Supreme Court allows appeal against defamation judgment due to insufficient reasoning and false statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a defamation judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court failed to adequately refute false allegations of commercial exploitation of his twin status. The court found the lower court's reasoning insufficient because it ignored objective evidence of the defendant's public activities and failed to address the falsity of the claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the decision lacks legal basis due to insufficient reasoning or contains contradictory motives, particularly when the court fails to address objective evidence contradicting the alleged defamatory statements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1486/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Αργυρόπουλο..
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4038/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6536/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Αυγούστου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της από 21-12-2007 αίτησης αναίρεσης (όπως παραδεκτά συμπληρώνονται από την παρούσα Εισήγηση κατ' άρθρ. 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6536/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αφού και κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 920 Α.Κ. "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ που εφαρμόζονται και επί της αστικής ευθύνης συντάκτη επιλήψιμου δημοσιεύματος στον τύπο, εκτός του νομοθετικού πλαισίου του Ν.1178/1981, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση (κατά την έννοια που καθορίζεται και στη διάταξη του αρθ. 920 του Α.Κ.) από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου ως στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις όμως αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία ως πραγματικά γεγονότα, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική τους βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1, περ. α'-δ' του άρθρου 367 ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 §2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 §1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 §2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα προαναφερθέντα αντικειμενικά και υποκειμενικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης από την ΠΚ 367 §2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 §1 ένστασης. Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξύβρισης συντρέχει ιδίως όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, 1573/2005, 346/2004).
Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσο οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Νόμιμο καθήκον στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρ. 367 §1 του ΠΚ, είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Στο πλαίσιο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του αρθρ. 367 παρ. 1 του ΠΚ το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης.
Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του αρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση.
Δικαιολογημένο δε ενδιαφέρον, που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 §§1-2 του Συντάγματος σχετικό και το άρθρο 10 §1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ), έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.
Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος πολιτικού προσώπου ατομικά, με την προϋπόθεση όμως τα σχόλια και οι ειδήσεις αφορούν επίσης ατομικά το ίδιο πολιτικό πρόσωπο και όχι συνολικά τον πολιτικό φορέα στον οποίο ανήκει και δεν συντρέχει μία από τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις του άρθ. 367 §2 του ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1048/2010, 1030/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6536/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Ο εναγόμενος, ο οποίος υπό το ψευδώνυμο ... συντάσσει και επιμελείται μόνιμη στήλη υπό τον τίτλο το "Επταήμερο του Διόδωρου", στην εβδομαδιαία εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας το "...", συνέταξε και δημοσίευσε στο φύλλο αυτής με ημερομηνία 6-7-2003 δημοσίευμα (σχόλιο) που αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, με το εξής επιλέξει περιεχόμενο: "Ο Ψ σταμάτησε για μια στιγμή να εκμεταλλεύεται τα δίδυμα του επικοινωνιακά και εμπορικά και έσπευσε στην ΚΕ να διαπιστώσει ότι η "παραίτηση του γραμματέα έχει συγκλονίσει την κοινωνία και έχει διχάσει το ΠΑΣΟΚ".
Και έπρεπε να πάρει τον λόγο να μιλήσει και αυτός - να μιλούν μόνο οι εχθροί του, ... και ...; Άμα του το ξανακάνουν αυτό, κινδυνεύουν να μείνουν ορφανά τα καημένα τα δίδυμα - εγκεφαλικό θα πάθει. Είναι όμως συνεπής: δεν πηγαίνει σε δεξιώσεις πλουτοκρατών ούτε αναβαίνει στα κότερά τους, τους καλεί στις δικές του δεξιώσεις τους πλουτοκράτες ώστε να μπορεί να αποστομώσει όσους του ασκούν κριτική: "Τους ταΐζω, δεν με ταΐζουν" - το πού τους γνώρισε ώστε να τους καλεί στις οικογενειακές γιορτές παραμένει μυστήριο που θα το λύσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος...".
Το αναφερόμενο στο ως άνω δημοσίευμα γεγονός ότι ο ενάγων "Ψ σταμάτησε για μια στιγμή να εκμεταλλεύεται τα δίδυμα του επικοινωνιακά και εμπορικά" είναι παντελώς ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, διότι πλήττει την προσωπικότητά του στην καίρια διάσταση της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής και την ιδιότητα του γονέα.
Ο ενάγων είναι πράγματι πατέρας δύο δίδυμων αγοριών του Α1 και του Α2, που διανύουν τα πρώτα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ενάγων εκμεταλλεύεται τα παραπάνω ανήλικα τέκνα του "επικοινωνιακά και εμπορικά", όπως ψευδώς αναφέρει ο εναγόμενος στο παραπάνω δημοσίευμα του, ούτε προκύπτει τούτο, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα απ' αυτόν (εναγόμενο) έγγραφα και συγκεκριμένα:
α) Το από τον Ιούλιο 2003 δημοσίευμα του περιοδικού ..., στη σελίδα 13 του οποίου έχει καταχωρηθεί δημοσίευμα με τον τίτλο "ΣΥΝΑΞΗ ΔΙΔΥΜΟΤΕΚΝΩΝ ΟΙΝΟΠΟΙΩΝ" με το εξής περιεχόμενο: "Σύναξη διδυμοτέκνων οινοποιών κι ένα νέο ποιοτικό κρασί με την ονομασία "Δίδυμος" "κυκλοφόρησε στην αγορά. Οι οινοποιοί που διαθέτουν δίδυμα τέκνα, πραγματοποίησαν την ετήσια συγκέντρωσή τους στο "Κτήμα ..." στο ...
στις 14 Ιουνίου. Οι "Διδυμότεκνοι" όπως αυτοαποκαλούνται, αποφάσισαν την παραγωγή δύο τύπων κρασιού, λευκό και ερυθρό, με την ετικέτα "Δίδυμος", προϊόν μείξης των καλύτερων κρασιών που διαθέτουν. Τα κρασιά "Δίδυμος" θα πωλούνται αποκλειστικά από τα οινοποιεία των "Διδυμοτέκνων", στα οποία θα διατίθενται ανά 2002 φιάλες (1001 λευκό κρασί και 1001 ερυθρό), καθώς και σε συσκευασία δύο φιαλών.
Φέτος η επεξεργασία και εμφιάλωση των κρασιών γίνεται στο οινοποιείο του ... στα .... Τα νέα υψηλής ποιότητας κρασιά παρουσιάστηκαν το Σάββατο 14 Ιουνίου στο "Κτήμα ...". Στη συνάντηση παραβρέθηκαν οι "Διδυμότεκνοι" με τις οικογένειες τους και συγκεκριμένα οι κ.κ...., όπως και ο βουλευτής και πρώην υπουργός κ.
Ψ, γνωστός για τις επιδόσεις του στην οινοποιία. Οι "Διδυμότεκνοι" συναντήθηκαν για πρώτη φορά πέρσι τον Ιούνιο, που είναι ο μήνας των Διδύμων στο ζωδιακό κύκλο", β) Το από 24-6-2003 Δελτίο Τύπου το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "...", με περιεχόμενο παρόμοιο με εκείνο του δημοσιεύματος του περιοδικού ..., στην τελευταία παράγραφο του οποίου αναφέρονται τα εξής: "Οι "Διδυμότεκνοι", συναντήθηκαν για πρώτη φορά πέρσι τον Ιούνιο, που είναι ο μήνας των Διδύμων στο ζωδιακό κύκλο".
Έκτοτε, αποφάσισαν να κάνουν τη συνάντηση αυτή θεσμό με χαρακτήρα, όχι μόνο κοινωνικό αλλά και ... πρακτικό προχωρώντας σε κοινή παραγωγή κρασιού", γ) Το από 1-7-2003 δημοσίευμα της εφημερίδας "ΤΟ ...", στο οποίο δημοσιεύονται φωτογραφίες της οικογένειας του ενάγοντος και καλεσμένων του, εκπροσώπων του πολιτικού, επιχειρηματικού και δημοσιογραφικού κόσμου, που παραβρέθηκαν στη βάπτιση των δίδυμων τέκνων του με σχετικά σχόλια του συντάκτη και δ) Το από 1-7-2003 δημοσίευμα της εφημερίδας "...", με τον τίτλο "Συνασπισμός διδύμων" και με το εξής περιεχόμενο: "Πολλοί θα σκεφτούν, αυτός είναι τώρα στο περιθώριο, βρήκε κοινό και μικρόφωνο και θα μιλάει για ώρα".
Κουβέντες διανθισμένες με πολιτικό χιούμορ από τον Ψ, εν όψει των κινήσεων ..., στη δεξίωση που παρέθεσε στο κτήμα ... για τα βαφτίσια των διδύμων του. Του Α2, πού βάφτισε η ..., και του Α1, που βάφτισε ο ..., πρώην διευθυντής του "..." και εκδότης του περιοδικού "...". Τελικά, ο ευτυχής μπαμπάς παρουσίασε μόνο την ορχήστρα και το εκλεκτό κρασί "Δίδυμος" το οποίο του έστειλαν οινοπαραγωγοί που έχουν αποκτήσει δίδυμα και έχουν συνασπιστεί....".
Από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι ο ενάγων "εκμεταλλεύεται επικοινωνιακά και εμπορικά" τα δίδυμα τέκνα του, όπως ψευδώς αναφέρεται στο επίμαχο δημοσίευμα, ούτε από τα έγγραφα αυτά δικαιολογείται η εκ μέρους του εναγομένου, όπως ισχυρίζεται, αξιολόγηση ότι η εν λόγω δημόσια συμπεριφορά του ενάγοντος, συνιστά "εμπορική" και "επικοινωνιακή" εκμετάλλευση του ότι είναι πατέρας διδύμων τέκνων με προφανή στόχο την προσωπική του προβολή, αφού ο εναγόμενος, λόγω της ακαδημαϊκής του ιδιότητας (είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Μέσων Επικοινωνίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών) και της εν γένει πολιτικής, κοινωνικής και συγγραφικής του δράσης, έχει την ικανότητα να σταθμίσει την ουσία των λεγομένων του και να διακρίνει το συκοφαντικό γεγονός από τη θεμιτή και οξεία κριτική.
Η επίμαχη φράση "Ο Ψ σταμάτησε για μια στιγμή να εκμεταλλεύεται τα δίδυμά του επικοινωνιακά και εμπορικά", δεν συνιστά έκφραση γνώμης και άσκηση πολιτικής κριτικής κατά του ενάγοντος πολιτικού προσώπου, σε σχέση με τη δημόσια δραστηριότητά του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Εξάλλου, η συμμετοχή του ενάγοντος σε εκδήλωση οινοπαραγωγών και η συναίνεση αυτού του να δοθεί δημοσιότητα στην ιδιωτική - οικογενειακή εκδήλωση της βάπτισης των τέκνων του, δεν συνιστά "επικοινωνιακή" και "εμπορική" εκμετάλλευση του ότι είναι πατέρας διδύμων τέκνων με προφανή στόχο την προσωπική του όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά αποτελεί γεγονός ψευδές που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ο δε εναγόμενος, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, γνώριζε την αναλήθεια αυτών.
Ο εναγόμενος γνώριζε επίσης ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, το γεγονός αυτό συνιστά αντικειμενικώς και υποκειμενικώς το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363 - 362 του Π.Κ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι "το επίδικο σχόλιο συνιστά έκφραση γνώμης και άσκηση πολιτικής κριτικής κατά του αντιδίκου πολιτικού προσώπου, σε σχέση με τη δημόσια και μόνο δραστηριότητά του, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος επέλεξε να συνδέσει το γεγονός ότι κατέστη πατέρας δίδυμων τέκνων, τόσο με τις οινοπαραγωγικές δραστηριότητές του, όσο και με την πολιτική του σταδιοδρομία", και επομένως δεν αποτελεί άδικη πράξη σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού οι παραπάνω προσβλητικοί για τον ενάγοντα ισχυρισμοί, περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 του Π.Κ., και επομένως η διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου".
Με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του στο αποδεικτικό της πόρισμα, το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ 352, 363, 357 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, με αιτιολογίες ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι ίδιες διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφορικά με:
α) τη συνδρομή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς κατά την έννοια της συκοφαντικής δυσφήμισης, β) τον αποκλεισμό της ανάλογης εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 367 §1 του ΠΚ και γ) την άσκηση θεμιτής δημοσιογραφικής κριτικής. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο ότι η επίμαχη φράση του ένδικου δημοσιεύματος της 6-7-2003 ότι:
ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) Ψ, σταμάτησε για μια στιγμή να εκμεταλλεύεται τα δίδυμά του επικοινωνιακά και εμπορικά", συνιστά ψευδές γεγονός αντικειμενικά και ότι το ψευδές γνώριζε ο αναιρεσείων συντάκτης. Στη συνέχεια όμως παραθέτει (το Εφετείο) στις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης τέσσερα δημοσιεύματα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, προγενέστερα κατά λίγες μάλιστα ημέρες στο σύνολό τους χρόνου σε σχέση με το ένδικο δημοσίευμα (αρχές Ιουνίου 2003, 24-6-2003, 1-7-2003 και 1-7-2003), από τα οποία σαφώς αντικειμενικά προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αναπτύξει κατ' εκείνο το χρόνο δημόσια δραστηριότητα σε σχέση με την ιδιότητά του ως πατέρας διδύμων τέκνων, που είχε δημοσιοποιηθεί με τη συναίνεσή του:
α)με τη συμμετοχή του σε πρωτοβουλία διδυμότεκνων γονέων οινοπαραγωγών για την παραγωγή και αποκλειστική εμπορία κρασιού με την ονομασία "Δίδυμος", β) με τις διαδοχικές συναντήσεις του με γονείς άλλων διδύμων τέκνων το μήνα που αντιστοιχεί στο ζωδιακό κύκλο των διδύμων, γ) με την ευρεία δημοσιοποίηση από τον ίδιο του γεγονότος της βάπτισης των διδύμων τέκνων του, κατά την οποία προσφέρθηκε στους προσκεκλημένους κρασί με την ονομασία "Δίδυμοι", και δ) με τη συμμετοχή στη βάπτιση ως αναδόχων των δύο διδύμων τέκνων του αναιρεσίβλητου, εκπροσώπων και μελών του επιχειρηματικού και δημοσιογραφικού κλάδου.
Εν όψει αυτών, δεν αιτιολογείται περαιτέρω επαρκώς στην προσβαλλόμενη, για την άρση της διαφαινόμενης σαφώς αντίφασης, γιατί η προαναφερθείσα δημόσια δραστηριότητα του αναιρεσίβλητου με τη συναίνεσή του, σε σχέση με την ιδιότητά του, του πατέρα διδύμων τέκνων, αλλά και προβεβλημένου πολιτικού, δεν αποτελεί κατά θεμιτή δημοσιογραφική εκτίμηση και αξιολογική κριτική επικοινωνιακή και εμπορική εκμετάλλευση της αντίστοιχης ιδιότητας, αλλά και γιατί οι πιο πάνω κρίσιμοι επιθετικοί προσδιορισμοί είναι αντικειμενικά ψευδείς, αλλά και γιατί δικαιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος συντάκτη με την έννοια της γνώσης του ψευδούς του ίδιου δημοσιεύματος, παρά τα προηγηθέντα τέσσερα απόλυτα συναφή δημοσιεύματα με παρόμοιο επί της ουσίας περιεχόμενο προς τους ίδιους επιθετικούς προσδιορισμούς συνδεομένους απόλυτα με το γεγονός ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος επέλεξε να προβάλλει δημόσια τις προαναφερθείσες οικογενειακές εμπορικές εκδηλώσεις.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο (όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα Εισήγηση κατ' άρθρ. 562 §1 του Κ.Πολ.Δ.), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αν παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την αριθ. 6536/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ