Legislator Case Law & Legislation
1486/2012 AI generated

1486/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1486/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1486/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από της προσλήψεως της η αναιρεσείουσα εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο και είχε ομαλή υπηρεσιακή εξέλιξη, προαχθείσα διαδοχικά από τον εισαγωγικό βαθμό του δοκίμου λογιστή, μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β' στον οποίο προήχθη από 1-1-1994. Στη συνέχεια για το βαθμό του τμηματάρχη Α' παραλείφθηκε το έτος 2001, ενώ προήχθη το έτος 2003, από 1-1-2003.

Keywords

AI generated
microprudential tasks over-indebtedness bankruptcy official banking profession banking policy banking supervision
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1486 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Κουτσούκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA ΒΑΝΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Κωνσταντέλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 723/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1019/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή.

Εξάλλου, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπόμενων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή.

Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη ή παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι, έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του.

Εκ τούτων καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (Ολ.ΑΠ 32/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την "Ιονική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" την 3-1-1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος. Η εν λόγω Τράπεζα το έτος 2000 συγχωνεύθηκε δια απορροφήσεως από την αναιρεσίβλητη η οποία κατέστη καθολική διάδοχος υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εργοδότιδας.

Από της προσλήψεως της η αναιρεσείουσα εντάχθηκε στον λογιστικό κλάδο και είχε ομαλή υπηρεσιακή εξέλιξη, προαχθείσα διαδοχικά από τον εισαγωγικό βαθμό του δοκίμου λογιστή, μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β' στον οποίο προήχθη από 1-1-1994. Στη συνέχεια για το βαθμό του τμηματάρχη Α' παραλείφθηκε το έτος 2001, ενώ προήχθη το έτος 2003, από 1-1-2003.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 2001 κατά τις οποίες παραλείφθηκε για τον πιο πάνω βαθμό, προήχθησαν οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοί της Ν. Σ. και Ε. Π. - Σ., οι οποίοι προτείνονται με την αγωγή προς σύγκριση. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6, και 8 του Κανονισμού των Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης οι προαγωγές των υπαλλήλων της στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' γίνονται μόνο κατ' εκλογήν από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής μετά από εισήγηση και κατόπιν προτάσεως του Συμβουλίου Υπηρεσιακής Καταστάσεως Υπαλλήλων.

Δικαίωμα προαγωγής στον ανωτέρω βαθμό έχουν οι υπάλληλοι που συμπλήρωσαν στον προηγούμενο βαθμό ευδόκιμη υπηρεσία τριών ετών. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας για να στηρίξει την κρίση του περί της προαγωγής του υπαλλήλου λαμβάνει υπόψη τα μνημονευόμενα στοιχεία του ατομικού φακέλου, όπου αναγράφονται όλα τα στοιχεία και περιλαμβάνονται όλα τα αφορώντα, πλην άλλων, τον διορισμό, τις προαγωγές, τις πειθαρχικές ποινές και τα δελτία αξιολογήσεως, όπου περιλαμβάνονται κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία, το ήθος εν γένει, καθώς και τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 15 του ανωτέρω Οργανισμού "η παροχή εξουσιοδοτήσεως ή "δικαιώματος" υπογραφής ή μονογραφής, αποσκοπούσα απλώς και μόνον εις την, εξυπηρέτησιν των υπηρεσιακών αναγκών της Τράπεζας, δεν συνεπάγεται δικαίωμα διατηρήσεως αυτής ως και της τυχόν διδομένης δι' αυτήν χρηματικής παροχής, ουδέ παρακολουθεί τον βαθμό εκάστου, δύναται δε να ανακληθεί οποτεδήποτε χωρίς τούτο να δύναται να θεωρηθεί ως υποβιβασμός ή μείωσις" και δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προσόντων που λαμβάνονται υπόψη για την προαγωγή.

Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η χορήγηση τέτοιου δικαιώματος (Β' ή Α' υπογραφής), συνοδεύει συνήθως την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και είναι επομένως, ενδεικτική της άσκησής τους από τον εξουσιοδοτηθέντα προς τούτο. Περαιτέρω, τα υπηρεσιακά προσόντα (τυπικά και ουσιαστικά) της αναιρεσείουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγικών κρίσεων του έτους 2001 ήταν τα ακόλουθα:

Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει ένδεκα (11) επιμορφωτικά σεμινάρια και γνωρίζει άριστα την Αγγλική γλώσσα (διαθέτει πτυχίο PROFICIENCY OF MICHIGAN) και πολύ καλά τη Γαλλική και Γερμανική γλώσσα. Υπηρέτησε σε διάφορα Καταστήματα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων περιοχών, ενώ από το έτος 1998 τοποθετήθηκε Προϊσταμένη Εμπορικού (Εισαγωγές, Εξαγωγές, Συνάλλαγμα) στο Κατάστημα Χαλανδρίου όπου υπηρετούσε.

Από το έτος 1991 εχορηγείτο σ' αυτήν περιοδικά προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής, ενώ από το έτος 2000 της χορηγήθηκε οριστικό. Από 1-1-2001 τοποθετήθηκε Υπεύθυνη Πελατείας στο ίδιο ως άνω Κατάστημα. Στα δελτία Αξιολόγησης της υπηρεσιακής της απόδοσης, ιδιαίτερα στα των ετών από την τελευταία προαγωγή της το έτος 1994 και μέχρι και το έτος 2000, χαρακτηρίζεται σε πέντε (5) ως "εξαίρετη" και σε 2 εξ αυτών (το από 1-10-94 έως 30-9-1995 και το από 24-11-1997 έως και 2-2-1998) χαρακτηρίζεται ως "πολύ καλή".

Περαιτέρω, τα υπηρεσιακά προσόντα του προαχθέντος από 1-1-2001 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' Ν. Σ. είναι τα ακόλουθα: Προσελήφθη στις 3-11-1980 ως κλητήρας και από το έτος 1984 μετατάχθηκε κατόπιν διαγωνισμού, στον Ταμειακό κλάδο. Προαχθείς διαδοχικά) έλαβε το βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-7-1995. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, έχει παρακολουθήσει τρία (3) επιμορφωτικά σεμινάρια και γνωρίζει μέτρια την Αγγλική γλώσσα.

Υπηρέτησε ως Προϊστάμενος Τμήματος Διοικητικών Υπηρεσιών από 1-1-1992, Προϊστάμενος Τμήματος Διαθεσίμων από 10-2-1993, Προϊστάμενος Διεύθυνσης Back Office από 9-8-1993 και εκ νέου Προϊστάμενος Διεύθυνσης Διαθεσίμων από 1-8-1994. Εξουσιοδοτήθηκε με προσωρινό δικαίωμα Β' υπογραφής από το έτος 1990 και με οριστικό από 2-1- 1992.

Διετέλεσε μέλος του ΔΣ του ΣΥΙΛΤΕ (Συλλόγου Υπαλλήλων Ιονικής Λαϊκής Τράπεζας) και τακτικό μέλος Υπηρεσιακών και Πειθαρχικών Συμβουλίων της Τράπεζας. Σε όλα τα Δελτία Αξιολόγησης της υπηρεσιακής του απόδοσης και κυρίως στα πέντε (5) των ετών από της τελευταίας προαγωγής του (1994) και μέχρι και το έτος 1999 χαρακτηρίζεται ως "εξαίρετος" ενώ δεν συντάχθηκε Δελτίο για το έτος 2000, διότι είχε αποσπασθεί στο Σύλλογο Υπαλλήλων.

Εξάλλου, τα υπηρεσιακά προσόντα της ετέρας προαχθείσας από 1-1-2001 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' Ε. Π. είναι τα ακόλουθα: Προσελήφθη την 1-3-1985 και υπηρέτησε στο λογιστικό κλάδο. Προαχθείσα διαδοχικά έλαβε το βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-1-1995. Είναι απόφοιτος εξαταξίου γυμνασίου και απόφοιτος του Ινστιτούτου Τραπεζικών Σπουδών και της Σχολής του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. (Τμήμα Προγραμματιστών).

Γνωρίζει το χειρισμό μηχανών NCR για τη διακίνηση συναλλάγματος και πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα, ενώ έχει παρακολουθήσει πέντε (5) επιμορφωτικά σεμινάρια. Διετέλεσε από το έτος 1991 Υπεύθυνη Τμήματος Λογιστηρίου, το έτος 1992 Προϊσταμένη του Τμήματος Διακίνησης Αγοραζομένων Επιταγών και Συναλ/κών στη Δ/νση Διαθεσίμων, ενώ από το έτος 2000 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Χορηγήσεων της ίδιας ως άνω Δ/νσης ως υπάλληλος.

Εξουσιοδοτήθηκε με προσωρινό δικαίωμα υπογραφής αρχικά, από 6-6-1988 έως και 14-7-1988 και στη συνέχεια, περιοδικά, από το έτος 1991 και εφεξής και οριστικά από 22-1-1992, ενώ παράλληλα από το έτος 1992 της χορηγήθηκε και προσωρινό δικαίωμα Α' υπογραφής. Στα Δελτία Αξιολόγησης της υπηρεσιακής της απόδοσης και ιδιαίτερα στα επτά (7) Δελτία των ετών από της τελευταίας προαγωγής της (1994) και μέχρι και το έτος 2000 χαρακτηρίζεται, στα έξι (6) από αυτά ως "εξαίρετη" και στο έβδομο ως "πολύ καλή".

Από την αντιπαραβολή των παραπάνω προσόντων της αναιρεσείουσας με εκείνα των συγκρινομένων συναδέλφων της, προκύπτει ότι αυτή υπερέχει τούτων ως προς την ειδική αρχαιότητα κατά 18 και 12 μήνες αντίστοιχα, καθώς και ως προς τους τίτλους σπουδών, τον αριθμό των σεμιναρίων, καθώς και τη γνώση ξένων γλωσσών.

Ως προς τη γενική αρχαιότητα είναι ισοδύναμη του πρώτου, ενώ υπερέχει της δεύτερης κατά πέντε (5) έτη. Ως προς τη βαθμολογία είναι περίπου ισοδύναμη και με τους δύο, ενώ υπολείπεται αυτών ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων κατά έξι (6) έτη, δεδομένου ότι αυτή ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από το έτος 1998, ενώ οι συγκρινόμενοι από το έτος 1992.

Εκ των ως άνω προσόντων όλων των ανωτέρω συγκρινομένων, συνολικώς εκτιμωμένων και λαμβανομένου υπόψη ότι η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ως προς την οποία υστερεί η εκκαλούσα, έχει βαρύνουσα σημασία κατά τις προαγωγικές κρίσεις στους ανώτερους βαθμούς, διότι σχετίζεται με την γνώση και την εμπειρία του υπαλλήλου και την εκ τούτου υπηρεσιακή καταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων του ανωτέρου βαθμού, δεν προκύπτει ότι υφίσταται καταφανής υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των ανωτέρω προαχθέντων και συνεπώς η παράλειψη προαγωγής της στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-2001, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2001, δεν είναι καταχρηστική και δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά συνέπεια και εφόσον δεν προήχθη η εκκαλούσα σε Τμηματάρχη Α' από 1-1-2001 (προήχθη κανονικά από 1-1-2003) δεν ήταν δυνατή η προαγωγή της, κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 2004 ή 2005, για το βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, από 1-1-2004 ή από 1-1-2005, στον οποίο προήχθησαν οι προαναφερόμενοι συνάδελφοί της Ν. Σ. (έτος 2004) και Ε.

Π. (έτος 2005), δεδομένου ότι αυτή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις προαγωγής στον παραπάνω βαθμό (του Εντεταλμένου Δ/νσης) μη έχοντας συμπληρώσει τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον κατεχόμενο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Σε κάθε όμως περίπτωση, κατά τις ανωτέρω προαγωγικές κρίσεις (ετών 2004 και 2005) για το βαθμό του Εντεταλμένου Δ/νσης, τα υπηρεσιακά προσόντα της αναιρεσείουσας, αλλά και των προαναφερομένων συναδέλφων της, όπως αυτά εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν είχαν διαφοροποιηθεί σημαντικά από τις επίμαχες κρίσεις του προηγούμενου βαθμού (2001) και επομένως δεν υφίστατο καταφανής υπεροχή της αναιρεσείουσας, έναντι του Ν.

Σ., ο οποίος προήχθη από 1-1-2004, ούτε έναντι της Ε. Π., η οποία προήχθη από 1-1-2005. Κατά συνέπεια, η μη προαγωγή της εκκαλούσας κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, δεν είναι καταχρηστική και δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τα αιτήματα αυτής για αναγνώριση της καταχρηστικής παραλείψεως της κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 2004 και 2005, καθώς και το αίτημα για αναγνώριση οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε η ίδια κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 57, 59, 299, 932 ΑΚ και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Επομένως όλοι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2010 αίτηση της Μ. Μ. για αναίρεση της 1019/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ