατρός της, κατά ποσοστό 21% εξ αδιαιρέτου στα αναφερόμενα ακίνητα και υποχρέωσε την εναγομένη σε απόδοση αυτών κατά το ως άνω ποσοστό.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις από 5-12-2019 εφέσεις τόσο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη όσο και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα. Επί των εφέσεων αυτών συνεκδικαζομένων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία η 6345/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την από 15-7-2015 αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη υποχρεούται να αποδώσει στην ενάγουσα τα περιγραφόμενα ακίνητα, κατά ποσοστό 34,1654%. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1820 και 1825 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν με παροχές στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.
Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 1825,1827,1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή, συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομιάς.
Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επίσης, οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831ΑΚ, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Οι δωρεές προστίθενται, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί ο τύπος της δωρεάς. Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας μεριδούχου (κατιόντων και γονέων του κληρονομουμένου, καθώς και του επιζώντος συζύγου):
α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες, συμπίπτει, κατά κανόνα, με την αγοραία αξία.
Ειδικότερα δε, εφόσον πρόκειται να υπολογιστεί η αξία της οικοσκευής του κληρονομουμένου, που αποτελείται από διάφορα αντικείμενα (π.χ. έπιπλα, αντίκες, διακοσμητικά αντικείμενα, σερβίτσια, ασημικά, κοσμήματα κ.λ.π.) πρέπει να προσδιορίζεται η αξία καθ' ενός αντικειμένου χωριστά β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) αν προκύπτει ότι τίποτε δεν έχει καταλειφθεί σ' αυτόν, σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του.
Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει, έτσι, τη νόμιμη μοίρα του. Κατά το ποσοστό αυτό, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος σε όλα τα κληρονομιαία πράγματα (5/2019, ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 207/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.
Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ` αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα. (Α.Π 85/2020).
Σύμφωνα με το άρθρο 496 ΑΚ η παροχή σε κάποιον ενός περιουσιακού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμφωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα. Η ενοχική ετεροβαρής σύμβαση της δωρεάς έχει το χαρακτήρα υποσχετικής σύμβασης, όταν ο δωρητής υπόσχεται την παράδοση του πράγματος στο δωρεοδόχο στο μέλλον ή διαθέσεως όταν παραδίδει αμέσως, με την κατάρτιση της σύμβασης, το πράγμα σ' αυτόν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 498§1 ΑΚ, για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενώ κατά την §2 του ιδίου ως άνω άρθρου η δωρεά κινητού πράγματος ισχυροποιείται με την παράδοσή του, ακόμα και αν δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο. (Α.Π 984/2021). Ακόμη Τέλος, κατά το άρθρο 873 ΑΚ "Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως.
Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό". Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής.
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θέλει εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι' αυτό δε και δεν βλάπτει απλή αναφορά της αιτίας (Α.Π 387/2019).
Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ συνάγεται ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται, μόνον αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε. (Α.Π 850/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/06).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 1156/2021, Α.Π 148/2020).
Αντίθετα, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (Α.Π 702/2023, ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). (Α.Π ΑΠ 571/2017, Α.Π 1682/2013).
Εξάλλου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011).
Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς (Α.Π 909/2020, ΑΠ 1360/2018). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 11.5.2013 απεβίωσε στο ..., στο Νοσοκομείο "..." …, όπου νοσηλευόταν, ο Ι.
Π. του Ν. και της Β., γεννηθείς στις 21.6.1949, κάτοικος εν ζωή ..., καταλείποντας ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του την ενάγουσα θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο του με την Κ. Γ. και την εναγόμενη από δεύτερο γάμο σύζυγό του, οι οποίες σύμφωνα με τα άρθρα 1813 και 1820 ΑΚ, αν ο κληρονομούμενος δεν είχε συντάξει διαθήκη, θα αποτελούσαν τις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη κατά ποσοστό 3/4 η ενάγουσα και 1/4 η εναγόμενη.
Με το υπ'αριθ. 861/11.7. 2013 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η από 1.8.2006 ιδιόγραφη διαθήκη του καταχωρηθείσα στο τμήμα διαθηκών του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στον τόμο 8 με αυξ.αριθ. 61, με το ακόλουθο επί λέξει περιεχόμενο: "Η διαθήκη μου. Στη ..., σήμερα στις 1 Αυγούστου 2006 έτους εγώ ο Ι. Π. του Ν. και της Β., έχοντας πλήρη πνευματική υγεία και διαύγεια αποφάσισα να τακτοποιήσω τα περιουσιακά μου στοιχεία για το χρόνο μετά το θάνατό μου και ορίζω τα εξής.
Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου και επιθυμώ να ισχύει μόνο η παρούσα. Ονομάζω κληρονόμους μου 1) την κόρη μου Β. Π. στην οποία αφήνω τα αγροτεμάχιά μου στο Π. Κ.. Με την κόρη μου από τότε που χώρισα τη μητέρα της Κ. Γ. το έτος 1983 δεν είχαμε επικοινωνία, χωρίς αυτό να οφείλεται σε μένα. Όταν ενηλικιώθηκε προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της και να έλθω σε επαφή αλλά αυτή αρνήθηκε παρότι της έδωσα το τηλέφωνό μου κ' τη διεύθυνσή μου, μέχρι σήμερα δεν κατάφερα να επικοινωνήσω παρότι πάνω από 18 χρόνια είμαι σοβαρά άρρωστος και μπαινοβγαίνω στα νοσοκομεία κ' 2) την σύντροφό μου Τ.
Σ., στην οποία αφήνω την ακίνητη περιουσία μου η οποία θα βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου μου. Διευκρινίζω ότι το διαμέρισμά μου, της το αφήνω όπως είναι και βρίσκεται σήμερα δηλαδή με όλη την οικοσκευή του. Η σύντροφός μου Τ. Σ. με την οποία είμαστε μαζί περίπου 25 χρόνια μου συμπαρίσταται στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου, με πηγαινοφέρνει στα νοσοκομεία, στους γιατρούς, βρίσκεται συνέχεια στο προσκέφαλό μου και έχει δαπανήσει για μένα τα πιο κάτω ποσά α) Στις 17-3-95 έδωσε 7.000.000 δρχ.
στο Ιατρικό β) Στις 5-9-95 ξόδεψε στο Λονδίνο 4.000.000 δρχ, δ) τον Οκτώβριο του 2001 στο Ιατρικό Π. Φαλήρου 8.000.000 για το έμφραγμα που έπαθα ε) Τον Σεπτέμβριο του 2002 18.000 ΕURΟ για ουρολογικά, στ) Στις 24.4.2003 Ιατρικό 5.000 EURO για στεφανογραφίες και λοιπές εξετάσεις, ζ) Το 2004 Ιατρικό Αθήνας 60.000 EURO 17110 για εγχείριση και θεραπεία προστάτη, η) 25.000 για διάφορες ανάγκες μου, θ) 22.000 EURO, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα για διάφορες εξετάσεις, ι) 60.000 EURO κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στην PROFESOR S SHERLOK κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στο Λονδίνο στην γιατρό που με παρακολουθούσε κ' ια) 40.000 ΕURO για τα φορολογικά μου 15 χρόνων.
Προκειμένου λοιπόν να εξοφλήσω τα παραπάνω ποσά που δαπάνησε για μένα και να την ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου, για την αγάπη, τη στοργή, το μεγάλο της ενδιαφέρον και για την αμέριστη συμπαράστασή της σε μένα, της αφήνω την ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί κατά το χρόνο του θανάτου μου. Αυτή είναι η τελευταία μου επιθυμία.
Τη διαθήκη μου αυτή την έγραψα με τη θέλησή μου χωρίς να πιεστώ από κανέναν και η οποία θέλω να γίνει αποδεκτή και σεβαστή από την κόρη μου η οποία δεν έχει ενδιαφερθεί για μένα ποτέ παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλα για να την συναντήσω. Ο Διαθέτης (Γ. Π.) 1 Αυγούστου 2006" Ακολουθεί υπογραφή. Με βάση την ως άνω διαθήκη, κατόπιν αιτήσεως της εναγόμενης εκδόθηκε η 614/2013 Διάταξη του Ειρηνοδικείου Αθηνών που πιστοποίησε ότι η τελευταία ήταν εκ διαθήκης κληρονόμος της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της.
πλην των αγροτεμαχίων που βρίσκονται στο Π. εκ διαθήκης κληρονόμος των οποίων πιστοποιήθηκε η ενάγουσα, ωστόσο κατόπιν αιτήσεώς της. εκδόθηκε η 745/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ανίσχυρο το ως άνω κληρονομητήριο. Περαιτέρω, με βάση την ως άνω διαθήκη, περιήλθαν: ί) στην ενάγουσα θυγατέρα του διαθέτη δύο αγροτεμάχια κείμενα στη θέση "Μ." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Π.
Ε., τέως Δ. Κ., εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, εμφαινόμενα στο από 6.1.1966 ρυμοτομικό διάγραμμα του μηχανικού- εργολήπτη δημοσίων έργων Γ. Α.. Γ., που είναι προσαρτημένο στο υπ' αριθ. 6393 συμβόλαιο του Συμβ/φου … Θ. Κ., με τους αριθμούς (35) και (36) έκτασης έκαστου 418,50 τ.μ. και δη: α) το υπ'αρ. (35) αγροτεμάχιο, που συνορεύει Βόρεια με το υπ'αρ. (27) αγροτεμάχιο του άνω διαγράμματος, ιδιοκτησίας Κ.
Κ. σε πλευρά μέτριων δεκαπέντε και πενήντα εκατοστών (15,50), Νότια με οδό του άνω διαγράμματος, πλάτους μέτρων οκτώ (8) σε πρόσωπο μέτρων δεκαπέντε και πενήντα εκατοστών (15.50), Ανατολικά με το υπ'αρ. (36) αγροτεμάχιο του ίδιου διαγράμματος ιδιοκτησίας Κ. Κ. σε πλευρά μέτρων είκοσι επτά (27) και Δυτικά με το υπ'αρ. (34) αγροτεμάχιο του ίδιου διαγράμματος ιδιοκτησίας πρώην Κ.
Κ. και ύστερα Μ. και Δ. Ν., σε πλευρά μέτρων είκοσι επτά (27) και β) το υπ'αρ. (36) αγροτεμάχιο, που συνορεύει Βόρεια με το υπ'αρ. (28) αγροτεμάχιο του άνω διαγράμματος, ιδιοκτησίας Κ. Κ. σε πλευρά μέτρων δεκαπέντε και πενήντα εκατοστών (15,50), Νότια με οδό του άνω διαγράμματος, πλάτους μέτρων οκτώ (8) σε πρόσωπο μέτρων δεκαπέντε και πενήντα εκατοστών (15,50).
Ανατολικά με το υπ'αρ.(37) αγροτεμάχιο του ίδιου διαγράμματος ιδιοκτησίας Κ. Κ. σε πλευρά μέτρων είκοσι επτά (27) και Δυτικά με το υπ αρ. (34) αγροτεμάχιο του ίδιου διαγράμματος ιδιοκτησίας πρώην Κ. Κ. και ύστερα Μ. και Δ. Ν., σε πλευρά μέτρων είκοσι επτά (27) και ίί) στην εναγόμενη σύζυγο του διαθέτη: α) το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ-ΕΝΑ (Α-1) διαμέρισμα (διαιρεμένη οριζόντια ιδιοκτησία) του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κείμενης στη ..., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης ...
και της κτηματικής περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου στο υπ'αριθ. (35) οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από τις οδούς Α., Θ., Ά. και Ι. και συγκεκριμένα: επί της οδού ....Το άνω διαμέρισμα αποτελείται από είσοδο, λιβινγκρουμ, κουζίνα, τέσσερα υπνοδωμάτια, δύο λουτρά, ένα W.C., διάδρομο και οφφίς και έχει επιφάνεια 198,60 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 606,00 κ.μ., αναλογία όγκου κοινοχρήστων 71,00 κ.μ., ήτοι συνολικό όγκο 677,00 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο εκατόν εβδομήντα πέντε χιλιοστά (175/1000), συνορεύει δε περιμετρικά με την οδό ..., με Α-2 διαμέρισμα, κοινόχρηστο διάδρομο, φρεάτιο ανελκυστήρα και με ανατολικό, βορεινό και δυτικό ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, β) την υπό στοιχεία Η (2-4) αποθήκη του υπογείου της άνω οικοδομής, επιφάνειας 15,70 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο επτά χιλιοστά (7/1000), που συνορεύει περιμετρικά με κοινόχρηστο διάδρομο και λοιπές αποθήκες του υπογείου και γ) την υπό στοιχείο Η-1 θέση στάθμευσης του υπογείου, επιφάνειας 10 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο οκτώ χιλιοστά (8/1000), που συνορεύει περιμετρικά με ράμπα, άσκαφτο οικόπεδο, την υπό στοιχεία Η (2) θέση στάθμευσης και κοινόχρηστο χώρο του υπογείου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 372/2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 11460/2017 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τεχνική πραγματογνωμοσύνη, πολιτικού μηχανικού Δ. Δ., οι πραγματικές αξίες των καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων, αποδείχθηκε ότι ανέρχονταν κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου (11.5.2013), στα παρακάτω αναφερόμενα ποσά και συγκεκριμένα, α) του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος, στο ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (646.970,74 €), β) της υπό στοιχεία Η (2-4) αποθήκης του υπογείου στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι έξι ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (15.926,87 €), γ) της υπό στοιχεία Η-1 θέσης στάθμευσης του υπογείου στο ποσό των έξι χιλιάδων οκτακόσιων δεκατριών (6.813) και δ) των υπ'αριθ. 35 και 36 δύο (2) αγροτεμαχίων που βρίσκονται στη θέση "Μ." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Π.
Ε. του Δ. Κ. στο ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων πενήντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (23.050.98 €). Σχετικά με τις αιτιάσεις των διαδίκων ήδη εκκαλουσών-εφεσιβλήτων όσον αφορά την αξία των καταλειπόμενων σε αυτές ακινήτων, που περιέχονται στο δεύτερο λόγο της ενάγουσας και νυν εκκαλούσας - εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Α.' από 5.12.2019 έφεσης και στον πρώτο λόγο της εναγόμενης και νυν εκκαλούσας -εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β.' από 5.12.2019 έφεσης, αναφορικά με τα παραπάνω αγροτεμάχια, που καταλείφθηκαν στην ενάγουσα, ο πραγματογνώμονας, όπως αναφέρει στην έκθεσή του, για τον υπολογισμό της αξίας τους, έλαβε υπόψη του σχετικά μικρό δείγμα και δη μία αγοραπωλησία συναφούς αγροτεμαχίου και τέσσερις (4) αγγελίες ακινήτων προς πώληση, από τις οποίες μία αφορούσε αγροτεμάχιο στην ίδια περιοχή με τα επίδικα ενώ οι άλλες στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και την προσκομιζόμενη με επίκληση από τη ενάγουσα εκτίμηση του τοπογράφου μηχανικού Σ.
Α., έκανε δε λόγο για τη μακρινή απόστασή τους από τη θάλασσα (635 μέτρα) εξηγώντας ότι μέσω μονοπατιού ή δρόμου βατού μπορεί να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη. Όσον αφορά τα ακίνητα που καταλείφθηκαν στην εναγόμενη, για τον υπολογισμό της αξίας τους, ο πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του α) τις διενεργηθείσες μεταβιβάσεις διαμερισμάτων, εξηγώντας από τις οκτώ (8) συνολικά αγοραπωλησίες διαμερισμάτων που έγιναν τα τελευταία δύο έτη σε ολόκληρη την περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος της Β., μόνο τις τέσσερις (4) που αφορούν ακίνητα που προσομοιάζουν με το επίδικο, αφού οι υπόλοιπες αφορούν διαμερίσματα σε περιοχή ζώνης 5.000 €/τ.μ., ενώ η τιμή ζώνης του επιδίκου ήταν 3.400 €/τ.μ.
το έτος 2013 και από 1.1.2019, 3.450 €/τ.μ., β) την αντικειμενική αξία των τριών καταλειπομένων ακινήτων όπως υπολογίσθηκε από την αρμόδια εφορία το έτος 2013 {υπόγειο πάρκινγκ - 5.100 €, υπόγεια αποθήκη = 6.005.25 €, διαμέρισμα Α' ορόφου = 461.315,40 €], γ) έρευνα αγοράς από μεσίτες μέσω αγγελιών και ιδιώτες υποψήφιους πωλητές και από την επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου έτσι να σχηματίσει τη συνολική εκτίμησή του, συλλέγοντας αρκετά δεδομένα, ώστε να εξαχθεί ένας αξιόπιστος μέσος όρος αξίας ανά τ.μ.
και το δείγμα να είναι ικανοποιητικό με ομοειδή ακίνητα και όχι διαφορετικών προδιαγραφών με τα επίδικα (ευρισκόμενα στον Α' όροφο, διαμερίσματα και όχι μονοκατοικίες, επιφάνειας μεγαλύτερης των 120 τ.μ.), ενώ, αν αρνούνταν στις τέσσερις (4) πραγματικές αγοραπωλησίες, το μέγεθος του δείγματος θα ήταν πολύ μικρό και δεν θα ανταποκρινόταν στη συγκριτική εικόνα της αγοράς.
Έτσι συνέλεξε ικανοποιητικό δείγμα δώδεκα (12) συνολικά διαμερισμάτων [τέσσερις συναφείς καταρτισμένες αγοραπωλησίες και οκτώ υποψήφια προς πώληση διαμερίσματα], λαμβάνοντας υπόψη του περαιτέρω ότι στα υποψήφια προς πώληση διαμερίσματα επί της αιτουμένης τιμής υπάρχει πάντα ένα περιθώριο διαπραγμάτευσης 30% (ποσοστό που φαίνεται μεγάλο, αλλά είναι ικανοποιητικό λόγω της απορρύθμισης της αγοράς ακινήτων τα τελευταία δέκα έτη σε όλη τη χώρα με αποτέλεσμα να ισχύει ο βασικός κανόνας της προσφοράς και της ζήτησης), οπότε με αντίστοιχη απομοίωση της αξίας, γίνεται προσέγγιση της πραγματικότητας.
Συνεπώς, ορθώς η εκκαλουμένη, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας υπόψη της ότι οι αγγελίες ακινήτων προς πώληση απεικονίζουν προσδοκώμενο και όχι εφικτό τίμημα, εξέλαβε το ανώτερο ποσοστό ως περιθώριο διαπραγμάτευσης επί του τιμήματος, αφού στη συναλλακτική πρακτική των αγοραπωλησιών ακινήτων είθισται ο πωλητής να αναζητά, αρχικά υψηλότερο τίμημα από το τελικώς επιτυγχανόμενο μετά από διαπραγματεύσεις.
Ακολούθως, ο ισχυρισμός της εναγόμενης, που περιέχεται στον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Β έφεσής της, να μη συμπεριληφθεί στο στατιστικό δείγμα για την εξεύρεση της αξίας του επιδίκου υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος, το πωληθέν στις 23.5.2018 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου (ΑΑ ακινήτου 12), έτους κατασκευής 1994 και επιφάνειας 152 τ.μ., διότι έχει πολλαπλάσια αξία σε σχέση με τα λοιπά πωληθέντα ακίνητα, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς της, καταδεικνύει ότι γειτνιάζει με θάλασσα, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού στο παράρτημα της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, εμφαίνεται ότι η τιμή ζώνης του ακινήτου αυτού ανέρχεται σε 3.100 ευρώ, όπως και των ακινήτων επιφάνειας 175,50 τ.μ.
και 170,71 τ.μ., που κατασκευάστηκαν τα έτη 1972 και 1993 αντίστοιχα και μεταβιβάστηκαν στις 21.12.2017 και 1.8.2018 αντίστοιχα, η δε τιμή ζώνης του ακινήτου επιφάνειας 159,57 τ.μ., έτους κατασκευής 2001 που μεταβιβάστηκε στις 21.3.2017, ανέρχεται στο ποσό των 3.150 ευρώ και άρα, αν το ακίνητο αυτό γειτνίαζε με θάλασσα, θα έπρεπε η τιμή ζώνης να είναι κατά πολύ υψηλότερη από τα λοιπά προαναφερόμενα πωληθέντα ακίνητα και όχι ίσης αξίας ή και μικρότερης από αυτά, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν βρισκόταν σε πλεονεκτικότερη από αυτά θέση και άρα πλησίον της θάλασσας.
Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγόμενης να απομειωθεί η αξία του επιδίκου υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος, επειδή δεν έχει δικαίωμα χρήσης της πισίνας που βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής, όπως λόγω και της γειτνίασής του με θερινό κινηματογράφο λόγω της πρόκλησης θορύβου από τη λειτουργία του και τούτο διότι, στην πρώτη περίπτωση ο ισχυρισμός της αυτός αφενός μεν δεν τεκμηριώνεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα [συμβόλαιό υπ'αριθ. 4002/1996 αγοραπωλησίας διαιρεμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) και υπ'αριθ. 7281/1987 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας], αφετέρου δε ουδόλως προκύπτει από την ως άνω δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ότι επηρεάστηκε από την ύπαρξη πισίνας στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας ο πραγματογνώμονας κατά τον υπολογισμό της αξίας του επιδίκου διαμερίσματος, στη δε δεύτερη, γιατί πρόκειται για εποχιακή και για συγκεκριμένες ώρες λειτουργίας επιχείρησης η οποία δεν χαρακτηρίζει σταθερά και μόνιμα τον περιβάλλοντα χώρο του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς, η συνολική εμπορική αξία της καταλειφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη, ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου του, στο συνολικό ποσόν των εξακοσίων ενενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών [646.970,74 + 15.926,87 + 6.813 + 23.050,98 = 692.761,59 ευρώ], από το οποίο, ποσό 23.050,98 ευρώ αντιστοιχούσε στην αξία των ακινήτων που καταλείφθηκαν στην ενάγουσα και ποσό εξακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων δέκα ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (669.710,61 €), στην αξία των ακινήτων που καταλείφθηκαν στην εναγόμενη.
Το ανωτέρω ποσό αποτελεί και το σύνολο της καταλειφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη, καθόσον και από τις θυρίδες που αυτός διατηρούσε σε υποκατάστημα της τράπεζας ..., στη ... και οι οποίες άνοιξαν στις 11.2.2014, με την παρουσία συμβολαιογράφου, οι υπ'αριθ.65 και 217 ήταν κενές, ενώ στην υπ'αριθ. 85 βρέθηκαν μερικές πέρλες μπαρόκ του γλυκού νερού άνευ αξίας (βλ.
την υπ'αριθ. 7112/11.2.2014 έκθεση απογραφής θυρίδας της Συμβολαιογράφου … Μ. Δ. Μ.). Από το ποσό αυτό, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.500 ευρώ, στο οποίο ανήλθαν οι δαπάνες κηδείας του κληρονομούμενου (βλ. την υπ' αριθ. 7/2014 σχετική δήλωση φόρου κληρονομιάς προς τη ΔΟΥ Γλυφάδας) και κανένα άλλο ποσό, οπότε ως καθαρή κληρονομιά απομένει, το ποσό των (692.761,59 -1.500 = 691.261,59 ευρώ).
Επί του ποσού αυτού πρέπει να υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας. σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813 και 1825 παρ.1 εδ. β' ΑΚ, που ορίζεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας της και δη σε ποσοστό (1/2 X 3/4=3/8) εξ αδιαιρέτου και αντιστοιχεί στο ποσό των (691.261,59 X 3/8= 259,223,10 €). Το ποσό αυτό δεν καλύφθηκε από την καταλειφθείσα στην ενάγουσα κληρονομιαία περιουσία, συνολικού ποσού 23.050,98 ευρώ, ποσό που αφαιρείται από την παραπάνω νόμιμη μοίρα της και μετά ταύτα η μη καλυφθείσα νόμιμη μοίρα της ανέρχεται στο ποσό των (259.223,10 - 23,050,98 = 236.172,12 ευρώ) ήτοι ποσοστό 34,1654%.
Ακολούθους, η αναφορά του διαθέτη στη διαθήκη περί καταβολής διαφόρων χρηματικών ποσών από τηv εναγόμενη στον ίδιο, κατά τα έτη 1995, 2001-2004, καθώς και σε διάφορα χρονικά διαστήματα, τα οποία ο διαθέτης δεν προσδιορίζει, αρκούμενος στο ότι αυτιά αφορούν δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή του περίθαλψη, διάφορες ανάγκες και εξετάσεις, που επίσης δεν προσδιορίζει, αλλά, και φορολογικά δεκαπέντε ετών που και πάλι δεν αναφέρει ορισμένα κ.λ.π., κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, δεν συνιστούν, όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη, δήλωση περί αναγνώρισης χρέους προς την εναγόμενη, αλλά δωρεές της τελευταίας προς το σύντροφο και μετέπειτα σύζυγό της στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος, στηριζόμενου στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης, καθώς και στις προσωπικές σχέσεις δωρεοδόχου και δωρητή, λόγοι της συντροφικής τους σχέσης που είχε μακρά διάρκεια, περίπου είκοσι πέντε ετών.
Το επιχείρημα της εκκαλουμένης, σχετικά με τη χρήση από το διαθέτη του ρήματος, "εξοφλήσω" για την ανταπόδοση από μέρους του προς την εναγόμενη των χρημάτων που φέρεται ότι δαπάνησε για εκείνον για τις αιτίες που ο διαθέτης αναφέρει στη διαθήκη, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθούν οι εν λόγω χρηματικές παροχές ως χρέη της κληρονομιάς και όχι δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού αμέσως μετά το ρήμα "εξοφλήσω" ακολουθεί η φράση "...και να την ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου για την αγάπη, στοργή, το μεγάλο της ενδιαφέρον και για την αμέριστη συμπαράσταση σε μένα...".
Εξάλλου, πειστική εξήγηση της αναφοράς μεγάλων ποσών από το διαθέτη στη διαθήκη και μάλιστα με τον τρόπο που επιλέγει να κάνει λόγο γι'αυτά - χωρίς σαφήνεια και εξειδίκευση ["...η) 25.000 για διάφορες ανάγκες μου, θ) 22.000 EURO, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα για διάφορες εξετάσεις, ι) 60.000 EURO κατά διάφορα χρονικά διαστήματα στη PROFESOR S SHEREOK στο Λονδίνο, στην γιατρό που με παρακολουθούσε κ ια) 40.000 EURΟ για τα φορολογικά μου 15 χρόνων..."] - δύναται ευλόγως να είναι η εκδήλωση της ευχαρίστησης και της ευγνωμοσύνης του προς τη σύντροφο του στο πλαίσιο της εικοσιπενταετούς συντροφικής τους σχέσης που εν συνεχεία μετετράπη σε έγγαμη.
Τέλος, η κρίση της εκκαλουμένης, ότι αν επρόκειτο γα μεθόδευση τότε ο διαθέτης θα απέκλειε πλήρως την ενάγουσα από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της, καθώς θα συνέτασσε τη διαθήκη με ανύπαρκτες οφειλές προς την εναγόμενη και επιπρόσθετα θα καθιστούσε εκείνη κυρία όλης της ακίνητος περιουσίας του δεν ευσταθεί, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα επρόκειτο για μεθόδευση σε βάρος της ενάγουσας, αφού θα καθιστούσε βέβαια την προσβολή της ιδιόγραφης διαθήκης του από την αποκλεισθείσα νόμιμη μεριδούχο.
Ως εκ τούτου, τα χρηματικά ποσά που ο διαθέτης αναφέρει στη διαθήκη του ήτοι 7.000.000 δρχ. ή 20.542,92 ευρώ 4.000.000δρχ. ή 11.73 8.81 ευρώ - 8.000,000 δρχ. ή 23.477.62 ευρώ 18.000 ευρώ +5.000 ευρώ + 60.000 ευρώ + 25.000 ευρώ + 22.000 ευρώ + 60.000 ευρώ +40.000 ευρώ (=285.759,35) ευρώ, ο δεν πρέπει να εκληφθούν ως χρέη της κληρονομιάς προς την εναγόμενη και κατ' επέκταση εσφαλμένα αφαιρούνται κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη από την κληρονομιαία περιουσία, με αποτέλεσμα να μειωθεί το ενεργητικό της και άρα να υπολογισθεί εσφαλμένα η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α.' από 5.12.2019 έφεσης της Β. Γ. και ως βάσιμος κατ'ουσίαν, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, περαιτέρω δε πρέπει, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, να δικασθεί η ένδικη αγωγή ως προς τη βασιμότητα αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει, επομένως, η ένδικη υπό στοιχείο Α από 5.12.2019 έφεση της Β. Γ., να γίνει εν μέρει δεκτή και από ουσιαστική άποψη. Στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 551 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) πρέπει η αγωγή, η οποία, πλην του αιτήματος να συνυπολογισθεί στην αξία της καταλειφθείσας κληρονομιάς η αξία της οικοσκευής, ποσού 15.747 ευρώ, το οποίο ορθώς εκρίθη αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, καθόσον θα έπρεπε κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενοι), να προσδιορίζεται κατ' είδος και κατ' αξία κάθε αντικείμενο αυτής χωριστά, ώστε να συνυπολογιστούν στην πραγματική ομάδα της κληρονομιάς (μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία αυτής), προκειμένου, στη συνέχεια, να καταστεί εφικτός ο υπολογισμός από το δικαστήριο, της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας - εκκαλούσας της υπό στοιχείο Α' έφεσης (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 560/2008), είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1721, 1813, 1825, 1827, 1829, 1831. 1871, 1873, 346 ΑΚ, 68, 70, 176 Κ.Πολ.Δ, να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικώς βάσιμη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό......
Όσον αφορά την υπό στοιχείο Β από 5.1 2.2019 έφεση της Τ. Σ., θα πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της, με τον οποίο παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που ο διαθέτης της κατέλειπε με την ιδιόγραφη διαθήκη του.
Ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, ότι το ποσό των δικαστικών εξόδων, μέρος των οποίων της επέβαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κάνοντας δεκτή εν μέρει την αγωγή της αντιδίκου της, εκ ποσού 6.000 ευρώ είναι υπερβολικό, κρίνεται αβάσιμος. πρωτίστως λόγω της αοριστίας του, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας σε βάρος της εναγόμενης, στα οποία συμπεριέλαβε την αμοιβή του διορισθέντος πραγματογνώμονα, ακολούθως δε εφήρμοσε κατ'άρθρο 189 ΚΠολΔ τις διατάξεις των άρθρων 57 επ.
του Ν.4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), η δε εναγόμενη και νυν εκκαλούσα δεν αποδίδει συγκεκριμένο σφάλμα στην εκκαλουμένη ως προς τον προσδιορισμό του ανωτέρω ποσού, το οποίο, μετά τον εν μέρει συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων αναλογίας της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, που η εκκαλουμένη υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, δεν προσδιορίζει αυτή ποσό των δικαστικών εξόδων που κατά την άποψή της έπρεπε να της επιδικαστεί.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς αξιολόγησε το αποδεικτικό υλικό και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της υπό στοιχείο Β.' έφεσης της εναγόμενης ήδη εκκαλούσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης για εξέταση, η υπό κρίση υπό στοιχείο Β' έφεση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της".
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την από 5-12-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 5-12-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την από 15-7-2015 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται ν' αποδώσει στην ενάγουσα τα περιγραφόμενα στο σκεπτικό αυτής ακίνητα που βρίσκονται στην επί της οδού ...
αριθμ. 5 στην ... πολυκατοικία, κατά ποσοστό 34,1654 %. Ειδικότερα δέχθηκε ότι στις 11.5.2013 απεβίωσε στο ..., ο Ι. Π. του Ν., καταλείποντας ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, την ενάγουσα θυγατέρα του από τον πρώτο γάμο του και την εναγόμενη σύζυγο του, με την οποία ήλθε σε δεύτερο γάμο, μετά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης.
Ότι ο ως άνω διαθέτης, με την από 1-8-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, κατέλειπε στην μεν ενάγουσα κόρη του, τα αγροτεμάχια του στο Π. Χ. Κ. και στην δε εναγομένη μετέπειτα σύζυγό του, την ακίνητη περιουσία του που θα βρισκόταν κατά τον χρόνο θανάτου του, με την διευκρίνιση ότι της καταλείπει και την οικοσκευή του διαμερίσματος.
Ότι η συνολική εμπορική αξία της καταλειφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας του διαθέτη, ανερχόταν κατά το χρόνο του θανάτου του, στο συνολικό ποσό των εξακοσίων ενενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (692.761,59€) από το οποίο, ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων πενήντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (23.050,98€) αντιστοιχούσε στην αξία των ακινήτων που καταλείφθηκαν στην ενάγουσα και ποσό εξακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων δέκα ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (669.710,61 €), στην αξία των ακινήτων που καταλείφθηκαν στην εναγόμενη.
Ότι από το συνολικό αυτό ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.500 ευρώ, στο οποίο ανήλθαν οι δαπάνες κηδείας του κληρονομούμενου, οπότε ως καθαρή κληρονομιά απέμεινε, το ποσό των (692.761,59 -1.500=) 691.261,59 ευρώ, επί του οποίου πρέπει να υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό (1/2 X 3/4=3/8) εξ αδιαιρέτου και αντιστοιχεί στο ποσό των (691.261,59 X 3/8=) διακοσίων πενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων είκοσι τριών ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών 259.223,10 €.
Ότι το ποσό αυτό δεν καλύφθηκε από την καταλειφθείσα στην ενάγουσα κληρονομιαία περιουσία, συνολικού ποσού 23.050,98 ευρώ, ποσό που αφαιρείται από την παραπάνω νόμιμη μοίρα της και μετά ταύτα η μη καλυφθείσα νόμιμη μοίρα της ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και δώδεκα λεπτών (259.223,10 - 23,050,98 = 236.172,12 ευρώ) ήτοι ποσοστό 34,1654%.
Ότι η αναφορά του διαθέτη στη διαθήκη περί καταβολής διαφόρων χρηματικών ποσών από τηv εναγόμενη, κατά το διάστημα της μεταξύ τους συμβίωσης μέχρι την σύνταξη της διαθήκης, για διάφορες ανάγκες του (διαθέτη) για ιατρικές εξετάσεις, για την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή του περίθαλψη, φορολογικές του εκκρεμότητες κλπ, δεν συνιστούσαν δήλωση περί αναγνώρισης χρέους προς την εναγόμενη, αλλά δωρεές της τελευταίας προς το σύντροφό της στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος, στηριζόμενου στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης, καθώς και στις προσωπικές σχέσεις δωρεοδόχου και δωρητή, λόγω της συντροφικής τους σχέσης που είχε μακρά διάρκεια, περίπου είκοσι πέντε ετών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 498, 1710,1712, 1721 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι οι καταβολές αυτές δεν συνιστούν δήλωση περί αναγνώρισης χρέους του διαθέτη προς την εναγομένη, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρονται, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 873 Α.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε.
Περαιτέρω, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτήν, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα ότι οι αναφερόμενες στην διαθήκη καταβολές διαφόρων χρηματικών ποσών από τηv εναγόμενη, κατά το διάστημα της συμβίωσης της με αυτόν (διαθέτη) μέχρι την σύνταξη της διαθήκης, για διάφορες ανάγκες του, δεν συνιστούσαν δήλωση περί αναγνώρισης χρέους του προς αυτή και δεν συνυπολογίζονται στην εύρεση της αξίας της νόμιμης μοίρας, αλλά αποτελούσαν δωρεές της τελευταίας προς το σύντροφό της στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος.
Συνεπώς, όσα αντίθετα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του υπό στοιχ. Α και κατά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου υπό στοιχ. Βι, και Βιι (πρώτο μέρος) ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι συνιστούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην παραβίαση ευθέως και πλαγίως των προαναφερόμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επειδή δε στον λόγο αυτό γίνεται ειδικότερη μνεία περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 498 Α.Κ, με την επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέδωσε στην από 1-9-2006 διαθήκη την ιδιότητα εσφαλμένα αποδοχής της δωρεάς, ενώ η διαθήκη ως ιδιόγραφη στερείτο του προβλεπόμενου από το ως άνω άρθρο για την αποδοχή της δωρεάς συμβολαιογραφικού τύπου, ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς αυτό το σκέλος είναι απαράδεκτος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Και τούτο διότι δεν διαλαμβάνεται τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρά μόνο ότι τα αναφερόμενα ποσά που καταβλήθηκαν από την εναγομένη για τις ανάγκες του διαθέτη αποτελούν αντικείμενο δωρεάς (ως δε κινητά πράγματα η δωρεά αυτών ισχυροποιείται με την παράδοσή τους στο δωρεοδόχο κατ' άρθ. 498 εδαφ.
β Α.Κ, μη απαιτουμένης αποδοχής της δωρεάς με συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρονται). Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου 1710 , και 496 Α.Κ, τις οποίες το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε καθόσον σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της διαθήκης ούτε εμμέσως δέχθηκε ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο αυτής ως προς την βούληση του διαθέτη, αναζητώντας αυτή σε στοιχεία κείμενα εκτός της διαθήκης, γεγονός που σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη διαλαμβάνονται είναι νομικά ανέλεγκτο, αλλά από το περιεχόμενο της και μόνο διαπίστωσε την αληθινή θέλησή του διαθέτη, ο οποίος σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτό κατέλειπε τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία του στην θυγατέρα του αφενός και στην σύντροφο του αφετέρου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι χρηματικές καταβολές που έγιναν από την εναγομένη προς τον διαθέτη για να καλύψει ίδιες ανάγκες συνιστούν δωρεές της τελευταίας προς τον διαθέτη στα πλαίσια ηθικού καθήκοντος λόγω της συντροφικής τους σχέσης που είχε μακρά διάρκεια και δεν συνιστούν δήλωση αναγνώρισης χρέους.
Ο χαρακτηρισμός δε των καταβολών αυτών ως δωρεών εξ ηθικού καθήκοντος και όχι αναγνώρισης χρέους, δεν ανάγονται στο πλαίσιο της ερμηνείας της διαθήκης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ, αλλά ενδεχομένως ανάγονται στο πλαίσιο ερμηνείας δικαιοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν προβάλλεται τέτοιος λόγος αναίρεσης.
Επομένως, κατά το τμήμα αυτό ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς, όσα αντίθετα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ως προς σκέλη Γιι (δεύτερο μέρος) και Διι ισχυρίζεται η εναγομένη είναι απορριπτέα. Ως προς την αιτίαση, που προβάλλει η αναιρεσείουσα με το σκέλος υπό στοιχ. Δι του πρώτου λόγου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1781 και 173 Α.Κ, διότι μη νόμιμα έλαβε υπόψιν γεγονότα μεταγενέστερα της σύνταξης της διαθήκης, επιδράσαντα στην βούληση του διαθέτη με την παραδοχή ότι η καταβολή μεγάλων χρηματικών ποσών εκ μέρους της εναγομένης για τις ανάγκες του διαθέτη συνιστούν δωρεές της τελευταίας προς τον σύντροφό της και μετέπειτα σύζυγό της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος πέραν των όσων πιο πάνω αναφέρονται (ότι δηλαδή ο χαρακτηρισμός των χρηματικών καταβολών, ως δωρεές εξ ηθικού καθήκοντος δεν αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της διαθήκης κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 Α.Κ) και διότι η αναφορά του γεγονότος ότι ο διαθέτης μετά την σύνταξη της επίδικης διαθήκης παντρεύτηκε με την εναγομένη, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως στοιχείο προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως του, αλλά ως στοιχείο του κληρονομικού δικαιώματος των διαδίκων (θυγατέρας και συζύγου).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το σκέλος υπό στοιχ. Ει και Ειι του πρώτου λόγου επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των πραναφερομένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ότι "Τέλος, η κρίση της εκκαλουμένης, ότι αν επρόκειτο για μεθόδευση, τότε ο διαθέτης θα απέκλειε πλήρως την ενάγουσα από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της, καθώς θα συνέτασσε τη διαθήκη με ανύπαρκτες οφειλές προς την εναγόμενη και επιπρόσθετα θα καθιστούσε εκείνη κυρία όλης της ακίνητης περιουσίας του, δεν ευσταθεί, καθώς σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα επρόκειτο για μεθόδευση σε βάρος της ενάγουσας, αφού θα καθιστούσε βέβαια την προσβολή της ιδιόγραφης διαθήκης του από την αποκλεισθείσα νόμιμη μεριδούχος".
Οι παραπάνω όμως παραδοχές, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, κατά το οποίο από το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης, διαπιστώθηκε η αληθινή θέλησή του διαθέτη, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος κατέλειπε τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία του στην θυγατέρα του αφενός και στην σύντροφό του αφετέρου.
Αλλά επιχείρημα ως προς τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των χρηματικών καταβολών, εκ μέρους της εναγομένης προς τον διαθέτη, ως δωρεές της πρώτης προς τον δεύτερο από ηθικό καθήκον και όχι δήλωση αναγνώρισης χρέους του διαθέτη. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου υπό στοιχ. Βιι (δεύτερο μέρος) και με το τρίτο σκέλος αυτού υπό στοιχεία Γιι (πρώτο μέρος), η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1β του άρθου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλόμενη δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα προέβη στις αναφερόμενες δωρεές προς τον διαθέτη από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον λόγω της συντροφικής τους σχέσεως περίπου 25 ετών παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας, ότι ουδεμία ιδιαίτερη ηθική υποχρέωση πηγάζει από μία τέτοια συντροφική σχέση και ότι χρηματικές παροχές από τον ένα σύντροφο προς τον άλλον δεν αποτελούν δωρεές του, αλλά επιστρεπτέες διευκολύνσεις του παρέχοντος συντρόφου προς τον άλλον, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 496, 512, 873, 1710, 1712, 1831, 173 και 1781 Α.Κ.
Οι λόγοι αυτοί ως προς την ως άνω αιτίαση είναι απαράδεκτοι, καθόσον, τα αναφερόμενα δεν συνιστούν δίδαγμα κοινής πείρας κατά την προεκτεθείσα στην νομική σκέψη έννοια και με τους λόγους αυτούς πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 Κ.Πολ.Δ.
εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (Α.Π 1081/2020, Α.Π 696/2019, 695/2008, 194/2005).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος υπό στοιχ. Γι,Γιι (τρίτο μέρος) η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης δεχόμενο πραγματικά γεγονότα καταδήλως διάφορα από αυτά που διαλαμβάνονται στη διαθήκη με το να δεχθεί ότι: "...Το επιχείρημα της εκκαλουμένης, σχετικά με τη χρήση από το διαθέτη του ρήματος "εξοφλήσω" για την ανταπόδοση από μέρους του προς την εναγομένη των χρημάτων που φέρεται ότι δαπάνησε για εκείνον για τις αιτίες που ο διαθέτης αναφέρει στη διαθήκη, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθούν οι εν λόγω χρηματικές παροχές ως χρέη της κληρονομιάς και όχι δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, αφού αμέσως μετά το ρήμα "εξοφλήσω" ακολουθεί η φράση "...και να την ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου για την αγάπη, στοργή, το μεγάλο της ενδιαφέρον και για την αμέριστη συμπαράσταση σε μένα...", χωρίς να λάβει υπόψη της το ακριβές περιεχόμενο της διαθήκης που έχει ως εξής "...προκειμένου λοιπόν να εξοφλήσω τα παραπάνω ποσά που δαπάνησε για μένα και να την ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου για την αγάπη, στοργή, το μεγάλο της ενδιαφέρον και για την αμέριστη συμπαράσταση σε μένα, της αφήνω την ακίνητη περιουσία μου που θα βρεθεί κατά τον χρόνο του θανάτου μου..." και να εξαγάγει την αβάσιμη ερμηνεία που ήθελε δηλαδή ότι τα αναφερόμενα στην διαθήκη ποσά αποτελούν δωρεές της αναιρεσείουσας προς τον διαθέτη.
Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι περικοπές της επίδικης διαθήκης που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τον λόγο αυτό παρατίθενται σε αυτή μετά από αποσιωπητικά (...), τα οποία, ως σημείο στίξεως της γραμματικής της Ελληνικής γλώσσας, υποδηλώνουν, ότι η προαναφερόμενη παράγραφος της διαθήκης δεν εκτέθηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στο συγκεκριμένο σημείο σε όλο το περιεχόμενο τους ηθελημένα (δηλαδή συνειδητά), γεγονός από το οποίο προκύπτει περαιτέρω, ότι αυτό δεν παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο και να το λάβει συνολικά υπόψη του με δεδομένο ότι σε οικείο τμήμα της απόφασης που προηγείται του πιο πάνω αποσπάσματος παρατίθεται αυτούσια η εν λόγω διαθήκη που αποκλείει την λάθος ανάγνωση και την παραμόρφωση αυτής.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, διότι η συναγωγή από το Εφετείο, διαφορετικού αποδεικτικού πορίσματος από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, αποτελεί παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Ο από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά, ισοδύναμα κατά νόμον, αποδεικτικά μέσα ή αν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου.
Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη μόνο αν παράγουν πλήρη απόδειξη, τέτοια δεν είναι τα δημόσια έγγραφα, κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., εφόσον, εκτός άλλων, τα σ' αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από πρόσωπο που είναι, καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, δεν ελέγχεται, όμως, η in concreto κρίση περί του περιεχομένου του εγγράφου, αφού αυτά εκτιμώνται ελευθέρως, εξαιρουμένης, βεβαίως, της περιπτώσεως παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου (άρθρ. 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ) A.Π. 259/2007).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων. Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 παρ.1 ν. 2195/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.
σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 1652/2009).
Στη προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 12 και 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1033 του Α.Κ τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέες, την παραβίαση των ορισμών των άρθρων 438,440,441 του Κ.Πολ.Δ σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και την εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, αναφορικά με την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας και ιδιαίτερα του διαμερίσματος που ο διαθέτης κατέλειπε στην αναιρεσείουσα και κατά πόσο αυξάνει την αξία αυτού η δυνατότητα χρήσης της υπάρχουσας πισίνας στο κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας από τον ιδιοκτήτη αυτού, ή την μειώνει η έλλειψης δυνατότητας χρήσης με το να δεχθεί ότι "...Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός της εναγόμενης να απομειωθεί η αξία του επιδίκου υπό στοιχείο Α-1 διαμερίσματος, επειδή δεν έχει δικαίωμα χρήσης της πισίνας που βρίσκεται στο ισόγειο της οικοδομής, όπως λόγω και της γειτνίασής του με θερινό κινηματογράφο λόγω της πρόκλησης θορύβου από τη λειτουργία του και τούτο διότι, στην πρώτη περίπτωση ο ισχυρισμός της αυτός αφενός μεν δεν τεκμηριώνεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα [συμβόλαιό υπ' αριθ. 4002/1996 αγοραπωλησίας διαιρεμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) και υπ' αριθ. 7281/1987 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας], αφετέρου δε ουδόλως προκύπτει από την ως άνω δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ότι επηρεάστηκε από την ύπαρξη πισίνας στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας ο πραγματογνώμονας κατά τον υπολογισμό της αξίας του επιδίκου διαμερίσματος...".
Ο λόγος αυτός και ως προς τις τρεις αιτιάσεις είναι απορριπτέος. Ως αβάσιμος ως προς την πρώτη αιτίαση διότι, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την αξία της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας και της μη απομείωσης της αξίας του Α1 διαμερίσματος δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 1002 και 1033 του Α.Κ , περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με σύμβαση και περί συστάσεως ιδιοκτησίας ορόφου.
Ως απαράδεκτος ως προς την δεύτερη αιτίαση περί παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα τα προσκομιζόμενα έγγραφα [συμβόλαιό υπ' αριθ. 4002/1996 αγοραπωλησίας διαιρεμένης οριζοντίου ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) και υπ' αριθ. 7281/1987 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, διότι με την αιτίαση αυτή, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων, (εξαιρουμένης κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της περίπτωσης της παραμόρφωσης αυτού, λόγος ο οποίος δεν προβάλλεται στην προκείμενη περίπτωση) .
Τέλος ως αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός ως προς την τρίτη αιτίαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αξία του προαναφερόμενου διαμερίσματος ανεξαρτήτως της δυνατότητας χρήσεως της πισίνας από τον ιδιοκτήτη αυτού συνεκτιμώντας την αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να απαιτήσει, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα από αυτήν την απόδειξη ανυπαρξίας δικαιώματος χρήσεως της πισίνας από τον ιδιοκτήτη του Α1 διαμερίσματος.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται σε όλους τους πιο πάνω λόγους, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι αξιολογήσεις των αποδεικτικών μέσων, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που εξάγει η ίδια από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και που αναφέρονται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 27-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.6345/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-4-2021 αίτηση, για αναίρεση της 6345/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ