Legislator Case Law & Legislation
1486/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on alimony claim, ruling detailed student enrollment facts unnecessary in the initial lawsuit.

Case Number 1486/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on alimony support. The appellant argued the lower court erred by accepting the lawsuit as valid despite its lack of specific details regarding the daughter's university enrollment dates and location. The court ruled that the lawsuit contained all legally required elements under the Civil Code and that the missing details were matters for evidence, not admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1485 et seq. of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lawsuit for alimony is admissible if it states the necessary facts for support, and specific details of the student's enrollment are not prerequisites for admissibility.

Keywords

AI generated
alimony support adult child university student admissibility of suit appeal dismissal Civil Code provisions procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 1485 et seq. of the Civil Code
Article 1486 of the Civil Code
Article 1493 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1381/13
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1486 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1486/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1994/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/5/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Aπό την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 2393/15-01-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Κ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπόψη αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του ιδίου, νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, για την παρούσα δικάσιμο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Με τις διατάξεις των άρθρων 1485 επ. ΑΚ ρυθμίζεται η υποχρέωση διατροφής μεταξύ ανιόντων και κατιόντων. Ειδικότερα, με την διάταξη του άρθρου 1486 ΑΚ ορίζεται ότι δικαίωμα διατροφής έχει, εκτός από το ανήλικο και το ενήλικο τέκνο, εφ' όσον το τελευταίο δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεως του. Η διατροφή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην ανάλογη διατροφή ενός ενηλίκου τέκνου που στερείται επαρκών περιουσιακών προσόντων και δεν έχει ακόμα υποχρέωση να εργασθεί, γιατί έχει την πρόθεση να σπουδάσει, περιλαμβάνεται όχι μόνον η δαπάνη για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή του, αλλά και η δαπάνη για την επαγγελματική του εκπαίδευση, θεωρητική ή τεχνική, οποιασδήποτε βαθμίδας, περιλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής (ΑΠ 212/1999).

Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αποτελεί και η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ενώ κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών και, εξαιτίας τούτου, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1057/09).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, μεταξύ άλλων, επί λέξει και τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα γεννήθηκε Α. στις 15.6.1994 από το νόμιμο γάμο του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου με την Ι. Π., ο οποίος (γάμος) έχει λυθεί με την αριθμ. 348/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκκαλούσα, που ήδη είναι ενήλικη, καθόσον διανύει το 20" έτος της ηλικίας της, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2015-2016 εγγράφηκε στο 1° έτος σπουδών του προγράμματος προπτυχιακών σπουδών της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Βρυξελλών. Το ακαδημαϊκό έτος στην εν λόγω σχολή ξεκίνησε την 14η.9.2015 και ολοκληρώνεται στις 13.9.2016 με περιόδους διακοπών από την 21η.12.2015 έως την 3η. 1.2016, από την 28η.3.2016 έως την 10η.4.2016 και από την 4η.7.2016 έως την 14η.8.2016.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών της, η εκκαλούσα επέδειξε ενδιαφέρον, ενθουσιασμό για το εν λόγω αντικείμενο, επένδυσε ιδιαίτερα στις ασκήσεις και κατάφερε να φέρει σε πέρας τις εργασίες της με επιτυχία. Εξαιτίας των σπουδών της και της παρακολουθήσεως των μαθημάτων της στο ως άνω ίδρυμα, καθώς και της ανάγκης για μελέτη και κατάλληλη προετοιμασία, προκειμένου να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις σπουδές της, η εκκαλούσα που είναι υγιής, δεν μπορεί να εργασθεί, ενώ αποδείχθηκε ότι δεν έχει περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή.

Εξάλλου, δεν επιτρέπεται να υποχρεωθεί αυτή, παράλληλα με τις σπουδές της, να ασκήσει βιοποριστικό επάγγελμα προς κάλυψη των δαπανών διατροφής της, αφού είναι βέβαιο ότι η εργασία της θα αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στις σπουδές της και θα της αποστερήσει τη δυνατότητα να αποκτήσει εγκαίρως το πτυχίο της, με δυσμενείς συνέπειες στην περαιτέρω επαγγελματική της αποκατάσταση.

Έτσι, η εκκαλούσα, λόγω των ως άνω σπουδών της, που είναι αναγκαίες, προκειμένου να αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει αργότερα μία θέση στην αγορά εργασίας, δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό της κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και δικαιούται να λαμβάνει διατροφή, σε χρήμα, προκαταβαλλομένη κατά μήνα, από τους υπόχρεους γονείς της, οι οποίοι ενέχονται προς τούτο ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα βαρύνεται με τις δαπάνες στεγάσεώς της, διότι για τις ανάγκες της πανεπιστημιακής της εκπαίδευσης και των σπουδών της εγκαταστάθηκε στην πανεπιστημιούπολη του S. στις Πανεπιστημιακές εστίες της πόλης ..., όπου είναι και η έδρα του ως άνω Πανεπιστημίου, καταβάλλοντος προς τούτο ως μίσθωμα το ποσό των 342 € μηνιαίως, επιβαρύνεται κάθε μήνα και με τις δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, συνολικού ποσού 89 €, αγοράς βιβλίων και υλικών για τις εργασίες της, ποσού 50 €, οι δε λοιπές δαπάνες συντηρήσεως, τροφής, ενδύσεως, μετακινήσεων και ψυχαγωγίας της είναι οι συνήθεις των συνομηλίκων της- συμφοιτητών της.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος εργάζεται ως δικηγόρος -νομικός σύμβουλος στην Π.Α.Ε Ολυμπιακός Σ.Φ.Π. με μηνιαίες καθαρές αποδοχές, ποσού 4.000 €, πλέον επιδομάτων αδείας και δώρων εορτών, τα οποία προσαυξάνουν το εισόδημά του, ενώ είναι και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του E.C.A (European Club Association), γεγονός που του προσδίδει φήμη και κύρος, τα οποία μπορεί να αξιοποιήσει ως ελεύθερος επαγγελματίας, δοθέντος ότι είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με Α.Μ 013330 και ασκεί δικηγορία, διατηρώντας δικηγορικό γραφείο Α.

επί της οδού Φειδίου αρ. 18. Επίσης, ο εφεσίβλητος είναι συγκύριος κατά 50% εξ αδιαιρέτου παλαιών ακινήτων, κατασκευασμένων το 1900, στη νήσο Τήνο, τα οποία όμως δεν αποδείχθηκε ότι του αποφέρουν κάποιο εισόδημα. Άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, κατά το τρέχον έτος δεν αποδείχθηκε ότι έχει ο εφεσίβλητος, έχει δε να αντιμετωπίσει τις ίδιες δαπάνες διατροφής, ένδυσης και ψυχαγωγίας του, ενώ επιβαρύνεται και με τη διατροφή των άλλων τριών ανηλίκων τέκνων του Ιωάννη, ηλικίας 12 ετών και των διδύμων Παρασκευά και Νικήτα-Ευτυχίου ηλικίας 4 περίπου ετών, τα οποία έχει αναγνωρίσει.

Επίσης, ο εφεσίβλητος επιβαρύνεται με την αποπληρωμή δανείων του και πιστωτικών καρτών για τα οποία καταβάλλει μηνιαίως: α) το ποσό των 630€ και β) το ποσό των 618 για δύο (2) στεγαστικά δάνεια, στην Τράπεζα Eurobank, γ) για χρήση πιστωτικών καρτών στην Alpha Bank ποσού 315 και δ) στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ποσού 125 € αντίστοιχα.

Βέβαια, η δαπάνη για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών και των ως άνω πιστωτικών καρτών δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματά του, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της περιουσίας του, η οποία θα πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά τα ποσά των δανείων και της δόσης των πιστωτικών καρτών αντίστοιχα, καθώς και ως στοιχείο προσδιοριστικό των συνθηκών διαβίωσης του, λαμβάνονται υπόψη δε ως μια επιπλέον βιοτική του ανάγκη....

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος οφείλει προς το ασφαλιστικό του ταμείο Ε.Τ.Α.Α/Τ.Π.Δ.Α για ασφαλιστικές εισφορές των ετών 2002 έως και 2011 το συνολικό ποσό των 19.250 €, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι προτίθεται να ρυθμίσει τις οφειλές του αυτές στο προσεχές μέλλον, ούτε και το ύψος των δόσεων, που δύναται να καταβάλλει.

Από την άλλη πλευρά, η μητέρα της εκκαλούσας, δεν εργάζεται πλέον, ενώ στο παρελθόν εργαζόταν σε εμπορικές επιχειρήσεις της ίδιας και της οικογενείας της ως υπεύθυνη marketing, διαμένει δε σε μισθωμένη οικία μαζί με τη μητέρα της και έτσι δεν επιβαρύνεται με τις δαπάνες στεγάσεώς της, τις οποίες καλύπτει η μητέρα της εξ ολοκλήρου από τη σύνταξή της, έχει δε να αντιμετωπίσει τα λειτουργικά έξοδα της εν λόγω κατοικίας, που ανέρχονται κατ' ελάχιστον στο ποσό των 150 € μηνιαίως, καθώς και τις ίδιες δαπάνες διατροφής, ένδυσης και ψυχαγωγίας, ενώ λόγω των γνωριμιών της στο εξωτερικό και της μακρόχρονης εμπειρίας της έχει ικανότητα να εργασθεί και να ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία, έστω και περιστασιακά, δοθέντος ότι είναι υγιής, ικανή και έμπειρη κι ως εκ τούτου μπορεί να αποκομίσει εισόδημα ύψους τουλάχιστον 500€ κατά μέσο όρο το μήνα.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την ανάλογη διατροφή της εκκαλούσας, συγκεκριμένα δε τις ανάγκες της για στέγαση, ένδυση, διατροφή, εκπαίδευση, ψυχαγωγία και την εν γένει συντήρηση της, απαιτούνται, λαμβανομένης υπόψη και της ως άνω εκτεθείσας οικονομικής δυνατότητας των δύο γονέων της, το ποσό των 900 €.

Από το συνολικό αυτό ποσό ο εφεσίβλητος - πατέρας της είναι σε θέση, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας της, να καλύψει το ποσό των επτακοσίων (700) € μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό των διακοσίων (200) € μηνιαίως, που είναι αναγκαία για τη διατροφή της, βαρύνει τη μητέρα της εκκαλούσας, με την παροχή σε χρήμα, από το προαναφερόμενο εισόδημά της, ως έχουσα, κατά νόμο, συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων της υποχρέωση διατροφής της σύμφωνα με όσα εκτενώς έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, κατά μερική παραδοχή της σχετικής νόμιμης (κατ' άρθρο 1489 επ.

ΑΚ) έντασης συνεισφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Ενόψει των περιστατικών αυτών, που αποδείχθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, αφού γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις οριστικές της διατάξεις, και το παρόν Δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.), αφού κρατήσει και δικάσει την υπό κρίση αγωγή κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 Κ..Πολ.Δ.), να δεχθεί αυτή (την αγωγή) κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεώσει τον εναγόμενο-εφεσίβλητο να καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα το ποσό των επτακοσίων (700€), προκαταβλητέο στην αρχή κάθε μήνα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2016, οπότε ολοκληρώνονται οι σπουδές της, με το νόμιμο τόκο...".

Με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι προβλεπόμενες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνίστανται στο ότι το Εφετείο συνήγαγε το προαναφερθέν πόρισμά του, αφενός, κατά παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1485, 1486 παρ. 1 και 1489 παρ. 2 του ΑΚ, διότι, καθ' α διατείνεται, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη σπούδαζε στο αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλοδαπό, εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά ούτε και σε κανένα άλλο (559.

Αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και, αφετέρου, διότι στην απόφασή του δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες, αφού η αναιρεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, οι σπουδές της στο εξωτερικό και οι χρόνοι ενάρξεως και λήξης τους στην αλλοδαπή. Οι λόγοι αυτοί, όμως, πρέπει ν' απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφού, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.

Και τούτο, ανεξαρτήτως της, σε κάθε περίπτωση, αβασιμότητάς τους, αφού, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 1486 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αυτό δέχθηκε ότι η, ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, διανύουσα, τότε, το 20ο έτος της ηλικίας της είχε εγγραφεί στο πρώτο έτος σπουδών του προγράμματος προπτυχιακών σπουδών της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Βρυξελλών και ότι επέδειξε ενδιαφέρον να φέρει σε πέρας τις εργασίες της με επιτυχία.

Ότι αυτή δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό της, αφού στερείται οποιασδήποτε περιουσίας ούτε, παρότι είναι υγιής, μπορεί να έχει εισοδήματα από εργασία κατάλληλη για την ηλικία της, λόγω των αναγκών της εκπαιδεύσεώς της και δη της παρακολουθήσεως στο ανωτέρω εκπαιδευτικό ίδρυμα των σπουδών της, κατά το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα και, περαιτέρω, προσδιόρισε την διατροφή της, σύμφωνα με το άρθρο 1493 ΑΚ, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν όλα όσα είναι αναγκαία για την συντήρησή της και την επαγγελματική της εκπαίδευση, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού οι ως άνω διαλαμβανόμενες σ' αυτήν αιτιολογίες είναι επαρκείς, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως. (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 22/2005). Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, θυγατέρας του, ήδη αναιρεσίβλητης, ότι κατά τον επίμαχο χρόνο ήταν φοιτήτρια στο προαναφερθέν αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα, χωρίς αυτή να έχει προσκομίσει, προς τούτο, κανένα αποδεικτικό έγγραφο, δεν ιδρύεται, διότι τα όσα αυτός επικαλείται συνιστούν αιτιάσεις, που, υπό το πρόσχημα της επικαλουμένης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/12, 176/11, 1/08).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι αυτό δέχθηκε τον ισχυρισμό της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας ότι είναι φοιτήτρια σε αλλοδαπό Πανεπιστήμιο, χωρίς να προκύπτει τούτο από κάποιο, προσκομισθέν, απ' αυτή, αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για την συναγωγή του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος και συγκεκριμένα "...την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και από το σύνολο των εγγράφων, που προσκομίζονται νόμιμα και με επίκληση από τους διαδίκους, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 339 σε συνδ. με άρθρο 395 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)...".

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 1381/13).

Ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο και τελευταίο αναιρετικό του λόγο, μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από την προαναφερθείσα καθώς και αυτή από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης πλημμέλεια, αφού δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, αντί, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς του, την οποία αυτός είχε προβάλει, παραδεκτώς, τόσο σ' αυτό όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να την απορρίψει, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς σ' αυτήν του ακριβούς χρόνου εγγραφής της αντιδίκου, θυγατέρας, του στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου ..., του χρόνου ενάρξεως της φοίτησής της σ' αυτό, του ακριβούς τόπου διαμονής της στην παραπάνω πόλη, του συνολικού χρόνου σπουδών της εκεί, των μαθημάτων παρακολούθησης και, τέλος, ότι παρακολουθεί αυτή τα μαθήματα του κύκλου σπουδών της.

Από την, παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1485, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1486 - 1502 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 118 ΚΠολΔ, αφού ιστορείται σ' αυτήν ότι η, ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα έχει εγγραφεί και σπουδάζει στο αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή), αλλοδαπό, εκπαιδευτικό ίδρυμα, αναφέρονται, λεπτομερώς, οι απαιτούμενες δαπάνες της για τροφή, στέγαση και κάθε άλλο απαραίτητο για την επιβίωσή της, καθώς και η δαπάνη για την πανεπιστημιακή της εκπαίδευση. Άλλα, πλην των ανωτέρω, στοιχεία δεν ήταν αναγκαία να διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή και δη τα, ως άνω, αναφερόμενα στον υπόψη αναιρετικό λόγο, τα οποία αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως.

Συνακόλουθα, ο προαναφερθείς, λόγος της ένδικης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει παράπονο για μη κήρυξη ακυρότητας της ένδικης αγωγής λόγω, ποιοτικής και ποσοτικής, αοριστίας της, που προσήκει αληθώς, στον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όχι δε και σ' αυτόν από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης, που, επιπροσθέτως, αποδίδει, ως άλλη πλημμέλεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου και αναφερόμενες στην εκτίμηση απ' αυτό των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων αποδείξεων, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Συνακόλουθα, μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα, όμως, δεν πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, γιατί η αναιρεσίβλητη, που νίκησε, απουσίασε και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της υπόψη αίτησης αναίρεσης (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/05/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1994/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις

16 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ