Supreme Court dismisses appeal against civil compensation for death, upholding lower court's discretion on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two individuals and an insurance company against a lower court's decision awarding damages for a fatal traffic accident. The appellants argued the compensation amounts were excessive, but the court found the lower court's reasoning sufficient and within legal discretion. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the legal costs of the successful appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts must respect the lower court's discretion in determining civil compensation for death unless the decision is arbitrary or violates the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1486/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Θ. του Ζ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ", που εδρεύει στη… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-3-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Φ. του Χ., 2) Ε. Φ. του Ν., 3) Ε. Φ. του Ν., 4) Δ. - Σ. Φ. του Ν., 5) Σ. Φ. του Ν., κατοίκων ..., 6) α. Δ. Φ. του Ν., Σ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., γ. Σ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., δ. Γ. Ζ. του Σ., Ε. Φ. του Ν., Ε. Φ. του Ν., ζ. Δ. - Σ. Φ. του Ν., Σ. Φ. του Ν., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Φ. του Γ.υ, που απεβίωσε στις 11-6-2014, 7) Δ. Φ. του Ν., 8) Σ. Φ. του Σ., κατοίκων ..., 9) Σ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 10) Γ. Φ. του Σ., 11) Ν. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 12) Ν. Κ. του Κ. και Ε. Φ. του Ν., κατοίκων ..., ως νομίμων εκπροσώπων και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους α. Σ. Κ. του Ν. και Ε. Κ. του Ν., 13) Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., 14) Δ. Β. του Α. και Δ. - Σ. Φ. του Ν., κατοίκων ..., ως νομίμων εκπροσώπων και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους α. Α. Β. του Δ. και Σ. Β. του Δ., 15) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 16) Α. Μ. του Γ. και Ε. Φ. του Ν., κατοίκων ..., ως νομίμων εκπροσώπων και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους Ν. Μ. του Α. και 17) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Φ. και ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της υπό στοιχ. 6α & 7 (το αυτό πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων, Δ. Φ. του Ν., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Μπορδόκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 14-3-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2013 αγωγή των ήδη 1ης έως και 5ου, 7ης έως και 17ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Φ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 315/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, 104 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 160/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται ότι οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη που υπογράφει το αναιρετήριο, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αναίρεσης.
Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται περαιτέρω ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από την (απλή) ομόδικό τους - αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρία που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, ή από τους αντιδίκους της. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι πιο πάνω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από την, παρισταμένη τρίτη των αναιρεσειόντων ή τους αναιρεσιβλήτους, πρέπει, ως προς τους απόντες αυτούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως και να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υπόθεσης, με αποτέλεσμα η αίτηση να ερευνηθεί πλέον ως προς τους υπόλοιπους μόνο παριστάμενους αναιρεσείοντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.
ΑΠ 142/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Κατά το άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...5.10.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ε. Α. Κ. την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Ανδρέα Μπότσαρη πληρεξούσιο δικηγόρο της υπό στοιχ. 6α & 7 εκ των αναιρεσιβλήτων Δ.
Φ. του Ν., ο οποίος την εκπροσώπησε στο Εφετείο, που παρέλαβε το δικόγραφο αυτό ως αντίκλητός της. Η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017). Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 522, 552 και 566 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη.
Αντίθετα, υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της, (κεφάλαια), που δεν προσβλήθηκαν με έφεση και ως προς αυτές που προσβλήθηκαν με έφεση απαράδεκτα, αλλά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου για όλες τις διατάξεις κατά των οποίων ασκήθηκε παραδεκτά έφεση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 1565/2001).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του αυτού Κώδικα, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ 1183/2010, ΑΠ 1573/ 2010).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Επί της από 17-12-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 55/Ειδ.Μον/12/16-1-2014 αγωγής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αντιμωλία των διαδίκων, η 35/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία, κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του αναφερόμενου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάτου του Ν.
Φ., συγγενούς εξ αίματος και εξ αγχιστείας των ήδη αναιρεσιβλήτων και αρχικά εναγόντων, ο έκτος των οποίων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε ήδη αποβιώσει και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του στην ένδικη αξίωση, και συγκεκριμένα οι 2η, 3η, 4η, 5ος, 7η, 8η, 9ος και 10η των εναγόντων, είναι ο ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων και τότε δεύτερος εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφορίας ...
ελκυστήρα μετά του με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενου Δ.Χ.Φ, ιδιοκτησίας του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και τότε πρώτου επίσης εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των εναγομένων και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Με βάση την παραδοχή αυτή έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος, η ένδικη αγωγή και επιδικάστηκαν (αναγνωριστικά και εντόκως από την επίδοση της αγωγής), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα στην ως άνω απόφαση αναφερόμενα για κάθε ένα των δικαιούχων εναγόντων χρηματικά ποσά, πλέον δε τούτων, αναγνωρίστηκε και η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην δέκατη έβδομη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία, ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών και το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς, το ποσό των 3.000 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 12-5-2015 (με αριθμ. εκθ. κατ. 32/18-5-2015), έφεσή τους, με την οποία προσέβαλαν την πρωτόδικη μόνο ως προς το ύψος των επιδικασθέντων σ' αυτούς κονδυλίων χρηματικής ικανοποίησης και της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου. Ακολούθως οι εναγόμενοι ως εφεσίβλητοι άσκησαν με τις από 9.2.2017 προκατατεθείσες προτάσεις τους αντέφεση προσβάλλοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, το οποίο ωστόσο, δεν είχε μεταβιβασθεί με την έφεση των εναγόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επί της εφέσεως και της αντεφέσεως που κατ' ανάγκην συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, τελικά, η με αριθμό 315/2017 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία, 1) η έφεση και η αντέφεση έγιναν τυπικά δεκτές, 2) απορρίφθηκε η αντέφεση ως απαράδεκτη κατά το με αυτήν προσβαλλόμενο κεφάλαιο της υπαιτιότητας, το οποίο δεν είχε μεταβιβαστεί με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος του κεφαλαίου της αποζημίωσης και της λόγω ψυχικής οδύνης χρηματικής ικανοποίησης, 3) έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η έφεση των εναγόντων αναφορικά με το προσβληθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, πλέον δε τούτου για την ενότητα της εκτέλεσης και ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης, που αφορά στην αξία του καταστραφέντος κατά τη σύγκρουση αυτοκινήτου της 17ης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας και, στη συνέχεια, το Εφετείο, κράτησε την υπόθεση, δίκασε ως προς όλους τους ενάγοντες την αγωγή, κατά παραδοχή της οποίας ως εν μέρει βάσιμης και κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν, εις ολόκληρο, σε καθένα των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά και το ποσόν των 3.000 ευρώ στην δέκατη έβδομη των εκκαλούντων ομόρρυθμη εταιρεία για την αξία του καταστραφέντος από τη σύγκρουση αυτοκινήτου.
Στην εφετειακή αυτή απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι δεν πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος του με αριθμό κυκλοφορίας ... ελκυστήρα μετά του με αριθμό κυκλοφορίας ... επικαθήμενου Δ.Χ.Φ. οχήματος. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται και κατά της πρωτόδικης 35/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (δεύτερης προσβαλλομένης), στη γραμματεία του οποίου, όπως και σε εκείνη του Εφετείου, έχει κατατεθεί το αναιρετήριο, ως προς το κεφάλαιο για την (αποκλειστική) υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που κρίθηκε ότι δεν προσβλήθηκε με την αντέφεση των εναγομένων, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που εκκαλείται μόνο το κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μόνο αυτό μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όχι, όμως, και το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (ΑΠ Ολομ. 10/2015, ΑΠ 634/2017).
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται η με αριθμό 35/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρουπόλεως:
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/ 2011, ΑΠ 147/2011).
Σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), 1) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες...
κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών, η οποία ιδρύει τον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρουπόλεως με την πληττομένη με αριθμό 35/2015 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, ήτοι του δεύτερου των αναιρεσειόντων και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 4-7-2013 και περί ώρα 18:15 ο Ν. Φ. του Σ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Φ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", ενώ κινείτο, επί του 86ου χλμ. της εθνικής οδού ..., με κατεύθυνση από Αλεξανδρούπολη προς ..., συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δημοσίας χρήσεως φορτηγό - ελκυστήρα μετά του υπ' αριθμ. ...
επικαθήμενου, έμφορτου με σκληρό σίτο, το οποίο οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, που τον είχε προστήσει στην οδήγηση και το οποίο κατά τον άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Το εν λόγω όχημα εκινείτο επί του ιδίου 86ου χλμ.
της άνω εθνικής οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από ... προς Αλεξανδρούπολη, όταν ο οδηγός του απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στην αντίθετη, προς ..., λωρίδα κυκλοφορίας, όπου συγκρούστηκε μετωπικά και σε απόσταση μήκους 30 εκατοστών περίπου από την διπλή διαχωριστική γραμμή, με το εκεί κινούμενο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ν.
Φ. του Σ., ο οποίος, τραυματίστηκε θανάσιμα. Το ατύχημα και ο εξ αυτού προκληθείς θάνατος του ως άνω συγγενούς των εναγόντων οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου, οδηγού του δημοσίας χρήσεως φορτηγού - ελκυστήρα μετά επικαθήμενου, συνισταμένης κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως αυτές διατυπώνονται επακριβώς στην παρακάτω σχετική περικοπή της (13 στιχ.
από το τέλος της σελ. 10 και 3 πρώτοι στίχοι της σελ. 11): "Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος από αμέλειά του και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής δεν οδηγούσε, κατά τα προαναφερόμενα, με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του έτσι ώστε, ανά πάσα στιγμή, να μπορεί να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης και σε κάθε περίπτωση υπερβολική για τις περιστάσεις (οδήγηση σε οδό που εκτελούνται έργα, επικίνδυνη στροφή μπροστά, οδήγηση οχήματος μικτού βάρους 43 τόνων περίπου, φθορές στο σύστημα πέδησης του οχήματος), απώλεσε δε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στην αντίθετη, προς ..., λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, με αποτέλεσμα, να συγκρουστεί μετωπικά και συγκεκριμένα με το εμπρόσθιο τμήμα του εκεί κανονικά κινούμενου τη στιγμή εκείνη ΙΧΕ αυτοκίνητου, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 2, 32 παρ. 1 και 55 του ν. 2696/1999.
Όλες δε οι ανωτέρω παραβάσεις του συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα". Περαιτέρω ως προς την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού της αποκλειστικής υπαιτιότητας, αλλά και της από μέρους των εναγομένων ένστασης της συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του κινουμένου προς ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η προσβαλλομένη διέλαβε τις εξής παραδοχές (τέλος της σελ. 11, σελ. 12, σελ.13 και αρχή σελ. 14): "Οι ισχυρισμοί ωστόσο αυτοί των εναγομένων κρίνονται αβάσιμοι από ουσιαστική άποψη, καθώς...
τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος (δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησες στη λωρίδα κυκλοφορίας του θανόντος), ξεκινούν από απόσταση 1,7 μέτρων από την άκρη του οδοστρώματος και συνεχίζουν διαγωνίως εντός του ρεύματος πορείας του με κατεύθυνση προς το αντίθετο ρεύμα και όχι καθέτως, όπως θα συνέβαινε αν ο δεύτερος εναγόμενος αρχικώς φρέναρε ακαριαία εντός του ρεύματος πορείας του, όπως ισχυρίζεται.
Επιπροσθέτως, ακόμη και στην περίπτωση που ο θανών, αντιλαμβανόμενος το πρώτον τη στιγμή εκείνη το φορτηγό, επιχείρησε να επανέλθει ξανά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, το όχημά του θα έπρεπε να έχει χτυπηθεί σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του και όχι σε ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του.
Από το ανωτέρω αναφερθέν εξάλλου πρόχειρο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, προκύπτει ότι το σημείο της πρώτης επαφής των δύο οχημάτων βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός της λωρίδας κυκλοφορίας όπου κινούνταν το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εξαγόμενου του ανωτέρω συμπεράσματος από τις χαραγές που προκλήθηκαν κατά τη σύγκρουση των οχημάτων επί του οδοστρώματος, κρινόμενης ως μη πειστικής της από 07-08-2013 τεχνικής έκθεσης ως προς τη διερεύνηση των συνθηκών του επίδικου ατυχήματος του Γ.
Σ., που ισχυρίζεται ότι το σημείο σύγκρουσης-πρώτης επαφής των οχημάτων βρίσκεται εντός του ρεύματος πορείας του φορτηγού. Από το Δικαστήριο κρίνεται επίσης ότι η κίνηση του θανόντος να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν είναι η αιτία της απότομης τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, αλλά η βλάβη που αυτό παρουσίασε στο σύστημα πέδησής του, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση του...
Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται περαιτέρω και από τις φθορές στο σύστημα πέδησης και στα ελαστικά του επικαθήμενου, που διαπίστωσαν οι... Οι ανωτέρω φθορές στο σύστημα πέδησης του επικαθήμενου επισημαίνονται επίσης και στην... τεχνική έκθεση... που διενεργήθηκε με επιμέλεια των εναγόντων. Το γεγονός εξάλλου ότι ο θανών εκινείτο με το όχημά του αριστερά και πλησίον του άξονα του οδοστρώματος, δεν κρίνεται ότι συνιστά πλημμελή συμπεριφορά αυτού, καθώς παραπλεύρως της οδού από την αντίθετη κατεύθυνση υπήρχε χώρος στάθμευσης και ο θανών ενδεχομένως να ήθελε να εισέλθει σε αυτόν και γι' αυτό το λόγο είχε προωθηθεί πλησίον του οδικού άξονα (προς το μέσο της οδού) και όχι στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, η αυξημένη δε ταχύτητα που έφερε το όχημά του, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Από όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Και τούτο, διότι, αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του, όταν ο ελκυστήρας μετά του επικαθήμενου εισήλθε με υπερβολική ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα και του απέκλεισε αιφνίδια την πορεία, με αποτέλεσμα να του αποστερήσει οποιαδήποτε δυνατότητα αποτελεσματικού αποδεικτικού ελιγμού.
Συνεπώς, η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και κατ' επέκταση στον θανάσιμο τραυματισμό του (άρθρο 300 ΑΚ) είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος, (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγού), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, και, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες, κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων: α) για ενδοιαστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης επειδή, αν και δέχεται ότι ο θανών κινείτο στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του, λόγω της ενδεχόμενης πρόθεσής του να κατευθυνθεί προς τον ευρισκόμενο στο αντίθετο ρεύμα χώρο σταθμεύσεως, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο η κίνηση του θανόντος να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα δεν είναι η αιτία της απότομης τροχοπέδησης του οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος αλλά η βλάβη που αυτό παρουσίασε στο σύστημα πέδησής του και β) για ανεπαρκείς αιτιολογίες επειδή δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη 1.
αν και πότε ο θανών αντελήφθη το φορτηγό, αν η ταχύτητα του οχήματός του υπερέβαινε το όριο των 30χ/ω, 2. αν επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά όπου, υπήρχε "πολύς" ελεύθερος χώρος ή αν επιχείρησε πέδηση, καθόν χρόνο, ο δεύτερος εναγόμενος ήδη από απόσταση 11.5 μ. επιχείρησε απότομη πέδηση προσπαθώντας να ακινητοποιήσει το όχημά του και να αποτρέψει την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα και τέλος 3.
αν οι με τις ως άνω αποφευκτικές ενέργειες ήταν εφικτή ενόψει της απόστασης των δύο οχημάτων, η αποφυγή της σύγκρουσης ή να περιοριστεί η έντασή της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην προκληθεί θανατηφόρο αποτέλεσμα είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσείσντα οδηγού και απέκλεισε κάθε αμέλεια του θανόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οποίο συγκρούστηκε το ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧΦ αυτοκίνητο. Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Δικαστήριο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις παραπάνω αναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων του Αστικού Κώδικα και του ΚΟΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής τους σ' αυτές.
Η παράθεση των επιπλέον αυτών αιτιολογιών δεν ήταν αναγκαία, αφού το αποδεικτικό πόρισμα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά: α) με το ότι το έμφορτο φορτηγό ΔΧΦ αυτοκίνητο μικτού βάρους 43 τόνων περίπου, που οδηγούσε ο εναγόμενος, εκινείτο με την ταχύτητα των 70χ/ω, κατά πολύ υπερβαίνουσα το όριο των 30χ/ω, σε δρόμο στον οποίο εκτελούνταν έργα, β) ότι το σύστημα πέδησης του επικαθήμενου ΔΧΦ οχήματος κατά τις ανέλεγκτες και αναλυτικά διαλαμβανόμενες, παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν φθαρμένο, προς τούτο δε παρατίθενται αυτουσίως σ' αυτήν και περικοπές από μαρτυρική κατάθεση και τις εκθέσεις εξέτασης του συστήματος πέδησης του φορτηγού από ειδικούς εμπειρογνώμονες, γ) ότι υπήρχε σήμανση κλειστής στροφής προς την πορεία του και παρά ταύτα, δεν μείωσε, εγκαίρως πριν την προσέγγισή της την ταχύτητα του οχήματός του, δ) ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται κατά 30 εκατοστά στο ρεύμα πορείας του θανόντος και η σύγκρουση ήταν μετωπική, ε) ότι ο θανών, εκινείτο μεν στο άκρο αριστερό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, όμως δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, την στιγμή που τον αντιλήφθηκε ο οδηγός του φορτηγού, διότι εφόσον συνέβαινε αυτό, λόγω της επιχειρουμένης επαναφοράς στο ρεύμα πορείας του η συγκρουσθείσα επιφάνεια του αυτοκινήτου του θα ήταν η πλάγια και όχι η εμπρόσθια, και τέλος στ) ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπεδήσεως του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στοιχειοθετούν πλήρως την αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος οδηγού του ως άνω οχήματος, η αμελής οδηγική συμπεριφορά του οποίου, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 298, 300, 330 εδάφ.
β', 914 ΑΚ, και 19 παρ. 1 και 2, ΚΟΚ (ν. 2696/1999) και αποτέλεσε την μόνη πρόσφορη αιτία της ένδικης σύγκρουσης και του επελθόντος εξ αυτής θανατηφόρου, για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου αποτελέσματος ενώ παράλληλα με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες απέκλεισε κάθε περίπτωση αμέλειας του τελευταίου. Το γεγονός ότι δεν διευκρινίζεται (διότι δεν διαπιστώθηκε), αν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε τη δυνατότητα και δεν το έπραξε, αντιλαμβανόμενος το φορτηγό να ενεργήσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό στο εναπομένον τμήμα του δρόμου και του ερείσματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ή, αν ταχύτητα του οχήματός του υπερέβαινε το όριο των 30χ/ω και σε κάθε περίπτωση, ότι το τελευταίο εκινείτο πλησίον του οδικού άξονα, δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία, για τη στοιχειοθέτηση της αποκλειστικής υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος οδηγού.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση των ως άνω αιτιάσεων αποδίδεται αληθώς στην πληττόμενη με αυτόν ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας με αριθμό 35/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (και όχι και η από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προσβάλλεται σωρευτικά και η με αριθμό 315/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναίρεσης, πλήττεται ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά το μέρος που αφορά τα ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες για το απορρέον από τη διάταξη των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ως εκ της στενής συγγενείας τους με τον θανόντα, δικαίωμα αυτών, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Kατ' αρχάς, επισημαίνεται ότι η ως άνω απόφαση δεν πλήττεται ως προς την χρηματική ικανοποίηση που αντιστοιχεί στο σχετικό δικαίωμα ψυχικής οδύνης του ήδη αποβιώσαντος, δικαιούχου αυτής πατέρα του θανόντος Σ. Φ. και η οποία περιήλθε, στους υπεισελθόντες στη δικονομική του θέση, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 2η, 3η, 4η, 5o, 7η, 8η, 9o και 10η των εναγόντων, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη.
Κατά την διάταξη του όρθρου 932 εδ. α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015).
Στην κρινόμενη υπόθεση το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το ενδιαφέρον για την αναίρεση μέρος αυτής τα εξής: "Από τη σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων ο Ν. Φ. του Σ., τραυματίστηκε θανάσιμα και συγκεκριμένα, υπέστη εκτεταμένα εξωτερικά τραύματα (θλαστικά τραύματα μετωπιαίας χώρας μήκους 5 και 4 εκατοστών αντίστοιχα, θλαστικά τραύματα διαστάσεων 0,5 και 2 εκατοστών προσωπικής χώρας, πολλαπλά θλαστικά τραύματα καθ' όλο το μήκος του αριστερού άνω άκρου, στην άκρα χείρα του δεξιού άνω άκρου, αμφότερων των κνημών και στην πρόσθια επιφάνεια του κορμού, διπλό κάταγμα αριστερού αντιβραχίονα, κάταγμα δεξιάς πηχεοκαρπικής), θλαστικά τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής, αιμάτωμα κατά την επικράνιο απονεύρωση, εκτεταμένο κάταγμα της βάσης του κρανίου, με τον εγκέφαλο να φέρει διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία, πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα αμφοτέρων των πλευρών (όλα) και πολλαπλές θλάσεις-ρήξεις στους πνεύμονες (βλ.
την υπ' αριθμ. ...-7-2013 ιατροδικαστική έκθεση που υπογράφει ο ιατρός Ειδικός Ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θράκης, Π. Π.), εξαιτίας δε αυτών (βαριές κακώσεις κεφαλής και σώματος) και ως μοναδικών ενεργών αιτιών, επήλθε ο θάνατός του. Ο θανών, Ν. Φ. του Σ., ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 77 ετών, ήταν έγγαμος, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 61 ετών, πατέρας των δευτέρου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των εναγόντων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 38, 37, 36 και 35 ετών αντίστοιχα, υιός του έκτου και της έβδομης, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 102 και 98 ετών αντίστοιχα., αδελφός της όγδοης, του ένατου και της δέκατης των εναγόντων, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 78, 75 και 68 ετών αντίστοιχα, πεθερός του ενδέκατου, του δεκάτου τρίτου και του δεκάτου πέμπτου των εναγόντων (συζύγων των τριών θυγατέρων του) ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 42, 37 και 43 ετών αντίστοιχα και παππούς των λοιπών των εναγόντων, ως εκπροσωπούνται, λόγω της ανηλικότητάς τους από τους γονείς τους, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 8, 5, 5, 2 και 2 ετών αντίστοιχα.
Οι ως άνω ενάγοντες συνδέονταν στενά, με το θανόντα οικείο τους με αμοιβαίες σχέσεις στοργής και αγάπης, ο δε βίαιος και αιφνίδιος θάνατός του κατέλειπε σε όλα τα μέλη της οικογένειας δυσαναπλήρωτο κενό. Εξαιτίας του θανάτου του οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας και προς ανακούφιση της ηθικής δοκιμασίας τους, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα τον δευτέρου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την ηλικία του θανόντος και των ως άνω εναγόντων - μελών της οικογένειάς του, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης με τον θανόντα, το ψυχικό άλγος που αυτοί υπέστησαν και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων προσώπων (εκ των εναγόντων η 1η δεν εργάζεται ασχολούμενη με τα οικιακά, η 2η είναι τραπεζικός υπάλληλος, η 3η, η 4η και ο 5ος είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εκ των εναγομένων ο 2ος επαγγελματίας οδηγός, των λοιπών είναι η συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων), (πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική...) και τις εν γένει περιστάσεις, κρίνει ότι για την άμβλυνση αυτών και την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία καθορίζεται, μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρ. 932 ΑΚ) στα ακόλουθα εύλογα ποσά: 1) για την πρώτη ενάγουσα, μετ' αφαίρεση κατά το σχετικό αίτημά της, ποσού 10 ευρώ, για το οποίο προτίθεται να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, το ποσό των 50.000 ευρώ, 2) για καθένα από τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων, μετ' αφαίρεση κατά το σχετικό αίτημά τους, ποσού 10 ευρώ, για το οποίο προτίθενται να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, το ποσό των 35.000 ευρώ, 3) για καθένα από τους έκτο και έβδομη των εναγόντων, το ποσό των 20.000 ευρώ, 4) για καθένα από τους όγδοη, ένατο και δέκατη των εναγόντων, το ποσό των 15.000 ευρώ, 5) για καθένα από τους ενδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 7.000 ευρώ και 6) για έκαστο από τα εκπροσωπούμενα από τους γονείς τους ανήλικα τέκνα (εκάστη από τις δωδέκατες ενάγουσες, εκάστη από τις δέκατες τέταρτες ενάγουσες και δέκατο έκτο) το ποσό των 10.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθόρισε το ύφος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης για καθένα των εναγόντων στα ακόλουθα ποσά 1) των 20.000 ευρώ για τη σύζυγό του (πρώτη των εναγόντων), 2) των 10.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του (δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων), 3) των 2.500 ευρώ για καθέναν από τους γονείς του (έκτο και έβδομη των εναγόντων), 4) των 1.000 ευρώ για καθένα από τα αδέρφια του (όγδοη, ένατο και δέκατη των εναγόντων), 5) των 1.000 ευρώ για καθένα από τους γαμπρούς του (ενδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο πέμπτο των εναγόντων) και 6) στο ποσό των 1.000 ευρώ σε καθένα από τα εγγόνια του (σε καθεμία από τις δωδέκατες, δέκατες τέταρτες και δέκατο έκτο των εναγόντων), αντί των ως άνω αναφερθέντων ορθών ποσών έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ιδία δε περί την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος της έφεσης των εκκαλούντων - εναγόντων, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και ο σχετικός πρώτος λόγος της αντέφεσης, των εναγομένων - αντεκκαλούντων, με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση σε καθένα μικρότερου ποσού για την πιο πάνω αιτία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα παραπάνω ποσά, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ, αλλά και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας που οριοθετούνται από τη διάταξη του αμέσως πιο πάνω άρθρου 932 ΑΚ αφού θα αρκούσε, κατ' αντικειμενική κρίση να επιδικαστεί για την αιτία αυτή το ποσό των 20.000 ευρώ, για καθένα από τους δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων, το ποσό των 15.000 ευρώ, για καθένα από τους έκτο και έβδομη των εναγόντων, το ποσό των 10.000 ευρώ, για καθένα από τους όγδοη, ένατο και δέκατη, ενδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο πέμπτο των εναγόντων, το ποσό των 3.000 ευρώ, και για έκαστο από τα εκπροσωπούμενα από τους γονείς τους ανήλικα τέκνα (εκάστη από τις δωδέκατες ενάγουσες, εκάστη από τις δέκατες τέταρτες ενάγουσες και δέκατο έκτο).
Με τις κρίσεις του όμως αυτές το Εφετείο, το οποίο καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας. Διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς προς τούτο αιτιολογίες συνεκτιμώντας για τον καθορισμό τους, τις συνθήκες του ως άνω επισυμβάντος ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του παθόντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα τον δευτέρου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την ηλικία του θανόντος και των μελών της οικογένειάς του, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης με τον θανόντα, το ψυχικό άλγος που αυτοί υπέστησαν, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση ενός εκάστου των ενηλίκων δικαιούχων.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακολούθως τούτων η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους να απορριφθεί ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, η οποία πρέπει, λόγω της ήττας της να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων όλων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Επισημαίνεται ότι δεν θα επιβληθούν σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα για την υπό στοιχ. 6α και 7η των αναιρεσιβλήτων Δ. Φ. του Ν., η οποία δεν παραστάθηκε. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων Δ. Θ. και Μ. Σ..
Απορρίπτει ως προς την τρίτη των αναιρεσειόντων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "… Α.Ε." την από 15-11-2017 αίτηση για αναίρεση α) της 315/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης και β) της 35/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων πλην της υπό στοιχ. 6α και 7 αναιρεσίβλητης Δ. Φ. του Ν., το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ