Legislator Case Law & Legislation
1486/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual reasoning on causation.

Case Number 1486/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident. The lower court failed to provide clear reasoning on whether the appellant's negligence caused the collision and whether the respondent could have avoided it under the specific conditions. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Law 1911/1911; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal basis is admissible when the court of first instance fails to provide sufficient and clear reasoning regarding the factual elements necessary to establish the legal conditions for liability.

Keywords

AI generated
traffic accident liability negligence causation insufficient reasoning remand for retrial appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 1911/1911
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1486 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1486/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..................................., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Βοζίκη – Σαπουντζόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..........................., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σταμούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Δεκεμβρίου 2001, 16 Οκτωβρίου 2003 αγωγές και τις από 17 Ιανουαρίου 2003 και 16 Οκτωβρίου 2003 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3728/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7875/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚπολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από τη σύγκρουση αυτοκινήτων ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά γεγονότα μπορούν καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση, τόσο ως προς την ύπαρξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αιτιακής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς τον βαθμό του πταίσματος κάθε οδηγού των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Την 22-11-2000 και ώρα 17.25΄ ο αναιρεσείων, οδηγώντας το ................ Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητό του και κινούμενος με κατεύθυνση προς ............. επί της εθνικής οδού ......................, που αποτελείτο από δύο ρεύματα κυκλοφορίας πλάτους 3,75 μέτρων το καθένα, όταν έφθασε στο 30ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, όπου υπήρχε ευθεία σε μήκος 100 μέτρων, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό φωτεινό δείκτη κατευθύνσεως («φλας») και διέκοψε την πορεία του, προκειμένου να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και, αφού διασχίσει καθέτως το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να εισέλθει στον παραπλεύρως αυτού υπάρχοντα χώρο του εργοστασίου της επιχειρήσεως «.............».

Πίσω του ακολουθούσε ένα αυτοκίνητο με οδηγό τον .................... και πίσω από αυτόν ο αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ............... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο με ρυμουλκούμενο όχημα. Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου, αντιληφθείς το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, τροχοπέδησε εγκαίρως και κατάφερε να αποφύγει την πρόσκρουση επ'αυτού.

Ο αναιρεσίβλητος όμως, αν και τροχοπέδησε αμέσως, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη διολίσθηση του φορτηγού αυτοκινήτου του, του οποίου το εμπρόσθιο τμήμα (ρυμουλκό) έκλινε προς τα δεξιά αποκλείοντας το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..........., ενώ το οπίσθιο τμήμα του (ρυμουλκούμενο) κατέλαβε ολόκληρο το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, ο ................., οδηγώντας το ................ Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και κινούμενος επί της ίδιας οδού με κατεύθυνση προς ............., δεν μπόρεσε, λόγω και της μειωμένης ορατότητας (είχε αρχίσει να νυχτώνει), να αντιληφθεί εγκαίρως το επί του ρεύματος πορείας του ακινητοποιηθέν ρυμουλκούμενο όχημα, με συνέπεια, παρά τη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα δεξιά, να επιπέσει με το εμπρόσθιο πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στην πλάγια αριστερή πλευρά του ρυμουλκούμενου οχήματος, στον οπίσθιο αριστερό τροχό του οποίου προσέκρουσε επίσης και ένα άλλο επιβατηγό αυτοκίνητο.

Ως προς τη συμπεριφορά αμφοτέρων των διαδίκων, το εφετείο δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε την επιμέλεια, που υπό παρόμοιες περιστάσεις θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός οδηγός, ούτε οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επιπλέον δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε, ενόψει και των επικρατουσών ειδικών συνθηκών (μειωμένη ορατότητα λόγω νύκτας, έντονη βροχόπτωση και ολισθηρότητα του οδοστρώματος), να είναι σε θέση να αντιδράσει, αλλά, οδηγώντας με ανεπιτηδειότητα, ακινητοποίησε το όχημά του στο μέσον της οδού, προκειμένου να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σε σημείο όπου ο ελιγμός αυτός απαγορεύετο λόγω της υπάρχουσας στο οδόστρωμα διπλής διαχωριστικής γραμμής, ενώ ακόμη παρέλειψε να λάβει υπόψη την όπισθεν αυτού κίνηση άλλων οχημάτων, τα οποία, εξαιτίας των άνω ειδικών συνθηκών, υπήρχε κίνδυνος να συγκρουσθούν με το δικό του όχημα ή και με άλλα οχήματα στο ίδιο ή και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού και δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και με τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε, ενόψει και των ως άνω ειδικών συνθηκών, να είναι σε θέση να αντιδράσει, αλλά, οδηγώντας με ανεπιτηδειότητα, εκινείτο με την, υπερβολική για τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ωριαίως, δηλαδή καθυπέρβαση του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου των 70 χιλιομέτρων ωριαίως, χωρίς επιπλέον να λάβει υπόψη τον όγκο και το είδος του οχήματός του (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), το οποίο ήταν ευεπίφορο σε εκτροπή επί ολισθηρού οδοστρώματος, εξαιτίας δε της συμπεριφοράς του αυτής, ο ίδιος, βλέποντας το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, αιφνιδιάσθηκε και, στην προσπάθειά του να τροχοπεδήσει εγκαίρως, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, με συνέπεια τούτο να εκτραπεί και να αποκλείσει τόσο το δικό του όσο και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του ..............

Ακολούθως, το εφετείο, κρίνοντας ότι το ατύχημα είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του ..............., την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του και την πρόκληση βλαβών στο ρυμουλκούμενο τμήμα του αυτοκινήτου του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτό οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 70% και του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 30%, δέχθηκε εν μέρει τις, περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, από 22-12-2001 αγωγή του .....................

κατά του αναιρεσιβλήτου και από 16-10-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και την από 16-10-2003 προσεπίκληση με την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Με τις παραδοχές του αυτές, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και για τη συνδρομή πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού (αναιρεσείοντος) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προεκτεθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της συνυπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου.

Και τούτο, γιατί δεν προσδιορίζει αν η ενεργοποίηση από τον αναιρεσείοντα του αριστερού δείκτη κατευθύνσεως («φλας») του αυτοκινήτου του έγινε κατά τη στιγμή της ακινητοποιήσεώς του ή πριν και σε ποια απόσταση από το σημείο ακινητοποιήσεώς του. Περαιτέρω, παρέλειψε να εκθέσει αν ο αναιρεσίβλητος έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος.

Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι στο σημείο ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος «υπήρχε ευθεία άνω των 100 μέτρων» και ότι ο όπισθεν αυτού κινούμενος με το αυτοκίνητό του .................. αντελήφθη το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος «σταματημένο με αναμμένο φλας για να στρίψει αριστερά» και τροχοπέδησε αποφεύγοντας τη σύγκρουση με αυτό, παραλείπει ωστόσο να αναφέρει αν ο αναιρεσίβλητος, κινούμενος όπισθεν του αυτοκινήτου του .................., εκτέλεσε ή δεν μπορούσε να εκτελέσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό χειρισμό ήτοι να μειώσει, ενόψει και των επικρατουσών συνθηκών (μειωμένη ορατότητα λόγω νύκτας, έντονη βροχόπτωση και ολισθηρότητα του οδοστρώματος) αλλά και του είδους του οχήματός του (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), την ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ωριαίως με την οποία εκινείτο.

Δεν αναφέρει επίσης ποια ήταν η ενδεδειγμένη για τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα, με την οποία όφειλε να κινείται ο αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγιναν δεκτές η από 16-10-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και η από 16-10-2003 προσεπίκληση με την ενωμένη σ΄ αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κατόπιν τούτου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Αναιρεί την 7875/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

-

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ