Legislator Case Law & Legislation
1486/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against absent defendant and rejects request to restore pre-execution status.

Case Number 1486/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the second defendant, who failed to appear, while allowing the appeal against the first defendant and remanding the case for retrial. The plaintiff sought to restore the case to its pre-execution state, arguing the defendant's absence warranted a new trial. The court rejected this procedural request as inadmissible because it was submitted on the day of the hearing rather than before it, and ordered the absent defendant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 § 2 K.Pol.D.; Art. 106, 178 § 1, 183 K.Pol.D.; Art. 495 § 4 K.Pol.D.; The Supreme Court may examine a case ex officio if a summoned defendant fails to appear, but a request to restore the case to its pre-execution status is inadmissible if filed on the day of the hearing rather than prior to it.

Keywords

AI generated
appeal against judgment absence of defendant restoration of status inadmissible request court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 § 2 K.Pol.D.
Art. 106 K.Pol.D.
Art. 178 § 1 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 495 § 4 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1486 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Γ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΙΑΣΙΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ" πρώην "IASIS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Πρότυπος Ιατρική Μονάδα" που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη και κατέθεσε προτάσεις-αίτημα επαναφοράς πραγμάτων στην προτεραία κατάσταση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Χ. του Κ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο-Πέτρο Λεβαντή, και κατέθεσε προτάσεις. 2. Η. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2004 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, την από 13-6-2005 κύρια παρέμβαση του 2ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:31/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που έκρινε αναρμόδιο το ανωτέρω δικαστήριο και παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων το οποίο εξέδωσε την 44/2008 οριστική απόφασή του. Κατόπιν εκδόθηκε και η 20/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 8-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της από 11-6-2013 και με αριθμό κατάθ. 14/2013 αιτήσεως αναιρέσεως της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθ.20/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Η. Γ. και β) την αποδοχή του τρίτου λόγου αυτής ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Π. Χ. και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 7118Β'/1.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων Γ. Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Η. Γ.. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙ.- Οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης.

Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1, 569 § 1, 571 εδάφ. α' και 577 § § 1, 2, 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης μπορεί να είναι παραδεκτή και αν ακόμη δεν περιέχει κανένα παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, αλλά αρκεί να περιέχει κάποιο λόγο αναίρεσης, έστω και απαράδεκτο ή αόριστο.

Η διάκριση δε αυτή μεταξύ απαράδεκτης αίτησης αναίρεσης και παραδεκτής αίτησης με απαράδεκτους λόγους αναίρεσης έχει πρακτική σημασία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 562 § 4 και 569 § 1 του ίδιου Κώδικα, κατά την πρώτη των οποίων ο Άρειος Πάγος μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης, τον οποίο προτείνει ο εισηγητής, και κατά την δεύτερη εξ αυτών ο αναιρεσείων μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς πρόσθετους λόγους αναίρεσης και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.

Αν, αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, τότε απορρίπτονται και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, έστω και αν αυτοί κατά τα λοιπά ασκήθηκαν νομίμως.- Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Π.

Χ. είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων την από 15.12.2004 και με αριθμό κατάθεσης 379/2004 αγωγή, στρεφομένη κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, στην οποία ιστορούσε ότι δυνάμει του από 1.10.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων ιατρού Η.

Γ., είχε εκμισθώσει σ' αυτόν, για το από 1.10.1994 μέχρι 30.9.1996 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 60.000 δραχμών, αναπροσαρμοζομένου μετά το πρώτο έτος της μίσθωσης σύμφωνα με τα εις αυτήν ειδικότερον εκτιθέμενα, έναν ακάλυπτο χώρο (οικόπεδο), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος στάθμευσης των αυτοκινήτων που εξυπηρετούσαν την λειτουργία της παρακείμενης κλινικής του τελευταίου (Η.

Γ.) και ότι η μίσθωση αυτή παρατάθηκε σιωπηρά για αόριστο χρονικό διάστημα και στην θέση του προαναφερόμενου μισθωτή υπεισήλθε, από τον Ιανουάριο του 2004, ως προς όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτού, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενος περαιτέρω αυτός ότι η εναγόμενη και νυν αναιρεσείουσα εταιρία του οφείλει τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1.2.2002 έως και 31.12.2004, καθώς και μέρος του μισθώματος μηνός Ιανουαρίου 2002, λόγος για τον οποίο και κατήγγειλε με την εν λόγω αγωγή την προαναφερόμενη σύμβαση μίσθωσης, ζήτησε όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία να του αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου και να του καταβάλει για οφειλόμενα μισθώματα και αποζημίωση χρήσης, για όσον καιρό παρακρατούσε το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, το συνολικό ποσό των 24.555,53 ευρώ, εκ των οποίων 20.993,88 ευρώ αντιπροσωπεύουν οφειλόμενα μισθώματα και 3.561,65 ευρώ (αντιπροσωπεύουν) αποζημίωση χρήσης.

Περαιτέρω, στην με την αγωγή αυτή ανοιγείσα δίκη παρενέβη, δια του από 13.6.2005 και με αριθμό κατάθεσης 191/2005 ιδίου δικογράφου, χαρακτηριζομένου υπό του παρεμβαίνοντος ως τοιούτου κύριας παρέμβασης, ο ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Η. Γ., ο οποίος, στρεφόμενος τόσο κατά του ενάγοντος όσο και κατά της εναγομένης εταιρίας και ισχυριζόμενος ότι μοναδικός μισθωτής της επίμαχης σύμβασης μίσθωσης είναι αυτός, ζήτησε όπως, αναγνωριζομένου του τελευταίου τούτου, απορριφθεί η πιο πάνω αγωγή.

Επί των εν λόγω αγωγής και παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 31/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, με την οποία κηρύχθηκε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλη προς εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε αυτήν στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Το τελευταίο, κατά την ενώπιον του οποίου συζήτηση της αγωγής ο ενάγων παραιτήθηκε νομοτύπως του αιτήματος για απόδοση της χρήσης του μισθίου, δηλώσας ότι αυτή πραγματοποιήθηκε την 1.4.2005, εξέδωσε τελικά την υπ' αριθμ. 44/2008 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν τόσο η αγωγή όσο και η παρέμβαση και ειδικότερα η μεν αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία ουδέποτε υπεισήλθε στην επίμαχη μισθωτική σχέση ως μισθώτρια και δεν ευθύνεται για τα από την μίσθωση χρέη του μισθωτή Η.

Γ., η δε παρέμβαση ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του παρεμβαίνοντος προς άσκηση αυτής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος την από 26.8.2011 και με αριθμό κατάθεσης 74/2011 έφεσή του, την οποία έστρεψε τόσο κατά της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας - νυν αναιρεσείουσας όσο και κατά του ως άνω παρεμβάντος Η.

Γ. - νυν δεύτερου των αναιρεσιβλήτων. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Κρήτης η υπ' αριθμ. 20/2013 απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο εκείνο, δικάζον κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, απέρριψε αυτήν καθόσον στρεφόταν κατά του δεύτερου των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Η.

Γ. ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος προς άσκηση αυτής κατά τούτου, ενώ την έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη καθόσον στρεφόταν κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας - νυν αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ήδη δε με την από 11.6.2013 και με αριθμό κατάθεσης 14/2013 υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της εναγόμενης - πρώτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας, η οποία στρέφεται τόσο κατά του ενάγοντος - εκκαλούντος Π. Χ. όσο και κατά του παρεμβάντος - δεύτερου των εφεσιβλήτων Η. Γ., εναντιώνεται η ηττηθείσα ως άνω εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα κατά του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετά ταύτα η αγωγή, με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.

Όμως, στην αίτηση αυτή αναίρεσης, όπως από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει, δεν περιέχεται κανένας απολύτως λόγος αναίρεσης, έστω και απαράδεκτος ή αόριστος, που να αφορά πλημμέλεια του κεφαλαίου της αμέσως πιο πάνω εφετειακής απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση καθόσον στρεφόταν κατά του δεύτερου των εφεσιβλήτων - παρεμβάντος και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Η.

Γ.. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα και τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά του ως άνω δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Έξοδα εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας και υπέρ του νικώντος ως άνω δεύτερου των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται, προεχόντως διότι λόγω της ερημοδικίας αυτού δεν υφίσταται το απαιτούμενο προς τούτο αίτημα (άρθρ. 106 Κ.Πολ.Δ.).-

ΙΙΙ.- Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.

Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.

Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.

Οι διατάξεις όμως αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.

Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης.

Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης (ΑΠ 1039/2010, ΑΠ 909/2010, ΑΠ 910/2010, ΑΠ 1154/1998) Επομένως, χρέος της περιουσίας ή της επιχείρησης που μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη αποτελούν και τα μισθώματα τα οποία οφείλονται με βάση σύμβαση μίσθωσης η οποία καταρτίστηκε από ατομική επιχείρηση η οποία εισφέρεται σε εταιρία, που ιδρύεται για πρώτη φορά ή που προϋπήρχε και είχε δική της νομική προσωπικότητα, διότι και στην ως άνω περίπτωση υπάρχει μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης.

Περαιτέρω, η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη σύμβασης για μεταβίβαση περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβίβασης μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 910/2010, ΑΠ 909/2010).

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προσηκόντως εκτιμάται (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα :

Δυνάμει του από 1.10.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων Π. Χ. και του δεύτερου εξ αυτών Η. Γ., ο πρώτος τούτων εκμίσθωσε στον δεύτερο, για το από 1.10.1994 μέχρι 30.9.1996 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 60.000 δραχμών, επιβαρυνομένου με το ήμισυ του τέλους χαρτοσήμου (1,8%) και προσαυξανομένου για το δεύτερο έτος της μίσθωσης κατά ποσοστό 15%, έναν ακάλυπτο χώρο (οικόπεδο) κείμενο εντός της πόλης των Χανίων, όπως αυτός ειδικότερα περιγράφεται κατά θέση και έκταση στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν, ο οποίος είναι ιατρός και διατηρούσε κατά τον χρόνο εκείνο στα Χανιά ατομική επιχείρηση Γενικής Κλινικής, ως χώρος στάθμευσης των ασθενοφόρων της κλινικής και των αυτοκινήτων του ιδίου, των συνεργατών του και των πελατών της κλινικής, η οποία κείται πλησίον του εν λόγω μισθίου.

Παρακατιόν δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ασχολούμενο με το ύψος στο οποίο είχε διαμορφωθεί το μίσθωμα του επιμάχου μισθίου ακινήτου, του οποίου η διάρκεια της μίσθωσης είχε παραταθεί - κατά τις παραδοχές του Εφετείου - για αόριστο χρονικό διάστημα, οδηγήθηκε στην κρίση ότι αυτό είχε ανέλθει στο ποσό των 414,62 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του από 1,8% ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, το οποίο και όφειλε ο προαναφερόμενος μισθωτής Η.

Γ. να καταβάλλει ανελλιπώς μέχρι και τις 11.5.2004, οπότε και κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο δημιουργήθηκε ευθύνη της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας προς καταβολή τούτου και ειδικότερα εις ολόκληρον με αυτόν για τα μέχρι τότε οφειλόμενα μισθώματα, από αυτήν δε μόνο για το χρονικό διάστημα που έκτοτε αυτή χρησιμοποιούσε το μίσθιο και μέχρι την απόδοσή του στον εκμισθωτή (1.4.2005).

Σημειούται ότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου εκείνου η ένδικη μίσθωση καταγγέλθηκε, κατ' άρθρο 597 ΑΚ, με την υπό κρίση αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 20.12.2004 και ότι η λύση αυτής επήλθε στις 21.1.2005 (και όχι στις 20.1.2004, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) και ότι έκτοτε οφείλεται από την εναγόμενη αποζημίωση χρήσης, για την οποία, όπως παρατηρείται από το Εφετείο, δεν οφείλεται τέλος χαρτοσήμου.

Περαιτέρω, όσον αφορά την έννομη σχέση με βάση την οποία ζητείται από την εναγόμενη - νυν αναιρεσείουσα η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και της αποζημίωσης χρήσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίας Μαλεφάκη - Αποστολάκη, η προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση του μισθωτή Η.

Γ. συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, η οποία έφερε μέχρι τότε την επωνυμία "IASIS Α.Ε. - Πρότυπος Ιατρική Μονάδα", ήδη δε, κατόπιν τροποποίησης του καταστατικού της, φέρει την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Γ. Α.Ε.". Η προαναφερόμενη συγχώνευση ολοκληρώθηκε στις 11.5.2004, οπότε καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων η με αριθμό 671/11.4.2004 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Χανίων (δημοσίευση στο ΦΕΚ 4604/25.5.2004, τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε.) συντελέσθηκε δε με τη μεταβίβαση και εισφορά ολόκληρης της απορροφηθείσας ατομικής επιχείρησης τόσο κατά το ενεργητικό όσο και κατά το παθητικό της. Έτσι, η εν λόγω επιχείρηση εκμετάλλευσης της Γενικής Κλινικής του μισθωτή Η. Γ. περιήλθε στο σύνολό της ως οργανωμένη οικονομική ενότητα στην εναγόμενη χωρίς να μεταβληθεί η ταυτότητά της και συγκεκριμένα περιήλθαν σ' αυτήν όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, έννομες σχέσεις, πράγματα, άϋλα αγαθά και πραγματικές καταστάσεις (πελατεία, τεχνογνωσία, οργάνωση, πίστη, φήμη κλπ) που είχαν οργανωθεί από τον Η.

Γ. στα πλαίσια της προαναφερόμενης επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Μεταξύ αυτών ήταν και η επίμαχη μισθωτική σχέση που συνέδεε το μισθωτή με τον ενάγοντα, αφού η εναγόμενη η οποία συνέχισε στο όνομά της την επιχειρηματική δραστηριότητα του μισθωτή εκμεταλλευόμενη την προαναφερόμενη Κλινική, υπεισήλθε και στη χρήση του μισθίου, το οποίο της ήταν απαραίτητο ως χώρος στάθμευσης των ασθενοφόρων της και των λοιπών αυτοκινήτων των συνεργατών - ιατρών και των πελατών αυτής.

Ο ενάγων εξάλλου, συναίνεσε στη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εναγόμενη σιωπηρώς εκ των υστέρων, καθώς έλαβε γνώση αυτής πριν την άσκηση της αγωγής, χωρίς να αντιλέξει και μ' αυτό τον τρόπο την ενέκρινε. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι άσκησε την κρινόμενη αγωγή εναντίον της εναγόμενης, προβάλλοντας εναντίον της αξιώσεις που στηρίζονται στη μεταβίβαση σ' αυτήν της μισθωτικής σχέσης φανερώνει ότι έχει αποδεχθεί την υπεισέλευσή της στη μίσθωση.

Σημειωτέον, ότι η έγκριση αυτή του ενάγοντος ανατρέχει αναδρομικά στο χρόνο της μεταβίβασης (άρθρ. 238 Α.Κ...). Ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων περιστατικών, κατ' εφαρμογή και της διάταξης του άρθρου 479 του Α.Κ., γεννήθηκε ευθύνη της εναγομένης (εις ολόκληρον μετά του μεταβιβάσαντος την επιχείρηση Η. Γ.) για την εξόφληση των μισθωμάτων που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα και απαιτητά μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης (11.5.2004), τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 11.218,07 ευρώ...και στη συνέχεια, λόγω της υπεισέλευσής της στη θέση του αρχικού μισθωτή, κατέστη άμεσα υπόχρεη και για την καταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο βρισκόταν η ίδια πλέον στη χρήση του μισθίου...Η εναγόμενη όμως, δεν εξόφλησε το προαναφερόμενο χρέος του προηγούμενου μισθωτή, το οποίο κατά τα ως άνω αναγκαστικώς αναδέχθηκε και, παρότι από την υπεισέλευσή της στη μίσθωση έκανε ανενόχλητη χρήση του μίσθιου, δεν κατέβαλε στον ενάγοντα κανένα μίσθωμα.

Γι' αυτό το λόγο, ο τελευταίος κατήγγειλε τη μίσθωση με την κρινόμενη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 20.12.2004...". Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι η εναγόμενη μετά τη λύση της μίσθωσης και μέχρι την απόδοση της χρήσης του μισθίου στον ενάγοντα, την 1.4.2005, παρέμεινε στη χρήση αυτού και ότι εξ αυτού του λόγου οφείλει στον ενάγοντα, πλέον των μισθωμάτων, τα οποία υπολόγισε ως ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 14.668,78 ευρώ, και αποζημίωση χρήσης την οποία και καθόρισε στο ποσό των 959,10 ευρώ.

Με βάση δε τα ανωτέρω υπ' αυτού δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και αφού - κατ' αποδοχή της έφεσης του ενάγοντος - εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε κατ' ουσία την αγωγή, την έκανε δεκτή εν μέρει ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρία να καταβάλει σ' αυτόν (ενάγοντα) τα προαναφερόμενα ποσά, εντόκως όσον αφορά τα μισθώματα και ατόκως όσον αφορά την αποζημίωση χρήσης.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ερεύνησε και αξιολόγησε θετικά από νομική και ουσιαστική άποψη την αγωγή ως στηριζόμενη κατά την ιστορική της βάση στη σύμβαση για μεταβίβαση επιχείρησης (ΑΚ 479), η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, υπάρχει και όταν εισφέρεται ατομική επιχείρηση σε εταιρία, που ιδρύεται για πρώτη φορά ή που προϋπήρχε και είχε δική της νομική προσωπικότητα, και στην δια της εισφοράς της ατομικής επιχείρησης γενομένη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης η οποία μεταβίβαση εγκρίθηκε σιωπηρά από τον εκμισθωτή και ήδη αναιρεσίβλητο Π.

Χ.. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, ήτοι μεταβίβαση επιχείρησης γενομένη δια της εισφοράς ατομικής επιχείρησης σε ανώνυμη εταιρία και σιωπηρή έγκριση της δια της εισφοράς γενομένης μεταβίβασης της μισθωτικής σχέσης, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι δεν προβλήθηκαν, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο (πρώτο και δεύτερο μέρος, αντίστοιχα) αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφού τέτοιοι ισχυρισμοί δεν διαλαμβάνονται στην προαναφερόμενη με αριθμό δύο λατινικό (

ΙΙ) σκέψη της παρούσας αγωγή, στην οποία, όσον αφορά την έννομη σχέση με βάση την οποία ζητείται από την εναγόμενη - νυν αναιρεσείουσα η καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και της αποζημίωσης χρήσης, εκτίθεται μόνο, κατά ακριβή αντιγραφή, ότι "Η μίσθωση αυτή παρατάθηκε σιωπηρά και για αόριστο χρονικό διάστημα με τον ίδιο μισθωτή και από τον Ιανουάριο 04 με την εναγόμενη ως οιονεί καθολική διάδοχο αυτού στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως προς όλες τις υποχρεώσεις και δικαιώματα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα".

Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα ως άνω μέρη του, ο οποίος γίνεται δεκτός ως βάσιμος, στο σύνολο της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων με αυτή λοιπών λόγων αναίρεσης.- IV.- Kατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει α) να γίνει εν μέρει δεκτή η αναίρεση, ήτοι καθόσον απευθύνεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Π.

Χ. του Κ., β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία στο σύνολό της και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, καθόσον αφορά τους προαναφερόμενους διαδίκους, στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Κρήτης), η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.- V.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 13/2004, ΑΠ 1590/2008, ΑΠ 203/2008, ΑΠ 143/2008, ΑΠ 846/2005, ΑΠ 848/2005).

Όμως ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, καθώς και της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, διότι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 § 2 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται η απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε με την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και άρα όχι και των εξόδων της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται από τον καθ' ου η εκτέλεση, όχι με βάση την απόφαση αυτή, αλλά με βάση το νόμο, ήτοι το άρθρο 932 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 8/2008, ΑΠ 1215/2007, ΑΠ 1589/2001).

Ούτε δε έχει το δικαίωμα αυτός (αναιρεσείων) να αξιώσει με την αίτησή του τα από αυτόν καταβληθέντα και από τον αναιρεσίβλητο εισπραχθέντα δικαστικά έξοδα σε εκτέλεση της, από το άρθρο 565 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκδοθείσας, προγενεστέρως, από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, απόφασης επί της αίτησης αναστολής της εκτέλεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφού η ως άνω απόφαση για την αναστολή της εκτέλεσης δεν θίγεται από την αναίρεση (ΑΠ 1589/2001).- Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των επιδικασθέντων στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων - ενάγοντα Π.

Χ. με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών κατέβαλε σ' αυτόν συνολικά 29.960 ευρώ και ειδικότερα 1) ποσό 14.668 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο, 2) ποσό 11.503,91 ευρώ για τόκους μισθωμάτων, 3) ποσό 959,10 ευρώ για αποζημίωση χρήσης, 4) ποσό 500 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη (κατόπιν συμψηφισμού), 5) ποσό 379,65 ευρώ για τέλη απογράφου, 6) ποσό 150 ευρώ για απόγραφο, αντίγραφο και για σύνταξη της από 7.6.2013 επιταγής προς εκτέλεση, "με πορεία δικαστικού επιμελητή" και 7) ποσό 1.800 ευρώ, για δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε υπέρ του προαναφερόμενου πρώτου αναιρεσίβλητου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 106/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου (Τμήμα Δ' ως Συμβούλιο), το οποίο απέρριψε την από 12.6.2013 αίτησή της για αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ζητεί, με τις από 12.11.2013 προτάσεις της, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως σ' αυτές στις 15.11.2013, ήτοι κατά την ημέρα της δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία αναιρέθηκε, και όπως υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή σ' αυτήν του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού.

Η αίτηση αυτή πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του ότι υποβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με τις κατατεθείσες κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτο προτάσεις του αναιρεσείοντος και όχι ως την παραμονή τουλάχιστον της συζήτησης.- Τέλος, πρέπει, α) να καταδικασθεί ο ως άνω πρώτος των αναιρεσιβλήτων Π.

Χ. στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 178 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και β) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ.1247794, 4873145, 4873146 παράβολα του δημοσίου, συνολικής αξίας εκατόν είκοσι (120) ευρώ, και τα υπ' αριθμ. 017150, 017152 και 017153 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ.

συνολικής αξίας εκατόν ογδόντα (180) ευρώ.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.6.2013 και με αριθμό κατάθεσης 14/2013 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 20/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Χανίων καθόσον απευθύνεται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Η. Γ. του Γ..-

Αναιρεί την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Χανίων αναφορικά με την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Γ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΑΣΙΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ".-

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς την αναιρεσείουσα ως άνω ανώνυμη εταιρία προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.-

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.-

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ.1247794, 4873145, 4873146 παράβολα του δημοσίου, συνολικής αξίας εκατόν είκοσι (120) ευρώ και τα υπ' αριθμ. 017150, 017152 και 017153 παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙΚ. συνολικής αξίας εκατόν ογδόντα (180) ευρώ.- Και

Καταδικάζει τον ως άνω πρώτο των αναιρεσιβλήτων Π. Χ. στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ