Supreme Court dismisses appeal on fraud and evidence evaluation grounds in voluntary jurisdiction debt case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a first-instance judgment in a voluntary jurisdiction debt dispute. The appellant argued fraud and challenged the evidence assessment, but the court found no fraud since the illness was diagnosed after the loan contracts. The court ruled that all remaining arguments were inadmissible as they improperly interfered with the lower court's discretionary evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals where the appellant's claims regarding fraud or evidence evaluation improperly infringe upon the final court's discretionary assessment of facts and proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Γ., κατοίκου Ζαρού Φαιστού Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Καρτάλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στο ... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πάλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 28-2-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων και ως ειδικής πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και των Αικατερίνης Δαμιανάκη και Γεωργίου Σαμιωτάκη, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μοιρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την πρόσθετη υπέρ της "..." παρέμβαση που άσκησε στο ακροατήριο. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-5-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 123/03-6-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2020 οριστικής απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως ( ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ.
γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στη ..., ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώτης αναιρεσίβλητης), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δ.).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων και της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, δυνάμει της από 30-04-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 159/30-4-2020, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το ...
Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει του από 18-06-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, όπως έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με τον αναιρεσείοντα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ.).
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. 11.325 Β'/22-4-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Άννας Ν. Παχάκη, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 27-5-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2020 οριστικής απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (04-3-2022) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής στην εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " ... " (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 48/2020 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 01-3-2017 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 09/02-3-2017) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μοιρών (μαζί με άλλους δύο αιτούντες, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ' ων η αίτηση, πιστώτριες τράπεζες, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Οι καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες, αρνήθηκαν ενώπιον του άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αιτιολογημένα την αίτηση αυτή και προέβαλαν την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 255/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μοιρών, το οποίο δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση περί δόλου, που πρότειναν οι καθ' ών η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και κρίνοντας ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του ενδεχόμενο δόλο, απέρριψε την ένδικη αίτησή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 05-4-2019 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 14/12-4-2018) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με σχετικό λόγο της οποίας προέβαλε, πλην άλλων, και τον ισχυρισμό περί αοριστίας της προταθείσας πρωτοδίκως, από τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες, ένστασης δόλου του αιτούντος - εκκαλούντος.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 48/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους αυτής, μεταξύ των οποίων και εκείνον περί αοριστίας της προβληθείσας ενστάσεως δόλου και κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του ενδεχόμενο δόλο, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α'και β' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 01-3-2017 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.
Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου ( ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 59/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: " Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, όπως προεκτέθηκε, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή.
Εξάλλου, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι : "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 438/2019).
Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά τον χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης (03.6.2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 48/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα : " Με τον 1ο λόγο της κρινόμενης εφέσεως ο πρώτος των εκκαλούντων παραπονείται, μεταξύ άλλων, για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένσταση των εφεσίβλητων περί περιελεύσεώς του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής με δικό του δόλο, αλλά εσφαλμένως έκρινε αυτήν ορισμένη (και εν τέλει την δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη και στην ουσία της), καθώς οι εφεσίβλητες, προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, δεν επικαλέσθηκαν συγκεκριμένες ενέργειες του 1ου των εκκαλούντων που στόχευαν στην απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεων του και την συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του και από τις οποίες προκλήθηκε σε αυτές (εφεσίβλητες) άγνοια της όποιας επισφάλειας λόγω του μεγέθους των χρεών του εν λόγω εκκαλούντος εξαιτίας του υπέρμετρου δανεισμού του, αλλά, προς θεμελίωση της ενστάσεως τους, επικαλέσθηκαν απλώς και μόνο, η μεν πρώτη εξ αυτών ότι οι εισοδηματικές ικανότητες του εν λόγω εκκαλούντος εξ αρχής δεν του επέτρεπαν να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, χωρίς να μνημονεύσει τα τραπεζικά προϊόντα που, ως οφειλέτης, ο εν λόγω εκκαλών συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών και τους χρόνους που αυτά συμφωνήθηκαν, η δε δεύτερη ότι, κατά τον χρόνο που ο εν λόγω εκκαλών συμβλήθηκε με την ίδια ως εγγυητής, είχε ήδη περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών από προϋφιστάμενες οφειλές του.
Ο λόγος αυτός, ως προς το συγκεκριμένο σκέλος του, κρίνεται αβάσιμος και, άρα, απορριπτέος, διότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως περί δολίας περιελεύσεως του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αρκεί η μνεία από τον ενιστάμενο πιστωτή ότι ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ή προβλέπει ως ενδεχόμενο ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει, προβλέπει δηλαδή ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό, χωρίς να αξιώνεται από τον ενιστάμενο πιστωτή η επίκληση πρόσθετων στοιχείων, όπως αυτά που αναφέρουν οι εκκαλούντες ως μη επικληθέντα. [......] Ο πρώτος των εκκαλούντων γεννήθηκε το έτος 1964, είναι 55 ετών περίπου σήμερα και είναι άγαμος.
Μέχρι και το έτος 2013 εργαζόταν ως ασφαλιστικός υπάλληλος, με ετήσιες αποδοχές περίπου 16.000 ευρώ, ενώ το εισόδημά του από το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) και εξής ενισχυόταν και από την εκμετάλλευση ακινήτων [...]. Από το έτος 2013 και μέχρι τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αιτήσεως παρέμενε άνεργος, κατάσταση που συνεχιζόταν μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης εφέσεως, καθώς πάσχει από σοβαρής μορφής ανίατη νόσο και είναι αδύνατον να εργασθεί.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 14-11-2016 "Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας" της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α., έχει διαγνωσθεί από τον Δεκέμβριο του 2014 με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, με εκτιμώμενο ποσοστό αναπηρίας 67%. Σύμφωνα δε με την με ημερομηνία 15-2-2019 "Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας" της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΦΚΑ, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-2-2019 έως 31-1-2021, κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του αυξήθηκε σε 80%, διότι διαγνώσθηκε πλέον ότι πάσχει από "σάρκωμα kapozi" και από "ακανθοκυτταρικό καρκίνο (CA) ορθοπρωκτικού σωλήνα", διαγνωσθέντα το έτος 2018, λαμβάνει δε σύνταξη αναπηρίας από το Ι.Κ.Α. (πλέον ΕΦΚΑ), ποσού 300 ευρώ περίπου μηνιαίως, καθώς και προσωρινό επίδομα, ποσού 680 ευρώ ανά δίμηνο.
Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, συνήψε με τις εφεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες τις παρακάτω συμβάσεις, αναλαμβάνοντας τα σχετικά χρέη που απορρέουν από αυτές, όπως αυτά είχαν ανέλθει κατά τον χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης με βάση τις σχετικές από 13-10-2016 και από 26-10-2016 βεβαιώσεις οφελών των εφεσίβλητων τραπεζών, τα οποία, είτε είναι εξασφαλισμένα με εγγυήσεις είτε όχι, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αιτήσεως: 1) Με την πρώτη των εφεσίβλητων πιστώτρια τράπεζα, α) την υπ' αριθ. ...
σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, από την οποία όφειλε το ποσό των 4.547,88 ευρώ, β) την με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία όφειλε το ποσό των 73.399,76 ευρώ (η εν λόγω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης), γ) την με αρ. πρωτ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία όφειλε το ποσό των 61.803,40 ευρώ (η εν λόγω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης) και δ) την με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία όφειλε το ποσό των 36.504,19 ευρώ (η εν λόγω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης) και 2) προς την δεύτερη των εφεσίβλητων πιστώτρια τράπεζα, ο αιτών συμβλήθηκε ως εγγυητής στην με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, από την οποία όφειλε το ποσό των 37.606,72 ευρώ (η εν λόγω απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης).
Επομένως, το σύνολο των οφειλών του πρώτου των εκκαλούντων κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως ανερχόταν στο ποσό των 213.869,95 ευρώ. Η συνολική μηνιαία δόση για την αποπληρωμή των ως άνω δανείων και προς τις δύο εφεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες, με αναγωγή από το 10% της τελευταίας ενήμερης οφειλής (που προσδιορίζεται στις ως άνω βεβαιώσεις οφειλών των εφεσίβλητων τραπεζών) ανερχόταν στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου.
Η συνολική δε μηνιαία δόση προς την πρώτη των εφεσίβλητων ανερχόταν στο ποσό των 1.239 ευρώ. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το ετήσιο εισόδημα του πρώτου των εκκαλούντων κατά το οικονομικό έτος 2004 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2003) ανήλθε στο ποσό των 18.542,99 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.545 ευρώ περίπου, κατά το οικονομικό έτος 2005 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2004) ανήλθε στο ποσό των 15.413,71 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.284,47 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2006 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2005) ανήλθε στο ποσό των 17.042,53 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.420,21 ευρώ, κατά το οικονομικό έτος 2007 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2006) ανήλθε στο ποσό των 16.651,61 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.387,63 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2007) ανήλθε στο ποσό των 18.069,24 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.505,77 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2008) ανήλθε στο ποσό των 15.644,32 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.303,69 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2009) ανήλθε στο ποσό των 14.125,17 ευρώ και το;
αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.177,09 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2010) ανήλθε στο ποσό των 18.987,87 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.582,32 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2011) ανήλθε στο ποσό των 15.288,57 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.274,04 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2012) ανήλθε στο ποσό των 17.316,95 ευρώ και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 1.443,07 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (δηλαδή αυτό που αποκτήθηκε το 2013) ανήλθε στο ποσό των 9.083,20 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των αυτοτελώς φορολογούμενων ποσών και του επιδόματος ανεργίας) και το αντίστοιχο μηνιαίο τους εισόδημα σε 756,93 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 ανήλθε στο ποσό των 2.224,25 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 ανήλθε στο ποσό των 6.127,43 ευρώ, με το σύνολο σχεδόν του ποσού αυτού να αποτελείται από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά, ενώ και το φορολογικό έτος 2016 ανήλθε στο ποσό των 11.387,64 ευρώ, με το ποσό των 9.393,23 ευρώ να προέρχεται από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εκκαλούντων έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, πλην όμως το γεγονός αυτό συνέβη με δικό του δόλο, καθώς οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησε είναι υπερβολικά υψηλές και ο ίδιος, κατά την ανάληψη των ως άνω χρεών, μπορούσε να προβλέψει τουλάχιστον ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής τους, είτε ως οφειλέτης είτε στην περίπτωση που ζητούνταν από αυτόν ως εγγυητή, συμβλήθηκε δε στις ως άνω συμβάσεις αποδεχόμενος το παραπάνω ενδεχόμενο.
Ειδικότερα, από την παράθεση των εισοδημάτων του τα τελευταία δεκατέσσερα έτη, προκύπτει ότι ήταν σε θέση να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να διαβιώνει αξιοπρεπώς μέχρι το έτος 2008, και δη πριν συνάψει την υπ' αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου με την πρώτη των εφεσίβλητων. Με την σύμβαση αυτή και την ανάληψη του αντιστοίχου χρέους, και με δεδομένο ότι η μηνιαία ενήμερη δόση προς την πρώτη εφεσίβλητη ανερχόταν στο ποσό των 1.239 ευρώ (βλ.
παραπάνω), το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος, ανερχόμενο σε 1.303,69 ευρώ μηνιαίως, μόλις που επαρκούσε για την αποπληρωμή της δόσης, ενώ το ποσό που απέμενε δεν επαρκούσε να καλύψει τα έξοδα διαβίωσης του, τα οποία εκτιμώνται σε ποσό που δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 400 ευρώ μηνιαίως. Το επόμενο έτος (2009), το μέσο μηναίο εισόδημα του ανήλθε στο ποσό των 1.177,09 ευρώ, με αποτέλεσμα λογιστικά να μην μπορεί ούτε να αποπληρώσει την ως άνω μηνιαία δόση του προς την προς την πρώτη εφεσίβλητη (ύψους 1.239 ευρώ σύμφωνα με τα παραπάνω), αλλά ούτε και να καλύψει τα έξοδα διαβίωσής του.
Σημειωτέον, ότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως, την 1-5-2008 είχε ήδη ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ασφαλιστικό του φορέα (πρώην ΤΕΒΕ), ποσού 8.117,68 ευρώ, γεγονός ενδεικτικό της περιορισμένης ρευστότητας του ήδη κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα που έλαβε το παραπάνω δάνειο. Το δε επόμενο έτος (2010), το μέσο μηναίο εισόδημα του ανέρχεται στο ποσό των 1.582,32 ευρώ, με αποτέλεσμα λογιστικά να μπορεί να αποπληρώσει την μηνιαία δόση του προς την προς την πρώτη εφεσίβλητη, να έχει όμως ιδιαίτερη δυσχέρεια να καλύψει τα έξοδα διαβίωσής του, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να υπολογισθούν σε ποσό κατώτερο των 400 ευρώ.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το επόμενο έτος (2011), με μέσο μηνιαίο εισόδημα 1.274,04 ευρώ, συμβλήθηκε ως εγγυητής σε πίστωση που χορήγησε η δεύτερη των εφεσίβλητων σε τρίτο πρόσωπο (με την υπ' αρ. ... σύμβαση πιστώσεως), αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο την ικανότητά του να αποπληρώνει τα χρέη του και την οικονομική του θέση εν γένει, καθώς, πλέον, η συνολική μηνιαία ενήμερη δόση προς τις εφεσίβλητες ανήλθε στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου [...].
Το γεγονός δε ότι ο πρωτοφειλέτης (πιστούχος) της ως άνω πιστώσεως (Ν. Κ. του Ι.) κατά τον χρόνο υπογραφής της εν λόγω συμβάσεως εργαζόταν και διέθετε περιουσία, καθώς και το γεγονός ότι στο εν λόγω δάνειο είχε συμβληθεί και δεύτερο πρόσωπο ως εγγυητής (Μ. Χ. του Σ.), είναι άνευ νομικής σημασίας για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, καθόσον η διαδικασία του εν λόγω νόμου είναι προσωποπαγής, με αποτέλεσμα να εξετάζεται αυτοτελώς για κάθε φυσικό πρόσωπο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης [.....].
Σημειώνεται ότι το επόμενος έτος (2012) το εισόδημα του πρώτου εκκαλούντος ανήλθε στο ποσό των 1.443,07 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο (βλ. παραπάνω), δηλαδή και πάλι δεν επαρκούσε για την αποπληρωμή της κατά τα άνω συνολικής μηνιαίας δόσης προς τις εφεσίβλητες (ύψους 1.500 ευρώ περίπου), ενώ δεν υπήρχε προοπτική ιδιαίτερης αυξήσεώς του, δεδομένης και της οικονομικής κρίσεως που είχε ενσκήψει στην Ελλάδα ήδη από το έτος 2010 και που είχε ως συνέπεια όχι μόνο να μην αυξηθεί, αλλά να μειωθεί το εισόδημά του τα επόμενα έτη, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, έμεινε άνεργος εντός του έτους 2013.
Από τα παραπάνω, σαφώς συνάγεται ότι ήταν εξ αρχής αδύνατη η πληρωμή των παραπάνω δανείων από τον πρώτο των εκκαλούντων, καθώς τα μηνιαία έσοδά του δεν επαρκούσαν καν για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, πολλώ δε μάλλον δεν επαρκούσαν και για την ταυτόχρονη κάλυψη και των βιοτικών αναγκών του.
Ειδικότερα, η σύγκριση των οικονομικών υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε είτε ως οφειλέτης είτε ως εγγυητής με την κατάρτιση των ως άνω δανειακών κλπ. συμβάσεων, προς τις οικονομικές του δυνάμεις και την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση, οδηγεί με ευχέρεια στο συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο συνάψεως των τελευταίων δύο από τις ως άνω συμβάσεις (που καταρτίσθηκαν αντιστοίχως το έτος 2008 και έτος 2011), με βάση τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, διέβλεπε τουλάχιστον ως ενδεχόμενη την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές, καθώς είναι οφθαλμοφανής η δυσαναλογία μεταξύ των οικονομικών μεγεθών, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω, με αποτέλεσμα να μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή και από πρόσωπο στερούμενο εξειδικευμένων οικονομικών γνώσεων.
Επομένως, ο πρώτος των εκκαλούντων δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, συνολικού ύψους 213.869,95 ευρώ, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, ήτοι προχώρησε στην λήψη των δανείων και πιστώσεων ή στην εγγύηση της εξόφλησης αυτών, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα την αδυναμία αποπληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητά του έχει την μορφή του ενδεχόμενου δόλου [...], επιγενομένου μεν σε σχέση με τα χρέη που είχε αναλάβει μέχρι το έτος 2008, καθώς, αν και με βάση το έως τότε εισόδημα του, οριακά μπορούσε να τα αποπληρώσει, ανέλαβε εκ νέου δάνεια (το 2008 και το 2011), με αποτέλεσμα να καταστήσει αδύνατη την αποπληρωμή των ήδη υφιστάμενων δανείων, αρχικού δε σε σχέση με τα δάνεια στα οποία συμβλήθηκε τα έτη 2008 και 2011, ως πρωτοφειλέτης για το πρώτο και ως εγγυητής για το δεύτερο.
Εν όψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με τις ίδιες κατά βάση σκέψεις δέχθηκε την σχετική ένσταση των εφεσίβλητων και έκρινε ότι με την ως άνω συμπεριφορά του ο πρώτος των εκκαλούντων περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής με δικό του δόλο (ενδεχόμενο δόλο), δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο (και δη την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010), οι δε σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι εφέσεως (2ος και εν μέρει 1ος εξ αυτών) και οι επί μέρους αιτιάσεις αυτών κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Με τον 4° λόγο της εφέσεως ο 1ος των εκκαλούντων παραπονείται για το ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως έλαβε υπ' όψη του τις εξαιρετικές περιστάσεις που συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, ιδίως δε τα σοβαρότατα προβλήματα της υγείας του, καθώς έχει διαγνωσθεί από τον Δεκέμβριο του 2014 με σοβαρό και ανίατο αιματολογικό νόσημα (σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας), για το οποίο κρίθηκε ότι έχει εκτιμώμενο ποσοστό αναπηρίας 67%, ενώ το έτος 2018 διαγνώσθηκε ότι πάσχει και από "σάρκωμα kabozi" και από "ακανθοκυτταρικό καρκίνο (CA) ορθοπρωκτικού σωλήνα", με συνέπεια να κριθεί ότι το ποσοστό αναπηρίας του αυξήθηκε σε 80%, αποτελεί δε η κατάσταση της υγείας του την κύρια αιτία που δεν είναι σε θέση σήμερα να εργασθεί για να έχει ένα αξιοπρεπές εισόδημα, όπως είχε στο παρελθόν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε ως προς τον 1ο των εκκαλούντων επειδή έγινε δεκτή η ένσταση περί δολίας περιελεύσεως αυτού σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των ως άνω χρεών του, ειδικότερα δε επειδή κρίθηκε ότι αυτός βαρυνόταν με ενδεχόμενο δόλο κατά τον χρόνο που συμβλήθηκε στις ως άνω δανειακές συμβάσεις που συνήψε τα έτη 2008 και 2011, οι δε ως άνω σοβαρές ασθένειες του διαγνώσθηκαν μεταγενέστερα (τα έτη 2014 και 2018) και ουδόλως ασκούν έννομη επιρροή στο ζήτημα της συνδρομής (ενδεχόμενου) δόλου στο πρόσωπο του, υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, απορριπτόμενων όλων των λόγων της που αφορούν τον 1ο των εκκαλούντων, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που ασκείται από αυτόν, ως αβάσιμη στην ουσία της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά την έφεση του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε αυτή κατ' ουσία, δεχόμενο ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δόλο και έτσι επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα ίδια.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., καθόσον, όπως ισχυρίζεται, αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε ό,τι αφορά τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την έννοια του δόλου, ως μέρος του αναγκαίου περιεχομένου της ένστασης περί δόλου, που πρότειναν οι πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες δεν μνημόνευσαν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο και επομένως το παραδεκτό της ένστασης αυτής.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των νομίμως κατατεθέντων από 02-10-2019 προτάσεων καθεμιάς των καθ' ών η αίτηση - εφεσίβλητων (και ήδη αναιρεσίβλητων) πιστωτριών τραπεζών, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, προκύπτει ότι αυτές παραδεκτά, κατά το άρθρο 765 Κ.Πολ.Δ.
και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, προέβαλαν τον ισχυρισμό (ένσταση) περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - εκκαλούντος σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του [τον οποίο είχαν και πρωτοδίκως προτείνει, αλλά κατά τρόπο αόριστο] και ειδικότερα προέβαλαν ενώπιον του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τον ανωτέρω ισχυρισμό περί δόλου του αιτούντος - οφειλέτη, κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιέλαβαν όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ., που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και 330 Α.Κ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό.
Πιο συγκεκριμένα, οι ήδη αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες στις από 02-10-2019 προαναφερόμενες, ενώπιον του άνω, ως Εφετείου, δικάσαντος Δικαστηρίου, προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή] μνημονεύουν, με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο αιτών - οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, ήτοι 167.000 ευρώ και 171.707,35 ευρώ αντίστοιχα το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, όσον αφορά την πρώτη εφεσίβλητη - πιστώτρια τράπεζα, καθώς και ποσό 4.547,88 ευρώ από χορήγηση πιστωτικής κάρτας της ίδιας τράπεζας και 26.000 ευρώ και 37.606,72 ευρώ αντίστοιχα το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, όσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη - πιστώτρια τράπεζα, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, ήτοι κατά τα έτη 2004, 2005, 2008 και 2011, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, ήτοι τα εισοδήματά του, ανερχόμενα κατά μέσο στο ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα και ειδικότερα τις οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνεπώς, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που έκρινε ότι η ανωτέρω προταθείσα περί δόλου ένσταση των πιστωτριών τραπεζών είναι ορισμένη και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ.. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του ενδεχόμενο δόλο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 εδάφια 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., τις οποίες συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως νόμιμης και βάσιμης, της ένστασης των αναιρεσίβλητων περί περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του ενδεχόμενο δόλο.
Επομένως, ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον ερευνώμενο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ευθείες παραβιάσεις των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ανάγονται σε ουσιαστικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί μη ύπαρξης από πλευράς του, δόλου, ως προς την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Περαιτέρω, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι των αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών συνολικού ύψους 213.869,95 ευρώ και την περιέλευσή του σε αδυναμία αποπληρωμής τους από δικό του ενδεχόμενο δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια α) τα εισοδήματα του αναιρεσείοντος αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα δεκατέσσερα (14) έτη πριν την κατάθεση της ένδικης αίτησής του και ειδικότερα από το έτος 2004 έως και το έτος 2016, β) όλα τα τραπεζικά προϊόντα που έλαβε από καθεμία των αναιρεσίβλητων - πιστωτριών τραπεζών, αντίστοιχα, με το αρχικό και τελικό ύψος αυτών και το συνολικά οφειλόμενο ποσό, γ) το χρόνο καταρτίσεως καθεμίας των δανειακών συμβάσεων με την πρώτη αναιρεσίβλητη και της εγγυητικής συμβάσεως σε πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δ) το ύψος της συνολικής μηνιαίας δόσης για την αποπληρωμή των άνω συμβατικών του υποχρεώσεων, ε) το απαιτούμενο μηνιαίως ποσό για την κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για τη διαβίωσή του, στ) την αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, ζ) την περιέλευσή του στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών του, από δικό του δόλο, για το λόγο ότι οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησε ήταν υπερβολικά υψηλές, σε σχέση με τα εισοδήματά του και ο ίδιος μπορούσε να προβλέψει τουλάχιστον ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής τους, είτε ως οφειλέτης, είτε ως εγγυητής και η) ειδικότερα την υπαιτιότητά του ως προς την αδυναμία αυτή αποπληρωμής των οφειλών του με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, επιγενομένου μεν σε σχέση με τα χρέη που είχε αναλάβει μέχρι το έτος 2008, καθώς, αν και με βάση το έως τότε εισόδημα του, οριακά μπορούσε να τα αποπληρώσει, ανέλαβε εκ νέου δάνεια, το 2008 και το 2011, με αποτέλεσμα να καταστήσει αδύνατη την αποπληρωμή των ήδη υφιστάμενων δανείων, αρχικού δε σε σχέση με τα δάνεια στα οποία συμβλήθηκε τα έτη 2008 και 2011, ως πρωτοφειλέτης για το πρώτο και ως εγγυητής για το δεύτερο.
Επομένως το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς όλα τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της πληττόμενης απόφασης ότι δεν υπάρχει αξιόλογη χειροτέρευση - μείωση των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος από το έτος 2004, οπότε δανειοδοτήθηκε για πρώτη φορά έως και 2011, οπότε κατάρτισε την τελευταία εγγυητική σύμβαση, με την άλλη παραδοχή της ότι ήταν σε θέση να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να διαβιώνει αξιοπρεπώς μέχρι το έτος 2008 και δη πριν συνάψει την υπ' αριθ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου με την πρώτη αναιρεσίβλητη, και τούτο διότι από το έτος 2008 ναι μεν δεν μεταβλήθηκαν - μειώθηκαν σημαντικά τα μηνιαία εισοδήματα του αναιρεσείοντος, πλην όμως, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, αν και με βάση το έως τότε εισόδημά του, οριακά μπορούσε να τα αποπληρώσει, ανέλαβε νέες επιπλέον δανειακές υποχρεώσεις, τα έτη 2008 και 2011, με αποτέλεσμα να καταστήσει αδύνατη την αποπληρωμή των ήδη υφιστάμενων δανείων, αλλά και των νέων αναληφθέντων υποχρεώσεων κατά τα τελευταία αυτά έτη, οπότε η ως άνω κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για την αδυναμία του από το έτος 2008 και μετέπειτα να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις και ταυτόχρονα να διαβιώνει αξιοπρεπώς, δεν βασίστηκε στη μείωση των εισοδημάτων του, αλλά θεμελιώθηκε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στην ανάληψη εκ μέρους του, νέων χρεών επιπλέον των ήδη μέχρι τότε αναληφθέντων, με αποτέλεσμα να αποδυναμώσει έτσι την ικανότητά του να αποπληρώνει τα χρέη του και την οικονομική του θέση εν γένει και να διαβλέπει, σύμφωνα επίσης με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τουλάχιστον ως ενδεχόμενη την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στην εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές.
Επίσης, ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της πληττόμενης απόφασης ότι έως το έτος 2013 εργαζόταν και ότι από το έτος αυτό και μετέπειτα παρέμεινε άνεργος, με την άλλη παραδοχή της ότι ήταν σε θέση να καλύψει τις δανειακές του υποχρεώσεις μέχρι το έτος 2008 και τούτο διότι η κρίση του άνω, ως Εφετείου, δικάσαντος Δικαστηρίου, για την αδυναμία του αναιρεσείοντος από το έτος 2008 και μετέπειτα να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις, δεν βασίστηκε στο γεγονός της ανεργίας του, που έλαβε χώρα πράγματι, όπως έγινε δεκτό με την πληττόμενη απόφαση, μεταγενέστερα και δη το έτος 2013, αλλά θεμελιώθηκε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων, κατά τα έτη 2008 και 2011, ανέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, νέες επιπλέον δανειακές υποχρεώσεις, με συνέπεια την αδυναμία του, να καλύπτει τα χρέη του, παρά το γεγονός ότι συνέχισε να εργάζεται έως το έτος 2013, αφού οι επιπλέον δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε είτε ως οφειλέτης είτε ως εγγυητής, σε σύγκριση με τις αναλυτικά μνημονευόμενες οικονομικές του δυνάμεις, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν του επέτρεπαν να αποπληρώνει τα χρέη του και ταυτόχρονα να διαβιώνει αξιοπρεπώς.
Εξάλλου δεν υπάρχει ανεπάρκεια ούτε αντίφαση στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα προβλήματα υγείας του αναιρεσείοντος και τις παραδοχές της περί περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δικό του δόλο, καθόσον πλήρως αιτιολογημένα και χωρίς αντιφάσεις το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων βαρυνόταν με ενδεχόμενο δόλο κατά τον χρόνο που συμβλήθηκε στις ως άνω δανειακές συμβάσεις, που σύναψε τα έτη 2008 και 2011, οι δε σοβαρές ασθένειές του διαγνώσθηκαν μεταγενέστερα (τα έτη 2014 και 2018) και ουδόλως ασκούν έννομη επιρροή στο ζήτημα της συνδρομής ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπό του, υπό τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις, ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του.
Επομένως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον παραπάνω δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές, επαρκές και μη αντιφατικό αποδεικτικό του πόρισμα, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 27-5-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 123/03-6-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 48/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ