Supreme Court partially allows appeal against Athens Court of Appeal's dismissal of tort claim against shareholders.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's dismissal of a tort claim. The appellant alleged that two shareholders and the company failed to account for a specific sum of money, while the lower court found no damage because the funds were held for third parties. The Court ruled that the appeal regarding the shareholders must be remitted for further trial, but dismissed the appeal against the company.
Legislator headnote
AI generatedArticles 71 and 914 of the Civil Code; A corporation is liable for acts of its organs, but a claim against individual shareholders for alleged mismanagement requires proof of direct damage to the claimant, which was absent here.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1486 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1486/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείοντος: Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Σωτήρης Μανιαδάκης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ψ2 και 3) Ψ3, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Ανδρουλάκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.1.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4175/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4595/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 27 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον δεύτερο λόγο της και την απόρριψή της κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, ενώ και το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 914 ΑΚ για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια β) ζημία και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 10/1/2004 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων και του Α ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Η 1η των εναγομένων είναι Χρηματιστηριακή Εταιρεία (ΑΧΕ), μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών, έχουσα σαν σκοπό, σύμφωνα με το καταστατικό της, τη διεξαγωγή όλων των χρηματιστηριακών συμβάσεων..
Οι 2ος και 3ος των εναγομένων, είναι χρηματιστές, βασικοί μέτοχοι της 1ης και μέλη του Διοικητικού συμβουλίου της, ο μεν πρώτος Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε δεύτερος Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου... εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρεία είτε μαζί είτε χωριστά ο καθένας. Ο 1ος εναγόμενος ήταν και διορισμένος χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της ...
Η άνω χρηματιστηριακή εταιρεία ... ίδρυσε υποκαταστήματα στη ....., ... με υπεύθυνο υπάλληλό-διευθυντή τον Α για το ένα γραφείο ... Το γραφείο αυτό λειτουργούσε στην οδό ..... στη ..... στην είσοδο του οποίου έφερε την πινακίδα ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ - ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ Α, τα έντυπα της δε είχαν τον ίδιο λογότυπο της εταιρείας.
Το γραφείο λειτουργούσε υπό την διεύθυνση του Α, που ήταν και μέτοχος της, τον οποίο η ΑΧΕ είχε προστήσει για την διενέργεια και διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της στη ..... . Ο Α ήταν μέτοχος της εναγομένης ... Λόγω του τόπου κατοικίας μου, κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1998, επισκέφθηκα το άνω υποκ/μα που διηύθυνε ο 4ος εναγόμενος και του γνωστοποίησα ότι επιθυμώ, ενόψει της διαφαινομένης ανοδικής πορείας του Χρηματιστηρίου και της προσδοκίας υψηλών αποδόσεων του κεφαλαίου που διέθετα, να προβαίνω σε αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του ΧΑΑ.
Στη συζήτηση που επακολούθησε μου δήλωσε ότι μπορεί και να με συμβουλεύει στις επιλογές αγοράς και πώλησης των μετοχών, ως διαθέτων καλές πηγές πληροφόρησης και να τον εμπιστευθώ στις επιλογές αυτές. Έτσι συμφωνήσαμε ότι η εναγομένη θα εκτελούσε τις εντολές μου για την αγορά ή πώληση των μετοχών, τέτοιες εντολές [αγοραπωλησίας μετοχών], στα πλαίσια των κεφαλαίων που είχα στη διάθεση της, τα οποία θα κατέθετα στον με αριθμό .....
λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, όμως μπορούσε να διαβιβάσει και ο 4ος εναγόμενος με δική του πρωτοβουλία, κατ' εξουσιοδότηση που είχα παράσχει. Για την έναρξη της συναλλαγής αυτής μέσω της εναγομένης, κατέθεσα αίτηση για τη δημιουργία μερίδας επενδυτή και την εξουσιοδότησα για το χειρισμό της μερίδας μου αυτής...
Κατόπιν των συμφωνιών αυτών στις 29/6/1998 κατέθεσα στον άνω λογαριασμό που μου υπέδειξε, δικαιούχος του οποίου όπως φάνηκε στο αποδεικτικό που εκτυπώθηκε, ήταν ο 4ος εναγόμενος με την σύζυγο του, το ποσό των 8.000.000 δρχ. για την αγορά μετοχών [όπως ανέγραψα και στο σχετικό καταθετήριο] της Εμπορικής Τράπεζας ...
Στις 13/7/1998 μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι έχει πληροφορία ότι η μετοχή της εταιρείας ..... θα έχει αλματώδη αύξηση της τιμής της και είναι φρόνιμο να του εμβάσω και άλλα ποσά για την αγορά της μετοχής αυτής. Πράγματι στις 14/7/1998 του καταθέτω στο ίδιο λογαριασμό 2.000.000 δρχ. Στις 20/8/1998 μου απέστειλε για ενημέρωση μου μέσω φαξ έγγραφο που ονόμαζε ΠΙΝΑΚΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ με επικεφαλίδα Α, για το χρονικό διάστημα από 29/6/1998 - 20/8/1998, στον οποίο αναγράφονται οι παραπάνω καταθέσεις μου και ότι το χρονικό αυτό διάστημα με τα χρήματα που του κατέθεσα αγόρασε 300 μετοχές της αντί 7.950.000 δρχ.
και 300 μετοχές ..... αντί 2.004.000 δρχ. και ότι στις 20/8/1998 πώλησε τις μετοχές της Εμπορικής Τράπεζας αντί 9.966.000 δρχ. ήτοι με κέρδος 2.016.000 δρχ. Την ίδια ημέρα μου απέστειλε και άλλο έγγραφο το ονόμαζε ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ με επικεφαλίδα πάλι Α, με το οποίο με πληροφορεί ότι την ημερομηνία εκείνη είχα τις 300 μετοχές .....
και μετρητά χρήματα 9.833.667 δρχ. προφανώς από τη πώληση των μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας, Έκτοτε με βομβάρδιζε συνεχώς με τέτοια έγγραφα στα οποία απεικόνιζε αγοραπωλησίες μετοχών με μεγάλο κέρδος [σχεδόν με διπλασιασμένο το κεφάλαιο μου]. Έτσι, στις 6/9/1998, 5/10/1998 και 25/10/1998 μου απέστειλε μέσω φαξ ανάλογα ενημερωτικά έντυπα, με την οποία με πληροφορούσε για τις αγοραπωλησίες μετοχών που έκανε στο όνομα μου και τη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου κάθε φορά.
Σημειώνω ότι στα ίδια ενημερωτικά έγγραφα ανέγραφε τη τιμή κτήσης κάθε μετοχής, τη τρέχουσα αξία, το ύψος της υπεραξίας [κέρδος] αριθμητικά και ποσοτικά. Στις 15/2/1999 μου ζήτησε να του καταθέσω επίσης 5.000.000 δρχ., τα οποία και του κατέθεσα την επομένη ημέρα, για τη κάλυψη τιμήματος για την αγορά μετοχών της ..... .
Στις 17/2/1999 μου απέστειλε πάλι τα ίδια παραπάνω έγγραφα και συγκεκριμένα: α] ΠΙΝΑΚΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ με επικεφαλίδα Α, για το χρονικό διάστημα από 1/1/1999-17/2/1999, στον οποίο αναγράφεται η παραπάνω κατάθεση μου και ότι το χρονικό αυτό διάστημα προέβη στην αγορά 1000 μετοχών ..... αντί 4.700.000 δρχ., στη πώληση 600 μετοχών της .....
αντί 6.420.000 δρχ., στη αγορά 400 μετοχών ..... αντί 6.800.0000 δρχ., β] ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ με επικεφαλίδα πάλι Α, με το οποίο με πληροφορεί ότι την ημερομηνία εκείνη είχα 400 μετοχές ....., 300 μετοχές ....., 1000 μετοχές ....., 1000 μετοχές ..... και μετρητά χρήματα 461.130 δρχ. και ότι η τρέχουσα αξία των μετοχών μου ήταν 26.490.030 δρχ.
Η τελευταία ενημέρωση που μου έστειλε ήταν στις 22/5/1999 όταν στον μεν πίνακα συναλλαγών με πληροφορεί για αγοραπωλησίες μετοχών που έκαμε από 1/1/1999 [εκτός των αμέσως παραπάνω αναφερομένων στις 15/4/1999 πώλησε 400 μετοχές ..... αντί 8.120.000 δρχ., στις 28/4/199 αγόρασε 5000 μετοχές ..... αντί 7.000.000 δρχ., στις 30/4/1999 αγόρασε 500 μετοχές .....
αντί 2.997.000 δρχ. στις 30/4/1999 πώλησε 300 μετοχές ..... αντί 2.460.000 δρχ. και στις 10/5/1999 πώλησε 5000 μετοχές ..... αντί 9.180.000 δρχ.] στη δε ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ με επικεφαλίδα πάλι Α, με το οποίο με πληροφορεί ότι την ημερομηνία εκείνη είχα 500 μετοχές ....., 1000 μετοχές ....., 1000 μετοχές ..... και μετρητά χρήματα 9.933.934,06 δρχ. και ότι η τρέχουσα αξία των μετοχών μου ήταν 30.273.934,06 δρχ. ...
Αρχές Ιουνίου του 1999 δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες για υπεξαιρέσεις και οικονομικά ανοίγματα της εναγομένης από τη δραστηριότητα του άνω υποκαταστήματα της στη ..... . Συγκεκριμένα έγινε γνωστό ότι το ταμείο του υποκ/τος αυτού είχε ταμειακό έλλειμμα 555.555.000 δρχ., ότι είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους, τουλάχιστο 3,5 δις.
δρχ. και ότι άρχισε να διαπιστώνεται, από καταγγελίες πελατών, οι υπεξαιρέσεις και άλλων σημαντικών ποσών. Η λειτουργία του υποκ/τος, εν τοις πράγμασι σταμάτησε, αφού κάθε μέρα το επισκεπτόταν εκατοντάδες εξαπατημένων πελατών, ο Α συνελήφθηκε και προφυλακίστηκε, ανεστάλη με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς η λειτουργία της ΑΧΕ, αφού διαπίστωσε τα οικονομικά ανοίγματα της εταιρείας και παραβάσεις των § 4.3γ, 10.2.δ, 7.2 γ και 5.3 του Κώδικα δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και της .....
απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με την ίδια απόφαση διαπιστώθηκε ότι η οργανωτική δομή, η λογιστική κατάσταση και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 § 1 του Ν. 1806/1988, η δε λειτουργία της είναι επικίνδυνη για τους επενδυτές και την ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Στη συνέχεια προφυλακίστηκαν και οι 2ος και 3ος των εναγομένων... Αμέσως προσέτρεξα στα γραφεία της εναγομένης, από όπου πληροφορήθηκα ότι: α] δεν είχα καμία μετοχή στο χαρτοφυλάκιο μου, β] όλα τα παραπάνω ενημερωτικά έγγραφα που έστελνε ο Α ήταν ψεύτικα, και γ] ότι ουδεμία μετοχή αγόρασα ή πώλησα και ότι δ] ουδέν ποσό είχα καταβάλει σε αυτήν για την αγορά μετοχών.
Έτσι αποδείχθηκε το μέγεθος της σε βάρος μου, αλλά και σε βάρος εκατοντάδων άλλων επενδυτών, απάτης και υπεξαίρεσης, αφού αποδείχθηκε ότι, το χρονικό αυτό διάστημα και κυρίως από το Μάιο του 1998 μέχρι το τέλος του Μαΐου του 1999, τα χρήματα που του διδόταν για την αγορά μετοχών από τους πελάτες του υποκ/τος ο εναγόμενος τα υπεξαιρούσε για την εξαπάτηση τους κατάρτιζε και τους παρέδιδε τα άνω έγγραφα, τα οποία αφενός μεν δεν απεικόνιζαν της πραγματική κατάσταση των συναλλαγών και της διάρθρωσης του χαρτοφυλακίου αφετέρου ήταν πλαστά, αφού δεν ήταν έγγραφα της εναγομένης.
Επί πλέον αποδείχθηκε ότι και σε βάρος εκείνων των επενδυτών, που διέθεταν πραγματικό χαρτοφυλάκιο, προέβαινε σε ανάλογες υπεξαιρέσεις χρημάτων και μετοχών με πλαστογραφήσεις των υπογραφών κ.λ.π. Στη περίπτωση μου με έπεισε, με την άνω ιδιότητα του, ότι μπορούσα να καταθέσω χρήματα στο λογαριασμό που μου υπέδειξε και ότι αυτός με τα χρήματα αυτά θα μου αγόραζε μετοχές, ενώ πρόθεση του εξαρχής ήταν η υπεξαίρεση των χρημάτων αυτών, το οποίο θα επιτύγχανε εξαπατώντας με τη σύνταξη και αποστολή των άνω ψευδών και πλαστών εγγράφων, με την οποία με πληροφορούσε και με διαβεβαίωνε για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών και κατοχή χρημάτων ή μετοχών, ενώ τούτο ήταν ψευδές, αφού εξαρχής αυτός είχε υπεξαιρέσει τα χρήματα...
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο Α διέπραξε σε βάρος μου το αδίκημα της υπεξαίρεσης και της απάτης και έτσι με ζημίωσα παράνομα και υπαίτια και υποχρεούται να με αποζημιώσει. Σε ολόκληρο συνυπεύθυνοι να με αποζημιώσουν είναι και η 1η των εναγομένων ΑΧΕ σωρευτικά τόσο με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών [ΑΚ 914] όσο και με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ αλλά και οι 2ος και 3ος των εναγομένων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 71 ΑΚ.
Σύμφωνα: 1) με το άρθρο 4 του Ν. 1806/88 η ΑΧΕ πρέπει να διαθέτει α) "... αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρείας ..." β) "Οργάνωση και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την προστασία των πελατών και των χρημάτων που ανήκουν σε επενδυτές", 2) με το άρθρο 3 του άνω Κώδικα Δεοντολογίας που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του Ν. 2396/1996, μια εκ των βασικών αρχών που διέπουν τις σχέσεις χρηματιστηριακής εταιρείας και πελάτη είναι ότι οι εταιρείες πρέπει να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά τη ενάσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους.
Στα πλαίσια της αρχής αυτής προβλέπεται περαιτέρω ότι πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έτσι [4.2.] ώστε να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρείας, [4.3] να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία πελατών τα οποία κατέχουν ή διακινούν, δεν θα χρησιμοποιηθούν για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη [5.3] οι εταιρείες θα διαθέτουν σαφείς εσωτερικές οδηγίες και κανόνες ως προς την διεκπεραίωση των πάσης φύσεως παρεχομένων υπηρεσιών και θα διασφαλίζουν την τήρηση τους από τα καλυπτόμενα πρόσωπα.
Οι διαδικασίες και οι κανόνες αυτοί αποβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι η συνομολόγηση και επιβεβαίωση συναλλαγών δεν θα πραγματοποιούνται από ίδιο πρόσωπο και 10.2.γ. οι εταιρείες ... πρέπει να είναι οργανωμένες ... η οργάνωση αποσκοπεί στη διασφάλιση δυνατότητας αποτελεσματικής άσκησης διοικητικού ελέγχου και εποπτείας των πράξεων των υπαλλήλων και συνεργατών της και της λειτουργία της εταιρείας βάσει σαφών, πλήρων και επαρκών διαδικασιών.
Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 71 § 2γ εδ. 4 του Ν. 19696/1991 "μέλη του ΧΑΑ δύνανται να συστήνουν, εκτός της έδρας τους, γραφεία με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη και διαβίβαση εντολών επ' ονόματι πελατών τους και χωρίς τη δυνατότητα κατοχής κεφαλαίων, κινητών αξιών ή χρηματοπιστωτικών μέσων που ανήκουν σε πελάτες τους".
Όπως προαναφέρω, η εναγομένη προέστησε στη διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών της εργασιών και των εν γένει εργασιών της στο υποκ/μα της στη ....., σύμφωνα με το νόμο και με άδεια των Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον Α. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού είχε εκμισθώσει γραφεία και είχε ορίσει σαν υπεύθυνο Διευθυντή αυτόν, που συναλλάσετο με πελάτες της 1ης σαν εκπρόσωπος της.
Στο γραφείο αυτό είχε το έλεγχο και την εποπτεία η ίδια, συνεπώς όφειλε και υποχρεούτο να ελέγχει αν το γραφείο αυτό λειτουργούσε σύμφωνα με τους νόμους, εάν τηρούσε τα από το Χρηματιστήριο και τους νόμους απαιτούμενα έγγραφα και εμπορικά βιβλία και εάν διαχειρίζετο και διεκπεραίωνε τις χρηματιστηριακές υποθέσεις που ανελάμβανε κατά τρόπο σύννομο, σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία και τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της χρηματιστηριακής εταιρείας.
Η εναγομένη όμως: 1ο] Κατά απαράδεκτο και επικίνδυνο, τόσο για τα συμφέροντα τα δικά της όσο και των πελατών της, είχε επιτρέψει τη προσωποποίηση και ταύτιση του υ-ποκ/τος αυτού με τον 4ο εναγόμενο, έτσι ώστε επέτρεψε τη δημιουργία εντυπώσεων στο κοινό και σε εμένα, ότι αυτός ταυτίζεται με την ΑΧΕ, ότι είναι χρηματιστής και όχι απλός διευθυντικός υπάλληλος της, 2ο] Του είχε εκχωρήσει απαράδεκτα, και χωρίς ανάλογες ασφαλιστικές δικλείδες [π.χ.
δεύτερη υπογραφή για την ανάληψη υποχρεώσεων, η παρουσία και ετέρου εμπίστου σε αυτήν προσώπου] δικαίωμα εκπροσώπησης και μάλιστα υπογραφής τραπεζικών επιταγών, χωρίς να ελέγχει το αριθμό των εκδιδομένων τραπεζικών επιταγών. Επί πλέον του είχε παραχωρήσει το δικαίωμα κατοχής και διαχείρισης των κεφαλαίων των πελατών ως επίσης και κατοχής των μετοχών των πελατών της.
Το σύνολο των πληρωμών και εισπράξεων, ως επίσης της παραλαβής ή της παράδοσης των μετοχών των πελατών της, διενεργούνταν από το Υποκ/μα της ....., και όχι απευθείας από το κεντρικό κατάστημα της, χωρίς ταυτόχρονα να έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή υπεξαιρέσεων. Έτσι, π.χ., ενώ όπως προαναφέρω είχε νόμιμη υποχρέωση να μην έχει στη διάθεση του Α χρηματικά ποσά και μετοχές, μολαταύτα δεν λάμβανε τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα για την αποφυγή υπεξαιρέσεων και επέτρεπε ή ανεχόταν τη καταχώρηση στα βιβλία της, πληρωμών μεγάλων ποσών σε πελάτες της μετρητοίς [πληρωμή που δεν μπορούσε να γίνει πρακτικά, αφού ήταν απίθανο να διαθέτει τέτοια ποσά το υποκ/μα] και όχι μέσω τραπεζικών εμβασμάτων ή καταθέσεων, όπως επιβαλλόταν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ήταν η πάγια πρακτική όλων των ΑΧΕ.
Άλλωστε ο τρόπος αυτός πληρωμών [μέσω τραπεζών] εξασφάλισε τόσο την εναγομένη όσο και τους πελάτες της από το κίνδυνο υπεξαιρέσεων. Επίσης ουδέποτε ήλεγξε αν οι εγγραφές πληρωμών προς τους πελάτες ήταν πραγματικές ή εικονικές και αν πράγματι οι υπογραφές για καταβολή χρημάτων ήταν γνήσιες ή όχι. Αν πράγματι προέβαινε σε τέτοιο ουσιαστικό έλεγχο, και όχι το τυπικό που ισχυρίζεται ότι έκανε, θα διαπίστωνε το περίεργο γεγονός να αναλαμβάνονται δεκάδες εκατομμυρίων από το ταμείο της ΑΧΕ από τον Α, για δήθεν πληρωμή σε πελάτες, μετρητοίς και όχι με τραπεζικές επιταγές, στα γραφεία του υποκ/τος, και μάλιστα από πελάτες όχι κατοίκους ....., και να υπογράφονται αποδείξεις με πανομοιότυπο τρόπο.
Η εναγομένη, κατά παράλειψη της νομίμου υποχρέωσης της αλλά και της ακολουθούμενης πρακτικής σε τέτοιες συναλλαγές, ουδέποτε ενημέρωνε τους με το υποκ/μα της ..... συναλλασσομένους πελάτες της και συνεπώς ούτε και μένα για τις αγοραπωλησίες των μετοχών ούτε για τη κίνηση του λογαριασμού, όπως δε ισχυρίστηκε εκ των υστέρων, αυτήν την υποχρέωση την είχε εκχωρήσει ανεπίτρεπτα στο άνω υποκ/μα.
Αλλά και αν ακόμη είχε μεταβιβάσει την υποχρέωση αυτή στο Υποκ/μα, δεν ήλεγξε αν πράγματι ενημέρωνε τους πελάτες της. Αποτέλεσμα της ως άνω παράλειψης της ήταν ο Α, εκμεταλλευόμενος την άγνοια, την απειρία ή και την αφέλεια των πελατών και της εμπιστοσύνης που ενέπνεε από τη θέση του αυτή, να προβαίνει σε πωλήσεις μετοχών χωρίς εντολές των πελατών, να υπεξαιρεί χρήματα που του εμπιστεύθηκαν οι πελάτες ή μετοχές και γενικά να ενεργεί κατά βούληση και σύμφωνα με τις εγκληματικές διαθέσεις του για απάτη και υπεξαίρεση των πελατών της αλλά και εμένα.
Άλλωστε η εναγομένη, οικονομικών συμφερόντων των 2ου και 3ου των εναγομένων, έμπειρων χρηματιστών, του εμπιστευθεί τη θέση αυτή γιατί του είχε πλήρη εμπιστοσύνη, γεγονός που παραγνώριζε την ανησυχία και επιφυλακτικότητα και του πιο δύσπιστου και επιφυλακτικού πελάτη. Ταυτόχρονα, λόγω της έλλειψης αυτής ενημέρωσης εκ μέρους της ΑΧΕ, ο Α άδραξε την ευκαιρία και από κάποιο χρονικό σημείο και μετά άρχισε να ενημερώνει του πελάτες της και εμένα, με βάση πλαστά και αναληθή έγγραφα, για δήθεν αγοραπωλησίες μετοχών ή διάρθρωσης δήθεν χαρτοφυλακίου μου, γεγονός [η πλαστότητα των] που θα αποδεικνύονταν πάραυτα και έγκαιρα, αν η εναγομένη με ενημέρωνε για την μηδενική κατάσταση της χρηματικής μου καρτέλας.
Ανέχθηκε την επάνδρωση του υποκ/τος αυτού με πρόσωπα συγγενικά, φίλους ή προσληφθέντες από αυτόν, ενώ θα έπρεπε να έχει προσλάβει και δικό της έμπιστο πρόσωπο για τον έλεγχο των συναλλαγών, ενόψει της παραχωρηθείσης σε αυτόν ευρείας εξουσιοδοτήσεως. Επί πλέον, δεν προέβαινε σε αιφνίδιους και απροειδοποίητους επισκέψεις και ελέγχους του υποκ/τος, που αν προέβαινε, σίγουρα θα διαπίστωνε τις παρανομίες του, όπως συνέβη το Ιούνιο του 1999, όταν καθ ομολογία της ανακάλυψε τις παρανομίες στις 4/6/1999 "σε αιφνιδιαστικό έλεγχο που έγινε από την ίδια την εταιρεία μέσω των νομίμων εκπροσώπων και των ελεγκτών της".
Η εναγομένη ΑΧΕ υποχρεούται να με αποζημιώσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, αφού, συνεπεία των προαναφερομένων πράξεων και παραλείψεων της, ενόψει και της φύσεως της δραστηριότητας, με ζημίωσε αφού ο συνεναγόμενος Α, με την άνω ιδιότητα του, υπεξαίρεσε το ποσό των 15.000.000 δρχ., που εισέπραξε από εμένα για την αγορά των μετοχών, που δεν αγόρασε.
Υποχρεούται επίσης να με αποζημιώσει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 922 ΑΚ, αφού ο προστηθείς από αυτήν Α ήταν υπάλληλος της και διευθυντής του υποκ/τος, τον είχε προσλάβει για την εκπλήρωση του σκοπού της και συνεπώς υπήρχε κατά το χρόνο διάπραξης των αδικοπραξιών-υπεξαιρέσεων σε σχέση εξάρτησης από αυτήν, αφού είχε τη νομική δυνατότητα και έδιδε εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.
Τις υπεξαιρέσεις αυτές τις έκαμε υπό την ιδιότητα του αυτή, εντός του καταστήματος και ήταν συναφής με το κύκλο εργασιών της καθ' ης που ήταν η αγοραπωλησία μετοχών ... Όπως προαναφέρω οι 2ος και 3ος των εναγομένων, κύριοι μέτοχοι της εναγομένης, υπό την άνω ιδιότητα των εκπροσώπων της και υπευθύνων σύμφωνα με το νόμο για την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, επέδειξαν αν όχι ανοχή, τουλάχιστο όμως βαρεία αμέλεια.
Συγκεκριμένα δεν επέδειξαν την επιβαλλομένη, από το επάγγελμα των, το αντικείμενο των εργασιών της εναγομένης και τις περιστάσεις, επιβαλλόμενη επιμέλεια κατά την άσκηση της διαχειριστικής εξουσίας που τους ανατέθηκε, αφού δεν άσκησαν το δέοντα έλεγχο και εποπτεία στο υποκ/μα της ....., όπου είχαν ορίσει διευθυντή τον Α και προέβησαν σε υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις που αναφέρονται παραπάνω.
Συνεπώς οι 2ος και 3ος των εναγομένων έχουν αυτοτελή, πρόσθετη και σε ολόκληρο με την 1η υποχρέωση να με αποζημιώσουν για την αυτήν ως άνω ζημιά μου Συνεπώς οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, είναι σε ολόκληρο υπεύθυνοι για την αποκατάσταση της άνω θετικής μου ζημίας που ανέρχεται συνολικά σε 15.000.000 δρχ. ή 44.020,54 €".
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως αόριστη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων Ψ2 και Ψ3, προέδρου και αντιπροέδρου, αντιστοίχως, του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν α) ότι ο ενάγων κατέθετε τα χρήματά του σε λογαριασμό της πρώτης εναγομένης χρηματιστηριακής εταιρείας ώστε να δύναται αυτή να ελέγξει δια των οργάνων της και νομίμων εκπροσώπων της τον Α ως διευθυντή του υποκαταστήματός της και β) ότι οι συναλλαγές γινόταν από την πρώτη εναγομένη, ώστε να ευθύνονται οι ως άνω εναγόμενοι, ως όργανα αυτής.
Τα εν λόγω όμως στοιχεία, η έλλειψη των οποίων θεωρήθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη ότι καθιστά αόριστη την αγωγή, δεν ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωση της τελευταίας. Ειδικότερα το μεν πρώτο από αυτά διότι η κατάθεση των χρημάτων σε λογαριασμό της εταιρείας δεν ήταν λογικώς αναγκαία για την αποτελεσματικότητα των παραλειφθέντων μέτρων και ελέγχων, όπως αυτοί εξειδικεύονται στην αγωγή, στην έλλειψη των οποίων ανάγεται αιτιωδώς, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η ζημία του ενάγοντος, το δε δεύτερο διότι για την ίδρυση της ενδιαφέρουσας εν προκειμένω ευθύνης των εν λόγω δύο εναγομένων σκοπητέα είναι αποκλειστικά η δική τους υπαίτια συμπεριφορά και όχι η συμπεριφορά ή η ευθύνη άλλου, όπως αυτή (ευθύνη) του νομικού προσώπου της εταιρείας.
Κατ' ακολουθίαν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή ως αόριστη για τους ως άνω δύο λόγους και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθήν υπαγωγή, προβάλλεται η σχετική αιτίαση, είναι βάσιμος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα σε σχέση με το αγωγικό κονδύλιο των 5.000.000 δραχμών που φέρεται ως κατατεθέν από τον ενάγοντα σε τραπεζικό λογαριασμό Α την 16/2/1999: "Ο ενάγων ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος διατείνεται ότι η ζημία του ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 15.000.000 δρχ., διότι κατέθεσε, την 16.2.1999, ποσό 5.000.000 δρχ.
και, εις επίρρωσιν, επικαλείται και προσκομίζει αντίστοιχη απόδειξη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Από την προσκομιζόμενη, όμως, αυτή απόδειξη προκύπτει ότι την άνω ημεροχρονολογία "η κατάθεση έγινε από τον Β και Γ. Αιτιολογία για αγορά μετοχών" και όχι από τον ενάγοντα Χ. Εφ' όσον, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέθεσε το άνω ποσό, το απαιτούμενο κονδύλιο των 5.000.000 δρχ.
για την αιτία αυτή είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 298, 317 και 417 ΑΚ. Διότι με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που επιτρέπει τον ακυρωτικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δέχεται ότι δεν υπήρξε ισόποση προς το απορριφθέν κονδύλιο ζημία, αφού το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 5.000.000 δραχμών δεν περιήλθε στην κατοχή του Α ως κατατεθέν εξ' ονόματος και για λογαριασμό του ενάγοντος, αλλά τρίτων προσώπων.
Επομένως, ο αντίθετος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα.
Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο με τίτλο "πίνακας συναλλαγών" που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το προαναφερόμενο έγγραφο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το ποσό των 5.000.000 δραχμών του απορριφθέντος, κατά τα προαναφερόμενα, αγωγικού κονδυλίου κατατέθηκε από τους γιους του Β και Γ για λογαριασμό του.
Ο λόγος όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε. Κατά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσίβλητους, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Ως προς την πρώτη από τους αναιρεσιβλήτους η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4595/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης από τους αναιρεσιβλήτους την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ