Supreme Court dismisses appeal against default judgment in credit title dispute due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance court's final decision in a credit title dispute. The appellant argued that the promissory note was forged, but the court found this claim unproven as it was raised for the first time in supplementary grounds filed two years after the initial notice of opposition. Consequently, the court ruled that the lower court's reasoning was legally sound and its fact-finding beyond the scope of cassation review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 560, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate facts or evidence, and appeals based on unproven allegations of forgery raised late in proceedings are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Σ. Ξ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. - Εμπορία Κλιματιστικών» και τον διακριτικό τίτλο «...», που εδρεύει στην Πυλαία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τρίπλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου:
Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Π. Π. Π ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στο ... Γιαννιτσών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Παπαλιούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.12.2011 ανακοπή και τους από 23.12.2014 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 535/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1926/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 07.03.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 07.03.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους υπ’ αριθμ. 1926/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η υπ’ αριθμ. 535/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού απορρίφθηκε η από 05.12.2011 ανακοπή της αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά της 12.961/2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρώθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής. Με την ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσείουσας και ακυρώθηκε η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχθηκε η τελευταία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 16.865,16 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19, 34, 40, 44, 46 και 47 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής» προκύπτει ότι τελευταίος νόμιμος κομιστής επιταγής είναι αυτός που με αδιάκοπή σειρά οπισθογραφήσεων κατέχει τον τίτλο κατά το χρόνο της βεβαίωσης της μη πληρωμής. Ο κομιστής αυτός μπορεί να στραφεί κατά των άλλων προσώπων που ευθύνονται από την επιταγή για την πληρωμή της (λοιπών υπογραφέων της) και να ζητήσει, εκτός των άλλων, και το ποσό της επιταγής.
Το ίδιο δικαίωμα έχει και κάθε υπογραφέας της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ως άνω αξίωσης αναγωγής προς απόδοση συνιστά η, εκ μέρους του υπογραφέα της επιταγής και εξ αναγωγής υπόχρεου αυτής, πληρωμή του ποσού της προς το νόμιμο κομιστή της, χωρίς τη συνδρομή της οποίας ο υπογραφέας της επιταγής δεν έχει την παραπάνω αξίωση και δεν νομιμοποιείται να στραφεί αναγωγικά κατά των προηγούμενων αυτού υπογραφέων της επιταγής, ζητώντας το ποσό που πλήρωσε, αφού η εν λόγω αξίωση βρίσκει έρεισμα στην ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ αναγωγής υπόχρεου από την επιταγή, αλλά και στο γεγονός της, με οποιονδήποτε τρόπο, πληρωμής του ποσού της τελευταίας.
Επίσης, ο πληρώσας την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος μπορεί, αφενός μεν να απαιτήσει κατά την πληρωμή της την προς αυτόν παράδοση του εν λόγω τίτλου μαζί με το διαμαρτυρικό ή την ισοδύναμη βεβαίωση και εξοφλημένο λογαριασμό, αφετέρου δε και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τη σειρά τους, να εναγάγει ατομικά ή ομαδικά τους προγενέστερος τούτου υπόχρεους (προηγούμενους υπογραφείς της επιταγής), ζητώντας από αυτούς ολόκληρο το ποσό που ο ίδιος πλήρωσε, με τους νόμιμους τόκους από την ημέρα της εκ μέρους του καταβολής και τα σχετικά έξοδα (ΑΠ 1012/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. α' ΑΚ «Ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου», ενώ κατά τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου «Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους».
Από την τελευταία αυτή διάταξη (424 εδ. β' ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό και μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Χρεωστικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου αυτού είναι το έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή του δικαιοπαρόχου του, με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιάφορο αν τούτο συντάχθηκε μόνο προς απόδειξη του χρέους ή και προς σύσταση αυτού, όπως π.χ.
είναι το γραμμάτιο εις διαταγήν, η συναλλαγματική και η τραπεζική επιταγή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α' του Ν. 5960/1933 «ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται να απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου νόμου «πας υπόχρεος, κατά του οποίου ασκείται αναγωγή δύναται να απαιτήση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής».
Επομένως, η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο, παράγει το τεκμήριο της καταβολής του ποσού της απ' αυτόν που την κατέχει σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 905/2018, ΑΠ 1012/2018, ΑΠ 774/2004).
Απόκειται περαιτέρω στο δανειστή να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ισχυριζόμενος ότι η κατοχή του τίτλου από τον οφειλέτη δεν οφείλεται σε απόδοση λόγω εξόφλησης, αλλά σε άλλον λόγο (ΑΠ 1506/2006). Κατά συνέπεια, για την απόδειξη καταβολής του ποσού της επιταγής αρκεί η επίκληση και προσκομιδή του σώματος αυτής, από την κατοχή του οποίου τεκμαίρεται η πληρωμή της.
Υποχρέωση προσκομιδής εξοφλητικής απόδειξης, επί πλέον της προσκομιδής του σώματος της επιταγής, θα είχε νόημα μόνο σε περίπτωση που ο πληρώσας την επιταγή ισχυριζόταν ότι είχε καταβάλει ποσό πέραν του αναγραφομένου στον πιστωτικό τίτλο (π.χ. τόκους, έξοδα κ.λπ.) και διεκδικούσε το ποσό αυτό. Τούτο διότι είναι λογικό το ανωτέρω τεκμήριο να μην καλύπτει ποσό πέραν του αναφερομένου στο σώμα της επιταγής και γι' αυτό το λόγο ο αιτών το επί πλέον ποσό οφείλει να αποδείξει την καταβολή του με εξοφλητική απόδειξη.
Εξ άλλου, ως πληρωμή της επιταγής νοείται η με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο εξόφληση του ποσού της, αλλά και αυτή ακόμα η από χαριστική αιτία περιέλευση της επιταγής στον πληρώσαντα. Στην ύπαρξη δε του προαναφερομένου τεκμηρίου, όταν πρόκειται για συναλλαγματική ή επιταγή, δεν ασκεί επιρροή το αν έγινε ή όχι η προβλεπόμενη από το άρθρο 50 παρ. 2 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής» ή από το άρθρο 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής» διαγραφή οπισθογραφήσεων.
Και τούτο διότι τα άρθρα αυτά παρέχουν στον πληρώσαντα τη συναλλαγματική ή την επιταγή απλώς δυνατότητα και δεν καθιερώνουν υποχρέωση. Επομένως, η μη χρησιμοποίηση από τον τελευταίο της δυνατότητας αυτής δεν εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων του εναντίον των απέναντι αυτού υπόχρεων από τον τίτλο, ούτε κατά συνέπεια αναιρεί την ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής.
Επίσης, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 κτήση εκ μέρους του τελευταίου εξοφλημένου λογαριασμού από τον εισπράξαντα το ποσό της επιταγής νόμιμο κομιστή αυτής, καθιερώνεται από την ως άνω διάταξη, όχι ως υποχρέωση, αλλά ως δυνατότητα μόνο του πληρώσαντος την επιταγή, η μη χρήση της οποίας εκ μέρους τούτου δεν επηρεάζει σε τίποτα την άσκηση των παρεχομένων σ' αυτόν από το νόμο δικαιωμάτων, ούτε την ιδιότητα αυτού ως εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής (ΑΠ 1012/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 623, 626 παρ. 2 και 628 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένο έννομη σχέση, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση της διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό αυτής. Αν η απαίτηση ή το ποσό αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει να μην την εκδώσει, αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί η διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ.
Η ακύρωσή της για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1451/2007). Έτσι, το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, αν από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί να στηριχθεί σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά που προσκομίσθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, αλλά οφείλει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής.
Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν την έκδοση της διαταγής πληρωμής ζήτησε αυτός που πλήρωσε την επιταγή στον τελευταίο νόμιμο κομιστή της, οπότε όμως, η πληρωμή και επομένως και η απαίτηση αποδεικνύονται εγγράφως από το τεκμήριο, που κατά το άρθρο 424 εδ. β' ΑΚ υπάρχει, λόγω της απόδοσης της επιταγής στον αιτούντα (εξ αναγωγής κομιστή της επιταγής) και της κατοχής του αξιογράφου αυτού από αυτόν κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1012/2018).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη από τις αποδείξεις κρίση του ως Εφετείου δικάζοντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τα ακόλουθα:
«| Μετά από αίτηση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης), εκδόθηκε κατά του Α. Δ., της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «NORTH CONSTRUCTIONS AE - Κατασκευαστική Ανώνυμη Εταιρία», της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Σ. Ξ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ - Εμπορία Κλιματιστικών» και το διακριτικό τίτλο «...» (ήδη αναιρεσείουσας), ομόρρυθμος εταίρος της οποίας είναι ο Σ.
Ξ., της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΔΟΤΕΡ ΑΕ - Ανώνυμη Τεχνική, Εμπορική, Βιομηχανική Εταιρία» και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Ε. Ε. και Σία ΟΕ» η υπ’ αριθμ. 12.961/2011 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανωτέρω, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στη νυν εκκαλούσα το ποσό των 16.685,16 ευρώ, για ισόποση απαίτηση της τελευταίας, που απορρέει από την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.», ποσού 16.685,16 ευρώ, την οποία εξέδωσε ο Ά. Δ. εις διαταγήν της ανώνυμης εταιρίας «NORTH CONSTRUCTIONS AE - Κατασκευαστική Ανώνυμη Εταιρία» και η οποία ακολούθως οπισθογραφήθηκε εν λευκώ διαδοχικώς υπέρ της νυν εφεσίβλητης, της ανώνυμης εταιρίας «ΔΟΤΕΡ ΑΕ - Ανώνυμη Τεχνική, Εμπορική, Βιομηχανική Εταιρία», της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Ε.
Ε. και Σία ΟΕ», της καθ’ ης ανώνυμης εταιρίας «Π. Π. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», της ανώνυμης εταιρίας «LARARGE BETON ABEE» και της ανώνυμης εταιρίας «ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING AE - Ανώνυμος Εταιρία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων», η οποία εμφανίστηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως προς πληρωμή στις 28.06.2011 και δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό που διατηρούσε ο εκδότης στην πληρώτρια τράπεζα, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε εγγράφως επί της επιταγής, πλέον τόκων από την επομένη της 17.11.2011, πλέον δικαστικών εξόδων, ποσού 260 ευρώ.
Στη συνέχεια, η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη την 21.11.2011 με επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας της, με την οποία επιτασσόταν να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 18.287,16 ευρώ. Αντίγραφο εξ απογράφου της επιταγής αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και στον ομόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρίας - εφεσίβλητης, επίσης την 21.11.2011, με επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας της, με την οποία επιτασσόταν να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.287,16 ευρώ, νομιμότοκα, πλην του κονδυλίου των τόκων από την επίδοση της επιταγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Την 29.02.2012, η εκκαλούσα προέβη σε επανακοινοποίηση στον ομόρρυθμο εταίρο της εφεσίβλητης αντιγράφου εξ απογράφου της επίδικης διαταγής πληρωμής, ενώ την 12.03.2012 προέβη σε επανακοινοποίηση αντιγράφου εξ απογράφου της επίδικης διαταγής πληρωμής και στην ίδια την εφεσίβλητη. Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η επίδικη διαταγή πληρωμής δεν εκδόθηκε σύννομα, καθόσον η καθ’ ης δεν προσκόμισε αποδεικτικό έγγραφο που να αποδεικνύει την καταβολή από την ίδια του ποσού της επιταγής, ήτοι εξοφλητική απόδειξη, χωρίς να αρκεί μόνη η κατοχή της επιταγής, αφού δεν έχουν διαγραφεί οι νόμιμες οπισθογραφήσεις.
Ο άνω λόγος, όμως, της ανακοπής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην υπό στοιχ. 2 νομική σκέψη, θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, δεκτού καθισταμένου ως ουσιαστικά βασίμου του πρώτου λόγου έφεσης, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην προκειμένη περίπτωση που δέχθηκε ότι η καθ’ ης η ανακοπή, κατά την υποβολή της αίτησης για έκδοση της υπό κρίση διαταγής πληρωμής, δεν προσκόμισε έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται η καταβολή του ποσού της επιταγής κι έτσι έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής.
Ως προς τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας, τον οποίο επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι δεν έχει διαγραφεί στο σώμα της επιταγής η οπισθογράφηση της «LAFARGE BETON ABEE» κι έτσι η καθ’ ης δεν απέκτησε αναγωγικό δικαίωμα και δεν δικαιούταν να προβεί στην έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, πρέπει να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 50 παρ. 2 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής» ή 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής» διαγραφή οπισθογραφήσεων είναι δυνητική κι όχι υποχρεωτική.
Επομένως, η μη διαγραφή της ανωτέρω οπισθογράφησης (της «LAFARGE BETON ABEE» δεν επηρεάζει σε τίποτα την άσκηση των δικαιωμάτων της καθ’ ης εναντίον των υπόχρεων από τον τίτλο, ούτε αναιρεί την ιδιότητά της ως εξ αναγωγής κομίστριας της επιταγής και δεν δημιουργείται από αυτόν το λόγο ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη, η οποία δεν ερμήνευσε το νόμο ορθώς|».
[IV] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 424 ΑΚ, 36, 46 και 47 Ν. 5960/1933, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, για την έκδοση της, προσβληθείσας με ανακοπή από την αναιρεσείουσα, διαταγής πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως εξ αναγωγής κομίστριας της επίδικης τραπεζικής επιταγής, αρκούσε για την απόδειξη της απαίτησής της και του ύψους αυτής η προσκομιδή μόνο του σώματος της εν λόγω επιταγής και το σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 424 εδ.
β' ΑΚ απορρέον από την κατοχή αυτού νόμιμο τεκμήριο για την εξόφληση αυτής στην τελευταία νόμιμη κομίστριά της, δεν απαιτείτο δε επί πλέον και σχετική εξοφλητική απόδειξη της τελευταίας περί της γενομένης καταβολής, η μη προσκόμιση της οποίας δεν καθιστούσε απαγορευτική την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Δεν καθιστούσε, επίσης, απαγορευτική την έκδοση της διαταγής πληρωμής και η μη διαγραφή από την αναιρεσίβλητη της οπισθογράφησής της, καθώς και των οπισθογραφήσεων των επομένων αυτής οπισθογράφων, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, παρέχεται απλώς η δυνατότητα και όχι η υποχρέωση αυτής να προβεί στις διαγραφές αυτές, χωρίς να εμποδίζεται από την παράλειψη αυτή η άσκηση των δικαιωμάτων της εναντίον των απέναντι αυτής υπόχρεων από την επιταγή και να αναιρείται η ιδιότητά της ως εξ αναγωγής κομίστριας της επιταγής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση της παράβασης του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι και ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 623 επ. ΚΠολΔ, καθώς, παρά το όσα δέχθηκε το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, μοναδικό επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποτελούν δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα και όχι δικαστικά τεκμήρια. Και τούτο διότι, κατά της ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης και το ποσό αυτής αποδείχθηκε από ιδιωτικό έγγραφο και συγκεκριμένα από το σώμα της επιταγής, το οποίο προσκομίστηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, σε συνδυασμό με το νόμιμο, δικονομικό και μαχητό τεκμήριο του άρθρου 424 εδ. β' ΑΚ, που προέκυπτε από την κατοχή της επιταγής, για την εξόφλησή της στην τελευταία νόμιμη κομίστριά της. Εναπόκειτο δε στην αναιρεσείουσα να αποδείξει τη μη εξόφληση της επιταγής, ανατρέποντας έτσι το τεκμήριο του άρθρου 424 εδ. β' ΑΚ.
[V] Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 19 και 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικονομικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
«|Τέλος, με τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής της, η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή είναι προϊόν νόθευσης και συγκεκριμένα είτε ο Ά. Δ. (και αφού είχε προηγηθεί εν γνώσει του συναινετική διόρθωση της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής από 10.11.2010 σε 23.11.2010) είτε ο υιός του, πλαστογράφησαν την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής από 23.11.2010 σε 23.06.2011 και έθεσαν ξανά αυτή σε κυκλοφορία. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν (δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, ότι η διόρθωση της ημερομηνίας εκδόσεως της επιταγής έγινε μετά την οπισθογράφηση από την εταιρία), καθόσον τίποτε σχετικό δεν αναφέρεται στην ανακοπή. Για πρώτη φορά προβλήθηκε η αιτίαση αυτή με τους πρόσθετους λόγους, δύο έτη μετά. Η ίδια δε η εφεσίβλητη αναιρεί ό,τι ισχυρίζεται με τους πρόσθετους λόγους της περί πλαστογραφίας, λέγοντας τόσο στην υπό κρίση ανακοπή, όσο και στην ανακοπή που άσκησε ο ομόρρυθμος εταίρος της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης όντας καλόπιστοι και αφού ουδέποτε οχληθήκαμε σχετικά, θεωρούσαμε ότι η εν λόγω επιταγή είχε πληρωθεί κανονικά|».
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του νόμου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, προβαλλόμενες αιτιάσεις με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμες. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ανάλυση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ως προς την πειστικότητα των επιχειρημάτων με τα βάση τα οποία αυτό στήριξε το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτος, καθώς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου για τις αποδείξεις (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
[VI] Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία «Σ. Ξ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε.-Εμπορία Κλιματιστικών» για αναίρεση της 1926/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(και τούτου αποχωρήσαντος
ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ