Supreme Court dismisses appeal and orders fee forfeiture due to defendant's failure to appear and pay court fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant failed to appear at the hearing, while the opposing parties were properly summoned but also absent, leading the court to examine the case ex officio. Furthermore, the appellant had not paid the required court fee, which the court ordered to be forfeited to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(3) and 260(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the case ex officio if a summoned party fails to appear, and proceedings are inadmissible if a party in a joint appeal is not properly summoned or represented, while failure to pay court fees results in automatic inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1486/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γ. Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2983/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4754/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η 1η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γ. Κοντός, ανέγνωσε την από 12-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013,"1. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ‘ Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο ‘ Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου κατά το άρθρο 260 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση , η συζήτηση ματαιώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 17-12-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4754/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως, ορισθείσα αρχικώς για την δικάσιμο της 26-10-2015, ματαιώθηκε λόγω απουσίας των διαδίκων. Ακολούθως, με την από 29-10-2015 κλήση του αναιρεσείοντος η αίτηση αναιρέσεως επανεισήχθη προς συζήτηση και ορίσθηκε δικάσιμος η 30-5-2016, κατά την οποία η συζήτηση ανεβλήθη, λόγω αποχής των δικηγόρων, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και επομένως πρέπει ως προς αυτούς να θεωρηθεί ματαιωμένη η συζήτηση. Περαιτέρω δε, εφόσον πρόκειται περί απλής μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ομοδικίας, η υπόθεση πρέπει να χωρισθεί και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς την νομίμως παρισταμένη πρώτη αναιρεσίβλητη και τον αναιρεσείοντα, που θεωρείται ωσεί παρών, αφού ο ίδιος, κατά τα προλεχθέντα, επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, δεδομένου ότι με κλήση του ορίσθηκε η δικάσιμος της 30-5-2017, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης τοιαύτη.
Επειδή, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου " ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται". Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί όμως αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος.
Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (κυρ.
ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.
ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων και με σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητος του κατηγορουμένου. Εξάλλου με το π.δ. 77/2003 (Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών -δημοσιογραφικών -πολιτικών εκπομπών) ορίζονται και τα εξής: "Η μετάδοση των γεγονότων πρέπει να είναι αληθής, ακριβής και όσο είναι δυνατό πλήρης...(άρθρο 5 παρ.1).
Η ιδιωτική ζωή όλων...είναι σεβαστή και απαραβίαστη..(άρθρο 6). Δεν πρέπει να μεταδίδονται πληροφορίες χωρίς να έχουν ελεγχθεί... (άρθρ.8 παρ.1). Τα πρόσωπα που καλούνται σε δημόσια συζήτηση, ενημερώνονται εγκαίρως σχετικά με τους όρους διεξαγωγής της εκπομπής και τα πρόσωπα των λοιπών συμμετεχόντων σε αυτή... , η επαγγελματική τους δραστηριότητα και το δικαίωμα έκφρασής τους... (άρθρο 9).
Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του γίνεται σεβαστή και συνεπώς δεν προεξοφλείται το αποτέλεσμα της δίκης ούτε οι κατηγορούμενοι αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, ως ένοχοι. Ο φερόμενος ως δράστης δεν πρέπει να αναφέρεται με απαξιωτικούς για το πρόσωπό του χαρακτηρισμούς, ούτε γίνεται αναφορά σε αυτόν με μοναδικό προσδιορισμό την εθνοτική του καταγωγή ή το θρήσκευμά του.
Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην εκάστοτε ισχύουσα οικεία νομοθεσία, δεν επιτρέπεται η αναφορά ονομάτων ή άλλων στοιχείων δηλωτικών της ταυτότητας καθώς και η χρησιμοποίηση εικόνων προσώπων που θεωρούνται ύποπτοι τέλεσης εγκλημάτων (άρθρ.11 παρ.1 και 5). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση δε αυτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ.
παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.), στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του άρθρου 920, που ορίζει ότι : "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας , υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη , το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου , έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση , που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361,362 και 363 του Π.Κ. Εξ άλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχει εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου".
Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ.1 στοιχ.β’ του ν.2328/1995, "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ, κατά το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου ν.2328/1995, "Στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί.
Στα κατά το ν.1178/1981 "δημοσιεύματα" περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος των ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει, για οποιοδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη παραγωγού, δημοσιογράφου συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής κλπ, δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του εκδότη, ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, δεν θεμελιώνεται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, που ενδεχομένως έχει προσβληθεί (Α.Π. 627/2011, 1904/2008) Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27/1998, Α.Π.1186/2009). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Στις 26-2-2006...προβλήθηκε από τον περιφερειακής εμβέλειας ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό "...", ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου), η ενημερωτική εκπομπή με τον τίτλο "... ...", υπεύθυνος, συντονιστής και παρουσιαστής της οποίας, ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) δημοσιογράφος.
Μεγάλο τμήμα της ως άνω εκπομπής, αφορούσε δημοσιογραφική έρευνα σχετικά με κύκλωμα πλαστογραφίας, στο οποίο φέρεται ότι συμμετείχαν και δικαστικοί λειτουργοί και το οποίο διερευνούσε ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γ. Σ., εξ αφορμής και της από 17-1-2006 έγγραφης αναφοράς - καταγγελίας του Γ. Χ., στην οποία υποστήριζε ότι υπήρξε μέλος του κυκλώματος και ότι είχε καταθέσει ψευδώς σε διάφορες δίκες, με την προτροπή του ενάγοντος.
Για το προαναφερόμενο θέμα...καλεσμένοι της εκπομπής, στην οποία και συμμετείχαν, ήταν ο Γ. Χ. και Β. Σ., στα πλαίσια δε της παρουσίασής τους προβλήθηκε 5λεπτο ρεπορτάζ που επιμελήθηκε και παρουσίασε η Ρ. Κ., με την προβολή συνεντεύξεων δύο ακόμη αγνώστων προσώπων, τα οποία επίσης κατήγγειλαν μεγάλο κύκλωμα πλαστογραφίας με τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών (αναφέρθηκαν τα ονοματεπώνυμα της Α.
Η. και του Η. Κ.) και επιχείρησαν μαζί με τον Γ. Χ. και Β. Σ. να συνδέσουν τον θάνατο του πατέρα του τελευταίου που ήταν κρατούμενος στις φυλακές Ιωαννίνων, με τον εγκέφαλο του κυκλώματος, με τον οποίο ο θανών φέρεται να συνδεόταν επαγγελματικά. Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της εκπομπής, προβλήθηκαν στις τηλεοπτικές οθόνες οι υπότιτλοι "..." και "...", ενώ κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, προβλήθηκαν δύο ακόμη υπότιτλοι, "... " και "...".
Μετά την προβολή του βιντεοσκοπημένου ρεπορτάζ, ο δεύτερος εναγόμενος, απευθυνόμενος στο τηλεοπτικό κοινό, ανέφερε τα εξής : "Λοιπόν, ακούσατε το αποκαλυπτικό βίντεο, είδατε υπάρχει και θάνατος, σκοτώθηκε μόνος του, πέθανε από φυσικό θάνατο, τον σκοτώσανε, συνήθως στις φυλακές... Θέλω να πάω όμως στον κ.
Χ., κ. Χ. είσαστε μέσα στο κόλπο, ναι ; ". Στο διάλογο που επακολούθησε, ο Γ. Χ., ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων, ότι υπήρξε μέλος του κυκλώματος πλαστογραφίας, ότι με την προτροπή του αρχηγού του κυκλώματος κατέθεσε ψευδώς ως μάρτυρας σε πέντε δίκες ..., ότι στο κύκλωμα εμπλέκονταν δημόσιοι και δικαστικοί λειτουργοί (ανέφερε τα επίθετα του αστυνομικού διευθυντή Κ.
και του Εισαγγελέα Εφετών Π.) και ότι ο αρχηγός του κυκλώματος επεδίωξε να σκοτώσει μέσα στις φυλακές Ιωαννίνων τον πατέρα του Β. Σ. που ήταν κρατούμενος, γιατί γνώριζε πολλά για τις ενέργειές του, ως μέλος του ιδίου κυκλώματος και του δημιουργούσε προβλήματα, γεγονός που υποστήριξε και ο Β. Σ., ο οποίος, περιοριζόμενος αποκλειστικά και μόνο σε θέματα σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του, αρνήθηκε τη συμμετοχή του τελευταίου στο κύκλωμα, υπονόησε ότι δεν απεβίωσε από φυσικά αίτια...και ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι μετά τον θάνατό του, τα μέλη του κυκλώματος εκβίαζαν και απειλούσαν τον ίδιο και την οικογένειά του.
Μάλιστα, για την υπόθεση της Β. Ν., ο δεύτερος εναγόμενος, στο μέσον περίπου της εκπομπής, ανέφερε τα εξής : "Ξέρετε, αυτή η υπόθεση με έχει συγκινήσει. Όχι γι’ αυτά που γίνονται, γιατί στην Ελλάδα θα γίνονται και θα ξαναγίνονται. Ένα από τα θύματα του κυκλώματος είναι η Β. Ν., παλιά παρουσιάστρια. Έχουμε δουλέψει και μαζί....με την Ε.
Σ.... Λοιπόν και έχασε και το σπίτι της, μια μονοκατοικία και εργοστάσια, καταστράφηκε". Κατά τη διάρκεια της εκπομπής και του διαλόγου μεταξύ των συμμετεχόντων, το επίθετο του ενάγοντος, αναφέρθηκε δύο φορές, αποκλειστικά και μόνο από τον Γ. Χ.. Πλέον συγκεκριμένα, μεταξύ του δεύτερου εναγομένου, του Β. Σ.
και του Γ. Χ., έγινε ο ακόλουθος διάλογος: "Δεύτερος εναγόμενος : Ο πατέρας σας πήγε φυλακή. Β. Σ. : Μάλιστα. Δεύτερος εναγόμενος : Ήτανε στο κύκλωμα; Συγγνώμη που είναι σκληρές οι ερωτήσεις, αλλά εγώ δεν είναι ούτε να υποστηρίζω τη μια πλευρά ούτε την άλλη... Ήτανε στο κύκλωμα ; Β. Σ. : Όχι, όχι. Απλά τους γνώριζε.
Δεύτερος εναγόμενος: Πώς έτσι; Όποιον αυτοί γνωρίζουνε, τον τρώνε; Β. Σ. : Όχι, ο πατέρας μου γνώριζε κάποια πράγματα εις βάρος αυτωνών... Δεύτερος εναγόμενος : Έτσι τα γνώριζε, από μόνος του ; Τι ήταν, αστυνομικός ; Β. Σ. : όχι, δεν ήταν αστυνομικός ... Απλά ήξερε κάποια πράγματα για τα δικαστικά και για τις ... Δεύτερος εναγόμενος :
Τι ήξερε, ήταν ή δεν ήταν ; Γ. Χ. : Όχι μόνο ήταν, το ξέρει κι ο γιός του (εν. τον Β. Σ.) και θα’ χει το θάρρος να το πει γιατί είναι λεβεντόπαιδο. Αυτός (εν. τον αρχηγό του κυκλώματος) εκβίαζε και τη Ν. και Ρ. (ενάγοντα) και το γνωρίζει (εν. ο Β. Σ.)". Από το απόσπασμα αυτό του διαλόγου, προκύπτει ότι, ο Γ. Χ., ενέπλεξε πράγματι το επίθετο του ενάγοντος στο κύκλωμα πλαστογραφίας, πλην όμως, απέδωσε στον τελευταίο την ιδιότητα του θύματος και όχι του θύτη.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι με το ως άνω απόσπασμα της τηλεοπτικής εκπομπής, προσβλήθηκε στα στοιχεία της προσωπικότητάς τους κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος, αφού η προαναφερόμενη φράση του Γ. Χ., την οποία κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή φέρεται να υιοθέτησε ο δεύτερος εναγόμενος, δεν αποτελεί ισχυρισμό για το πρόσωπο του ενάγοντος που να μπορεί να χαρακτηρισθεί αντικειμενικά και υποκειμενικά ως απλή ή συκοφαντική δυσφήμιση (άρθρ. 362, 363 του ΠΚ), καθότι για τη στοιχειοθέτηση των εν λόγω εγκλημάτων, η τέλεση των οποίων αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρ. 914, 919, 920 του ΑΚ), απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ψευδών γεγονότων σε βάρος άλλου, πρόσφορων να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του και εν γνώσει της αναλήθειάς τους κατά περίπτωση, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει, κατά τα προεκτεθέντα, εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ο ενάγων, εμφανίζεται στην ένδικη αγωγή του ως θύμα εκβιασμού, ιδιότητα που του αποδόθηκε με το εν λόγω απόσπασμα του διαλόγου και από τον Γ.
Χ.. Περαιτέρω, προς το τέλος της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής που αφορούσε το θέμα του κυκλώματος πλαστογραφίας και λίγο πριν την ολοκλήρωσή του, μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και του Γ. Χ., έγινε ο ακόλουθος διάλογος : "Δεύτερος εναγόμενος : ... Παρακαλώ κ. Χ., κάτι θέλετε να πείτε πριν κλείσουμε. Γ. Χ. Μάλιστα, θα αναφέρω ένα...
χαρακτηριστικό περιστατικό, του πρώην, δεν αναφέρω όνομα, μείνετε ήσυχος κ. Κ., του πρώην αστυνομικού διευθυντή 96-97. Δεύτερος εναγόμενος :Μάλιστα. Γ. Χ. : Πόσο σκληροτράχηλος και πόσο καθοδηγητήριος ήταν απ’ τον Ν. Ρ. (ενάγοντα), αυτόν δεν υπάρχει λόγος ... Δεύτερος εναγόμενος : Όχι, όχι, γιατί να το πείτε (εν.
το όνομα του ενάγοντος)". Από το απόσπασμα αυτό του διαλόγου και με δεδομένο ότι η πρόταση του Γ. Χ. δεν ολοκληρώθηκε, αλλά διακόπηκε με παρέμβαση του δεύτερου εναγομένου, προκύπτει ότι, η αναφορά στο επίθετο του ενάγοντος, συνιστά έκφραση γνώμης και αξιολογικής κρίσης που εντασσόταν στην υποκειμενική εκτίμηση που είχε ο αναφέρων (Γ.
Χ.) για το πρόσωπο του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη του ότι, η ως άνω φράση, δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε γεγονός, δηλαδή με συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου, παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης ή με κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά ή σχέση, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, ώστε να συνιστά γεγονός, κατά την έννοια του νόμου.
Επομένως, δεν συντρέχουν εν προκειμένω τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας (άρθρ. 914, 919, 920 του ΑΚ), με την ειδικότερη μορφή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της δυσφήμισης, απλής ή συκοφαντικής που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος αβάσιμα ισχυρίζεται.
Η ως άνω όμως φράση, την οποία εξέφερε ο Γ. Χ., στοιχειοθετεί την εκ μέρους του τέλεση της αξιόποινης πράξης της εξύβρισης (άρθρ. 361 του ΠΚ) σε βάρος του ενάγοντος, καθότι ενείχε κατά την κοινή αντίληψη το στοιχείο της κοινωνικής και ηθικής απαξίας για το πρόσωπό του και προσέβαλε την προσωπικότητά του, αφού ο ενάγων, παρουσιάστηκε (από τον αναφέροντα) ως άτομο "σκληροτράχηλο" και "καθοδηγητήριο.
Περαιτέρω, από το σύνολο του διαλόγου μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και του Γ. Χ., κατά την εκφορά του οποίου αναφέρθηκε και το επίθετο του ενάγοντος και από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, δεν αποδείχθηκε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά την διάρκεια της επίμαχης τηλεοπτικής ενημερωτικής, με πρόθεση παρουσίασε τον ενάγοντα ως τον πρωταγωνιστή του κυκλώματος πλαστογραφίας και τον εμφάνισε στο τηλεοπτικό κοινό, ως άτομο ανήθικο και διαπλεκόμενο, όπως ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού τα ανωτέρω, αποτελούσαν προϊόν καταγγελίας του Γ.
Χ.. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του τηλεοπτικής εκπομπής, παρόλο που αντιλήφθηκε την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους του Γ. Χ., αντιπαρήλθε σιγή τα σε βάρος του (ενάγοντος) καταγγελλόμενα και έτσι εμφανίστηκε στους τηλεθεατές να τα επιδοκιμάζει, άλλως να τα υιοθετεί, με αποτέλεσμα να προσβάλει και αυτός με πρόθεση την προσωπικότητά του, όπως ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται.
Και τούτο, διότι, ανεξάρτητα από την αναλήθεια ή μη των καταγγελλομένων εκ μέρους του Γ. Χ. και της τυχόν υπαιτιότητας που τον βαρύνει για την προσβολή της προσωπικότητάς του ενάγοντος, από την όλη στάση του δεύτερου εναγομένου καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής, αποδείχθηκε ότι αυτός, ούτε υιοθέτησε, ούτε αποδέχθηκε, ούτε σχολίασε τις ως άνω καταγγελίες.
Χαρακτηριστική μάλιστα προς τούτο, είναι η φράση που απηύθυνε στον Γ. Χ., "Ακούστε, έχετε υπόψη σας ότι δεν υιοθετώ τίποτα απ’ αυτά που λέτε. Επειδή η υπόθεση έχει πάει στον κ. Σ.... δεν υιοθετώ απολύτως τίποτα". Εξάλλου, μετά τη δεύτερη αναφορά του Γ. Χ. στο επίθετο του ενάγοντος, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι έτσι ταυτοποιήθηκε ο τελευταίος από ορισμένους τηλεθεατές ή από τον κοινωνικό του περίγυρο, ως ο πρωταγωνιστής του κυκλώματος πλαστογραφίας, ο δεύτερος εναγόμενος, έσπευσε να διακόψει τον καταγγέλλοντα και να αποκαταστήσει τον ενάγοντα, με τη φράση "Όχι, σας παρακαλώ πάρα πολύ.
Ο κύριος που αναφέρατε είναι αθώος, δεν έχει διωχθεί, δεν έχει καταδικασθεί, έτσι ; Είναι αθώος και να το ξεκαθαρίσουμε", έθεσε δε τον καταγγέλλοντα προ των ευθυνών του, υποδεικνύοντας σ’ αυτόν "να πάει στον κ. Σ.". Ούτε άλλωστε οι προεκτεθείσες αναφορές του δεύτερου εναγομένου, στις περιπέτειες της Β. Ν. που κατά τον καταγγέλλοντα Γ.
Χ. είχε πέσει θύμα πλαστογραφίας και είχε απωλέσει την περιουσία της, καθώς και στο θάνατο του πατέρα του Β. Σ. στις φυλακές Ιωαννίνων, που κατά τους καταγγέλλοντες Γ. Χ. και Β. Σ. δεν προήλθε από φυσικά αίτια, όπως παρουσιάστηκε ως επίσημη εκδοχή, προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού τα γεγονότα που περιείχοντο στις αναφορές αυτές, των οποίων η αναλήθεια ή μη δεν αποδείχθηκε από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, εκφέρθηκαν από τον δεύτερο εναγόμενο, όχι υπό μορφή ειδήσεων, δηλαδή πληροφοριών που αναφέρονταν σε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις που μπορούσαν κατά το χρόνο της υποστήριξης ή της διάδοσής τους να εκθέσουν σε κίνδυνο την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά προς ενημέρωση των τηλεθεατών σε σχέση με το περιεχόμενο των καταγγελιών, δεν συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα από τον δεύτερο εναγόμενο με το πρόσωπο του ενάγοντος ή με οποιαδήποτε άλλη υπαινικτική συμπεριφορά ή αρνητική υπόνοια ή δήλωση για το άτομό του, δεν υιοθετήθηκαν από αυτόν, ούτε άλλωστε από το περιεχόμενο των ως άνω αναφορών, είχαν τη δυνατότητα οι τηλεθεατές ή τα άτομα του περιβάλλοντος του ενάγοντος να τον συνδέσουν με το κύκλωμα πλαστογραφίας, εφόσον αυτό υφίστατο.
Εξάλλου, δηλωτικό στοιχείο της έλλειψης υποκειμενικής κακόβουλης πρόθεσης του δεύτερου εναγομένου να προσβάλει ειδικώς την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής του αξίας ή με περιφρόνηση αυτού, είναι και το ότι, κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής, διέκοπτε και επέπληττε συνεχώς τον Γ.
Σ., προς τον οποίο είχε επισημάνει κατ’ επανάληψη να μην αναφέρεται σε ονόματα, με τις χαρακτηριστικές φράσεις, "Μη, μη, μη μου λέτε ονόματα", "Όχι, όχι, όχι στην εκπομπή τη δική μου ονόματα, τα ονόματα είναι για τη Δικαιοσύνη, σας παρακαλώ πολύ, κανείς ονόματα. Αν θέλετε να συνεχίσουμε", "Σταματάει, σταματάει η εκπομπή, σας παρακαλώ πολύ, όχι", "Όχι, όχι κ.
Χ., δε θα’ ρχεστε εδώ να παίζετε, να κάνετε σόου εδώ", "Σας παρακαλώ πολύ, δεν θα σας δώσω εγώ βήμα να ... ξεκαθαρίσετε τις διαφορές σας". Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος και ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι οι εναγόμενοι και ιδίως ο δεύτερος από αυτούς, παραβίασε τη δημοσιογραφική του υποχρέωση για προκαταβολική έρευνα της ακρίβειας της είδησης που επρόκειτο να μεταδώσει, καθώς και των καταγγελιών του Γ.
Χ., κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι, δεν αποδείχθηκε κατά τα προεκτεθέντα η εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου μετάδοση οποιοσδήποτε είδησης σχετικά με τον ενάγοντα, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, είχε τη δυνατότητα να διερευνήσει εκ των προτέρων, την αναλήθεια ή μη των καταγγελιών του Γ.
Χ., έργο το οποίο είχε αναλάβει ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όπως κατ’ επανάληψη τόνισε κατά τη διάρκεια της εκπομπής του, ούτε άλλωστε είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει εκ των προτέρων το ακριβές περιεχόμενο του λόγου του καταγγέλλοντος Γ. Χ., ο οποίος εκφέρθηκε στον αέρα και στο πλαίσιο της ρέουσας μετάδοσης της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής.
Το γεγονός δε ότι εξ αφορμής της από 17-1-2006 αναφοράς - καταγγελίας του Γ. Χ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ασκήθηκε στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθμ. ΕΠ ...-6-2006 παραγγελίας του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ποινική δίωξη σε βάρος του τότε Εισαγγελέα Εφετών Ε. Π. και σε βάρος του ενάγοντος, για τις αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή, αντίστοιχα (για τις λοιπές καταγγελθείσες σε βάρος του ενάγοντος πράξεις δεν παραγγέλθηκε η άσκηση ποινικής δίωξης) και για τις οποίες τελικώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το με αριθμ. 1676/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ούτε από το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα στον δεύτερο εναγόμενο, έστω και υπό τη μορφή της ελαφράς αμέλειας, διότι όση επιμέλεια και αν αυτός κατέβαλε κατά τον επίδικο χρόνο, δεν μπορούσε να υπερκεράσει την εισαγγελική αρχή για να διαπιστώσει τελικά την ύπαρξη ή μη ευθύνης του ενάγοντος για τις καταγγελλόμενες σε βάρος του αξιόποινες πράξεις...Προσέτι, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος και ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι το περιεχόμενο των καταγγελιών του Γ.
Χ. αποτελούσε αντικείμενο έρευνας εκ μέρους του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προς τον οποίο ο καταγγέλλων είχε καταθέσει την ταυτόσημη από 17-1-2006 έγγραφη αναφορά του, εν τούτοις προέβη στη δημοσιοποίησή τους με τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στην εκπομπή του, πλήττοντας με την ενέργειά του αυτή το τεκμήριο της αθωότητάς του (ενάγοντος) και συνακόλουθα προσβάλλοντας την προσωπικότητά του, δοθέντος και του ότι αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απηλλάγη των σε βάρος του καταγγελιών, δυνάμει της με αριθμ. ...-6-2006 αμετάκλητης διάταξης του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου.
Και τούτο, αφενός μεν διότι, κατά το χρόνο προβολής της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, ο ενάγων δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αφού με τη με αριθμ. ΕΠ ...-2-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργείτο από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκαταρκτική εξέταση και δεν είχε ασκηθεί καμία ποινική δίωξη σε βάρος ουδενός, ο δε δεύτερος εναγόμενος, δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο της αναφοράς - καταγγελίας που είχε υποβάλλει ο Γ.
Χ. τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αφετέρου δε και σε κάθε περίπτωση διότι, ο δεύτερος εναγόμενος, δεν προέβη σε ουδεμία δημοσιοποίηση του ονόματος του ενάγοντος και δεν επιχείρησε να τον ταυτοποιήσει, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι είχε τέτοια πρόθεση, αλλά αντίθετα, αποδείχθηκε ότι χειρίστηκε και παρουσίασε την όλη υπόθεση του καταγγελθέντος κυκλώματος πλαστογραφίας με κάθε επιφύλαξη, διακριτικότητα και σεβασμό σε σχέση με τα εμπλεκόμενα από τον Γ.
Χ. πρόσωπα, όταν δε ο τελευταίος ανέφερε στον αέρα το επίθετο του ενάγοντος, ο δεύτερος εναγόμενος, αντέδρασε άμεσα και έσπευσε, κατά τα προεκτεθέντα, να αποκαταστήσει την τιμή και την υπόληψή του, έτσι ώστε, δεν μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτόν κακόβουλη πρόθεση προσβολής του άμεσου και απόλυτου δικαιώματος της προσωπικότητας του ενάγοντος, στον ατομικό και επαγγελματικό του χώρο, όπως ο τελευταίος αβάσιμα ισχυρίζεται.
Τέλος και αναφορικά με τους υπότιτλους που προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της εκπομπής αλλά και του βιντεοσκοπημένου ρεπορτάζ, δεν αποδείχθηκε πρόθεση του δεύτερου εναγόμενου να συνδέσει τον ενάγοντα με το κύκλωμα πλαστογραφίας, όπως αυτός (ενάγων) αβάσιμα ισχυρίζεται, διότι, οι ως άνω υπότιτλοι δεν περιείχαν αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος ούτε συνδέθηκαν με αυτό, ούτε άλλωστε παρουσιάστηκε κάποιο στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του που να τον εξατομικεύει, ώστε κατ’ αντικειμενική κρίση να μπορούσαν οι τηλεθεατές ή τα άτομα του κοινωνικού του περιβάλλοντος, με βάση τους υπότιτλους, να τον ταυτοποιήσουν, αλλά προβλήθηκαν προς ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού για το περιεχόμενο της εκπομπής που θα ακολουθούσε.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι κατά τη διάρκεια της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, ο δεύτερος εναγόμενος αδικοπράγησε σε βάρος του ενάγοντος, όντας υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της δυσφήμισης, απλής ή συκοφαντικής και της εξύβρισης (άρθρ. 362, 363, 361 του ΠΚ), καθώς και της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητάς του (άρθρ. 6 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), η τέλεση των οποίων αποτελεί και αδικοπραξία (άρθρ. 914, 919, 920 του ΑΚ) και συνακόλουθα εφόσον δεν αποδείχθηκε οποιοσδήποτε μορφής προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος από τις ως άνω αιτίες, δεν ενεργοποιείται δε ως εκ τούτου και η γνήσια αντικειμενική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού από τον οποίο προβλήθηκε η επίμαχη εκπομπή, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, παρελκομένης της εξέτασης της ερειδομένης στο άρθρο 367 παρ. 1 περ.
γ του ΠΚ ένστασης των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα των ανωτέρω πράξεων λόγω δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και της ερειδομένης στο άρθρο 367 παρ. 2 αντένστασης του ενάγοντος περί ύπαρξης ειδικού σκοπού εξύβρισης, που νομότυπα επαναφέρονται, η μεν πρώτη με τις προτάσεις των εφεσιβλήτων...προς απόκρουση της έφεσης και προς υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης....η δε δεύτερη με το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης του εκκαλούντος....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, απέρριψε την κατά της αποφάσεως αυτής έφεση του αναιρεσείοντος. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Συντάγματος, 6 και 10 της ΕΣΔΑ 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσείοντος, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και δη δυσφήμηση, απλή ή συκοφαντική , εξύβριση ή προσβολή του τεκμηρίου αθωότητος του αναιρεσείοντος, όπως ο τελευταίος αβασίμως διατείνεται.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος, δέκατος ένατος, κατά το δεύτερο μέρος του , εικοστός, κατά το δεύτερο μέρος του, εικοστός πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, εικοστός τρίτος και εικοστός πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ.
λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 914, 920, 922, 926 και 932 του Α.Κ., 361, 362 και 363 του Π.Κ, 2 παρ, 1 του ν. 1178/1981, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, 14 παρ.1 και 2 του ΔΣΑΠΔ και 5,6, 8, 9 και 11 του π.δ. 77/2003, τυγχάνουν αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί της αβασιμότητος των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητος αυτού με αδικοπραξία (δυσφήμηση, εξύβριση, προσβολή του τεκμηρίου αθωότητος) του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή.
Επομένως ο περί του αντιθέτου εικοστός τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με την παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων τούτων τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008).
Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως. Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989).
Περαιτέρω , κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η αγωγή, η ανταγωγή , η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση , η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., η μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (A.Π. 845/2009, A.Π. 567/2009, Α.Π. 483/2011, 1304/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να αποφανθεί επί των τετάρτου, ενάτου και δεκάτου τρίτου λόγων της εφέσεώς του που εστηρίζοντο αντιστοίχως επί των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2 του ΔΣΑΠΔ (τεκμήριο αθωότητος), 366 παρ. 2 Π.Κ. (απόδειξη αναληθείας των κατ’ αυτού καταγγελιών και βασιμότητος της κυρίας βάσεως της αγωγής του) και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφήνοντας συνάμα αδίκαστη και την ενσωματωμένη σε κάθε λόγο αυτοτελή αίτησή του για εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλουν αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ., είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτοι, καθόσον οι περιεχόμενοι στους φερομένους ως αγνοηθέντες λόγους εφέσεως ισχυρισμοί περί νομικών και πραγματικών πλημμελειών της πρωτοδίκου αποφάσεως δεν συνιστούν "αίτηση" υπό την προεκτεθείσα του όρου τούτου έννοια και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο δεν στοιχειοθετεί την αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια.
Εξάλλου καθόσον αφορά το έτερο σκέλος των οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες λόγοι εφέσεως ερευνήθησαν από το Εφετείο και απερρίφθησαν, εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Αξίζει δ’ επί πλέον να λεχθεί ότι υπό την επίκληση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, οι συγκεκριμένοι λόγοι αναιρέσεως , όπως άλλωστε και οι αμέσως κατωτέρω ερευνώμενοι συναφείς αναιρετικοί λόγοι, πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του Εφετείου που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ.α’ και β’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (Α.Π. 914/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.9 περ.α’ και β’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της επιδικάσεως μη αιτηθέντος και σε κάθε περίπτωση πλέον του αιτηθέντος, υπό την έννοια ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος εχώρησε στην απόρριψη της ενδίκου αγωγής τούτου, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της αγωγής εντάσσεται στην δικαιοδοτική εξουσία του δικαστηρίου χωρίς να είναι αναγκαία η υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους του εναγομένου. Σε κάθε περίπτωση δε ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με την πρωτόδικη απόφαση, το δε Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την κατά της αποφάσεως αυτή έφεση του αναιρεσείοντος, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Περαιτέρω με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ ορθή υπαγωγή, η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 9 του ιδίου άρθρου) συνισταμένη στο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απεφάνθη επί των υπ’ αριθμ. 3 έως και 14 λόγων εφέσεως. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες λόγοι εφέσεως αναφέρονται συλλήβδην και αριθμητικώς , χωρίς περαιτέρω εξατομίκευση και προσδιορισμό του περιεχομένου των, ώστε να κριθεί αν οι λόγοι αυτοί καταλαμβάνονται ή όχι από την διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως που απορρίπτει το σύνολο των λόγων εφέσεως που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτόδικη απόφαση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συναγομένη και εκ του συνδυασμού της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στ. β’ , 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσεκομίσθησαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσεκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 23/2008,Α.Π. 1855/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 β’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μοναδικού μάρτυρος που εξετάσθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά πρόταση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στα απομαγνητοφωνημένα ταυτάριθμα προς την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, μολονότι η εν λόγω κατάθεση δεν είχε νομίμως προσκομισθεί ενώπιον του Εφετείου, αφού οι αναιρεσίβλητοι είχαν μεν επικαλεσθεί με τις προτάσεις των τα προσκομισθέντα πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν είχαν όμως επικαλεσθεί ιδιαιτέρως και την περιεχομένη σ’ αυτά, ως άνω, μαρτυρική κατάθεση.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω παράλειψη δεν στοιχειοθετεί την προβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον η επίκληση των πρακτικών συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αφορά προδήλως και κυρίως την περιεχομένη σ’ αυτά κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μάρτυρος.
Σε κάθε περίπτωση δε ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει και ειδική ενώπιον του Εφετείου επίκληση της ρηθείσης μαρτυρικής καταθέσεως τόσο από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων όσο και από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ’ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ. 1 και 353 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 1711/2008, 325/2007, 1718/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 353/2007, 1531/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους δέκατο και ενδέκατο λόγους εφέσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τους έκτο και δωδέκατο αντιστοίχως λόγους εφέσεως που αφορούσαν παράπονα για μη λήψη υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικαστικών ομολογιών των αναιρεσιβλήτων, ότι οι καταγγελίες που έλαβαν χώρα στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή αφορούν τον ίδιον και τελούσαν υπό εισαγγελική έρευνα.
Προσάπτει δε κατόπιν αυτού με τους ρηθέντες λόγους στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες το μεν από τον αριθμό 8 β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και με τους δύο λόγους) , το δε από τους αριθμούς 11γ’ και 12 του αυτού άρθρου (με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αντιστοίχως), διότι δεν έλαβε υπόψη και δεν προσέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική ισχύ στις εν λόγω δικαστικές ομολογίες που απεδείκνυαν τους ισχυρισμούς αυτού περί ταυτοποιήσεώς του ως δράστου των καταγγελλομένων και περί παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητός του.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλουν αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτοι, διότι οι περιεχόμενοι στους φερομένους ως αγνοηθέντες λόγους εφέσεως ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προδιαληφθείσα του όρου τούτου έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθησαν, εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, εις τρόπον ώστε οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως να καθίστανται επί πλέον και αβάσιμοι. Επίσης οι αυτοί λόγοι κατά δεύτερο μέρος των (αριθ. 11 γ’ ο πρώτος και 12 ο δεύτερος) τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας των, διότι δεν προσδιορίζονται ειδικότερα στο αναιρετήριο τα κρίσιμα γεγονότα που απετέλεσαν το αντικείμενο της ομολογίας των αναιρεσιβλήτων και δεν παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της ομολογίας των για να κριθεί αν πράγματι έλαβε χώρα τοιαύτη και δη αν έχει δηλωθεί ρητώς ή αν συνάγεται εμμέσως από το περιεχόμενο των προτάσεων αυτών.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν και αλυσιτελείς, διότι, ενόψει των παραδοχών του Εφετείου ότι οι επίμαχες καταγγελίες δεν συνεδέθησαν αμέσως ή εμμέσως από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων με το πρόσωπο του αναιρεσείοντος και ότι οι τηλεθεατές ή άτομα του περιβάλλλοντός του δεν είχαν την δυνατότητα συνδέσεως αυτού με το κύκλωμα πλαστογραφίας, εάν αυτό υφίστατο, η ρηθείσα η ομολογία των αναιρεσιβλήτων (και αν πράγματι υφίσταται) δεν αφορά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι είναι και αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι τελευταίοι δεν προέβησαν στην δικαστική ομολογία που τους αποδίδει ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τους δέκατο όγδοο, εικοστό και εικοστό πρώτο λόγους αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και παρέλειψε να αποφανθεί επί των εβδόμου, δεκάτου και δεκάτου τρίτου λόγων της εφέσεώς του, με τους οποίους προέβαλε κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αιτιάσεις ερειδόμενες επί των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 και 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.1 και 2 του ΔΣΑΠΔ.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες λόγοι εφέσεως ερευνήθησαν από το Εφετείο και απερρίφθησαν , εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν. Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτουν από το περιεχόμενο της αιτήσεως, οι προβαλλόμενοι ως άνω λόγου, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση της ρηθείσης αναιρετικής πλημμελείας πλήττουν ευθέως την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων και ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ακολούθως, ο αναιρεσείων, με τον εικοστό δεύτερο λόγο της αιτήσεως, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι παρά τον νόμο απέρριψε ως μη νομίμους τους ενδέκατο και δέκατο τέταρτο λόγους της εφέσεώς του που έπλητταν την πρωτόδικη απόφαση για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. .
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, υπαγόμενος, κατ’ ορθή εκτίμηση, στην με αριθμό 14 του ιδίου άρθρου διάταξη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι οι αιτιολογίες της πρωτοδίκου αποφάσεως παραδεκτώς συνεπληρώθησαν με την προσβαλλομένη απόφαση, οι αιτιολογίες της οποίας και προσβάλλονται ήδη με τον προεκτεθέντα σχετικό λόγο της αιτήσεως.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων με τον εικοστό πέμπτο λόγο της αιτήσεως επαναλαμβάνοντας αιτιάσεις που έχουν ήδη αναφερθεί και αντιμετωπισθεί ανωτέρω, όπως παράλειψη εκδικάσεως των λόγων εφέσεώς του (πλην δύο εξ αυτών), μη λήψη υπόψη δικαστικών ομολογιών των αναιρεσιβλήτων, μη εφαρμογή του π.δ. 77/2003 (Κώδικας Δεοντολογίας ειδησεογραφικών -δημοσιογραφικών -πολιτικών εκπομπών), παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 της ΕΣΔΑ για δικαία και αμερόληπτη δικαστική κρίση και σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητος και επίσης την μη λήψη υπόψη αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του ΕΔΔΑ, επί παρομοίων υποθέσεων, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, όπως ήδη έχει λεχθεί ανωτέρω, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε από τις πλημμέλειες που του αποδίδονται. Υπό την επίκληση δε των πλημμελειών τούτων πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων και η κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον εικοστό έκτο λόγο αναιρέσεως, αφού επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις του για μη λήψη υπόψη των λόγων της εφέσεώς του που έπλητταν την ουσία της πρωτοδίκου αποφάσεως, προσάπτει επί πλέον στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως δεν έλαβε υπόψη του σημαντικά γεγονότα που εξέθετε στην αγωγή προς θεμελίωση των εκ των άρθρων 361 , 362 Π.Κ.
και 920 Α.Κ. βάσεων αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου διαμορφώνεται, με βάση τα αποδειχθέντα και όχι τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι απαραίτητα για την νομική θεμελίωση αυτής.
Εν προκειμένω δε η αγωγή κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορισμένη και νόμιμη και η απόφασή του ως προς το σημείο αυτό δεν επλήγη με λόγο εφέσεως. Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ.1 ν.4139/2013) και 532 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της εφέσεως υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Το δικαστήριο σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος διατάσσει την επιστροφή σ’ αυτόν του παραβόλου, άλλως διατάσει τη εισαγωγή του στο δημόσιο ταμείο. Η θέσπιση του ανωτέρω παραβόλου συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και στην ταχεία και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, δια της περιστολής της προπετούς ασκήσεως αβασίμων ενδίκων μέσων κυρίως εφέσεως και αναιρέσεως , χωρίς να θίγεται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, αφού το ύψος του καταβλητέου ποσού, και υπό την παρούσα οικονομική συγκυρία, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλο και σε περίπτωση νίκης (ολικής ή μερικής) επιστρέφεται στον καταθέσαντα διάδικο, σε κάθε περίπτωση δε, η οικονομική αδυναμία καταβολής του μπορεί να αντιμετωπισθεί δια του θεσμού του ευεργετήματος πενίας.
Επομένως η δια των ανωτέρω διατάξεων θέσπιση του παραβόλου τούτου δεν αντίκειται στις αυξημένης ισχύος διατάξεις που προβλέπουν το ρηθέν ατομικό δικαίωμα , ήτοι των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και των πρωτοκόλλων αυτής, οι οποίες δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα, στα πλαίσια της ελευθερίας του για την καθιέρωση των ενδίκων μέσων, να θεσπίζει και δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση αυτών και γενικότερα για την πρόοδο της δίκης , εφόσον αυτές, ως εν προκειμένω, συνάπτονται με την ανάγκη της ταχείας και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και δεν επάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (Α.Ε.Δ. 33/1995, 27/2004).
Ενόψει των ανωτέρω το Εφετείο με το να διατάξει, μετά την απόρριψη της εφέσεως, την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., και ο περί του αντιθέτου εικοστός έβδομος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, αντικειμένης στις προρρηθείσης αυξημένης ισχύος διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ , τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ματαιωθείσα τη συζήτηση ως προς τον αναιρεσείοντα και τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Ν. Χ. Ρ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4754/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ