Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of defense arguments in defamation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision in a defamation lawsuit. The appellants argued the lower court failed to declare certain defenses inadmissible, but the court found the appeal baseless because the lawsuit's object was the cessation of defamatory statements, not the specific procedural handling of those defenses. Consequently, the appeal was rejected, costs were assigned to the appellants, and the appeal bond was remitted to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines matters of admissibility sua sponte when a party is absent, and the inadmissibility of an appeal is determined by whether the appeal raises a valid ground for review rather than procedural technicalities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Γ. του Φ., κατοίκου ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 25-1-2023 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ά. Ι. του Ν., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Λιβιεράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις τρεις από 21-11-2016 και την από 22-11-2016 και με αριθμούς κατάθεσης 507554/2685/2016, 507551/2683/2016, 507549/2682/2016 και 507555/2686/2016 αγωγές και τις τέσσερις από 25-1-2017 και με αριθμούς κατάθεσης 503133/296/2017, 503139/298/2017, 503125/295/2017 και 503145/300/2017 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4447/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3617/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ14/2015, ΑΠ548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 5677/25.6.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευάγγελου Έξαρχου, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 18.2.2019 ένδικης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 13.12.2021, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Όμως, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό ενόψει του ότι η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (άρθρα 575 εδ.
β', 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδ. γ', δ' ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες Χ. Γ., η εταιρεία με την επωνυμία ... η εταιρεία με την επωνυμία"... και η εταιρεία "...." άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθ. κατάθεσης 507554/29-11-2016 αγωγή κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίστηκαν τα εξής:
Ότι η πρώτη εναγόμενη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... έχει ως αντικείμενο την παρασκευή των γνωστών παγωτών υπό τα σήματα ... και ... τα οποία διανέμει στο καταναλωτικό κοινό μέσω ενός δικτύου αποκλειστικών συνεργατών ανά την Ελλάδα. Ότι ο πρώτος ενάγων δραστηριοποιήθηκε από το έτος 1999 σε διάφορες περιοχές, ορισθείσες από την δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "... ...", ως αποκλειστικός διανομέας παγωτών υπό διάφορα εταιρικά σχήματα μέχρι και την 28/1/2014, οπότε η πρώτη εναγομένη έλυσε την συνεργασία τους, λόγω δήθεν υπαιτιότητας των εναγουσών εταιρειών, των οποίων ομόρρυθμος εταίρος, είναι ο πρώτος ενάγων.
Ότι στην πραγματικότητα η πρώτη εναγομένη προέβη στην ενέργεια αυτή, προκειμένου να αποδεσμευθεί αζημίως από τις συμβάσεις με τις ενάγουσες εταιρείες του πρώτου ενάγοντος, καθόσον δεν επιθυμούσε διανομείς να αποκτούν δύναμη και οικονομική ανεξαρτησία, αφού έτσι δεν μπορούσε να επιβάλει δυσμενείς για τους διανομείς συναλλακτικούς όρους, συνεργαζόμενη προς τούτο με τον δεύτερο εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο, κουμπάρο και πρώην συνεταίρο, με την ιδιότητα του ετερόρρυθμου εταίρου, από το έτος 2008 του πρώτου ενάγοντος στην δεύτερη ενάγουσα εταιρεία, και με πρόσχημα οικονομικές ατασθαλίες του έτους 2012, στις οποίες είχε προβεί ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος κατά το έτος αυτό, εν αγνοία του πρώτου ενάγοντος, που τον εμπιστευόταν και τον χρησιμοποιούσε σε όλες τις περιοχές - δρομολόγια του, δεν εξέδιδε και δεν παρέδιδε τιμολόγια - παραστατικά στους πελάτες, παρότι τους έδινε εμπορεύματα, και έτσι καρπωνόταν το αντίτιμο τους.
Ότι η πρώτη εναγομένη, σε συνεργασία με τον δεύτερο εναγόμενο, στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2013 και χωρίς να ενημερώσει τον πρώτο ενάγοντα, προέβη σε ξαφνικούς ελέγχους σε πελάτες των περιοχών που δραστηριοποιούνταν η δεύτερη ενάγουσα, ζητώντας πληροφορίες για τον τζίρο που έκαναν οι πελάτες, τι παροχές έχουν λάβει και αν η δεύτερη ενάγουσα τις απέδωσε πραγματικά, ο δε δεύτερος εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο διέδιδε στα στελέχη της εναγομένης (διευθυντή πωλήσεων, περιφερειακό διευθυντή κλπ) αλλά και στους πελάτες της ότι η πρακτική που ο ίδιος εφάρμοζε, δηλαδή να μην εκδίδει και να μην παραδίδει τιμολόγιο - παραστατικά στους πελάτες παρ' ότι τους έδινε εμπορεύματα, γινόταν κατ' εντολή του πρώτου ενάγοντος και ότι το αντίτιμο των εμπορευμάτων αυτών το καρπωνόταν η δεύτερη ενάγουσα.
Ότι με τις πράξεις τους αυτές οι εναγόμενοι έπληξαν με τρόπο ανήθικο την προσωπικότητα και την υπόληψη του πρώτου ενάγοντος αλλά και τη φήμη, την πίστη και το οικονομικό μέλλον των εναγουσών εταιρειών, αφού οι ενάγοντες δεν αποκλείεται μετά τη λύση της συνεργασίας τους με την πρώτη εναγομένη να επιδιώξουν να δραστηριοποιηθούν στην ίδια αγορά με τη διανομή άλλων προϊόντων.
Για τους λόγους αυτούς, μετά από παραδεκτό περιορισμό των κονδυλίων της αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για κάθε ενάγοντα και την τροπή αυτών από καταψηφιστικών σε έντοκων αναγνωριστικών με σχετική μνεία στις έγγραφες προτάσεις τους, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι α) να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον να διαδίδουν αναληθείς συκοφαντικούς ισχυρισμούς, ότι ο δεύτερος εναγόμενος με το που παρέδιδε μέχρι τη λήξη της σεζόν του 2012 εμπορεύματα στους πελάτες χωρίς να εκδίδει τιμολόγια ενεργούσε κατ' εντολή του πρώτου ενάγοντος και ότι τα χρήματα που εισέπραττε χωρίς την έκδοση τιμολογίων, περιέρχονταν στην εταιρεία τους β) να απειληθεί υπέρ εκάστου των εναγόντων χρηματική ποινή 5.900 ευρώ από καθένα των εναγομένων, καθώς και προσωπική κράτηση του δεύτερου εναγόμενου διάρκειας (5) μηνών, για κάθε ημέρα παραβίασης της απόφασης που θα εκδοθεί, γ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι ο καθένας τούτων, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, στο πρώτο ενάγοντα το ποσό των 151.000 ευρώ και σε καθεμία των λοιπών εναγουσών το ποσό των 50.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 14/1/2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 8135/296/2015 όμοιας αγωγής των εναγόντων, από το δικόγραφο της οποίας παραιτούνται, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής, και δ) να δημοσιευθεί το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης σε μια πολιτική και οικονομική εφημερίδα με επιμέλεια τους πρώτου ενάγοντα και με δαπάνη των εναγομένων.
Η ως άνω ένδικη αγωγή, κρίθηκε νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 345, 346, 914, 919, 920, 926, 932 ΑΚ, 1, 11, 12, 22 ν. 146/1914, 362 ΠΚ και συνεκδικάστηκε με τις ασκηθείσες επίσης ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου αγωγές: α) υπ' αριθ. κατάθεσης 507555/29-11-2016 της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... β) υπ' αριθ. κατάθεσης 507551/29-11-2016 της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
και γ) υπ' αριθ. κατάθεσης 507549/29.11.2016 αγωγής της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", στρεφόμενες όλες οι ως άνω αγωγές κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ.4447/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία απέρριψε τις αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με τις εφέσεις που άσκησαν οι ενάγουσες των παραπάνω αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 3617/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθ.
κατάθεσης 507554/29-11-2016 αγωγή τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού", απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη. Με τις υπόλοιπες διατάξεις του Ν 146/1914 και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 3 έως 18, προστατεύεται η οικονομική ελευθερία από τις συγκεκριμένες ανταγωνιστικές ενέργειες που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, η διενέργεια των οποίων απαγορεύεται και συνεπώς είναι παράνομη, όπως είναι η παραπλανητική διαφήμιση (άρθρο 13) η εμπορική δυσφήμηση (άρθρα 11-12), η χρήση ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος, επωνυμίας ή εντύπου με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση (άρθρα 13-15) και η προστασία της επιχειρηματικής φήμης και του εμπορικού απορρήτου (άρθρα 16,17), χωρίς στις περιπτώσεις αυτές να απαιτείται η ύπαρξη αντίθεσης στα χρηστά ήθη, όπως στην περίπτωση του άρθρου 1.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 146/1914, εκείνος που με σκοπό τον ανταγωνισμό ισχυρίζεται ή διαδίδει ειδήσεις, μεταξύ των άλλων και για την εργασία ή επιχείρηση άλλου, που μπορούν να βλάψουν τις εργασίες της επιχείρησης υποχρεούται σε ανόρθωση της ζημίας του αδικηθέντος ο οποίος έχει και αξίωση προς παράλειψη.
Στοιχεία της διάταξης αυτής που προστατεύει τον δυνάμενο να ζημιωθεί περιουσιακά ή ηθικά επιχειρηματία είναι: α) σκοπός αθέμιτου ανταγωνισμού, β) ισχυρισμός ή διάδοση βλαπτικών ειδήσεων, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση γίνεται εν γνώσει της αναληθείας των ειδήσεων, γ) οι ειδήσεις πρέπει να αφορούν είτε την εργασία ή επιχείρηση άλλου, είτε το πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή διευθυντή αυτής, είτε τα εμπορεύματα ή τις βιομηχανικές εργασίες άλλου, δ) οι ειδήσεις πρέπει να είναι ικανές να βλάψουν τις εργασίες της επιχείρησης ή την εμπορική κίνηση άλλου, ε) οι ειδήσεις πρέπει να μην είναι κατά τρόπο ευαπόδεικτο αληθείς, ενώ δεν απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος για την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στον αδικηθέντα.
Επίσης, κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, όποιος εν γνώσει της αναληθείας ισχυρίζεται ή διαδίδει ως προς την επιχείρηση ή εργασία άλλου το πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή του διευθυντή αυτής, τα εμπορεύματα ή τις βιομηχανικές εργασίες τρίτου, ειδήσεις που μπορεί να βλάψουν την επιχείρηση, τιμωρείται με φυλάκιση....
Από τη διάταξη αυτή, η οποία προστατεύει την καλή φήμη στις συναλλαγές συνάγεται ότι, προς θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση της εν λόγω διατάξεως, απαιτείται ο προσβολέας να ισχυρίζεται ή διαδίδει, εν γνώσει της αναληθείας, ειδήσεις με το παραπάνω περιεχόμενο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση που έχει προβληθεί και αφού έχει λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα και οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος ως προς την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται η παράνομη προσβολή να είναι και υπαίτια.
Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ο παθών, και επί της αδικοπραξίας του άρθρου 920 του ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 2030/2014, ΑΠ 408/2007). Αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ετερόρρυθμες εταιρείες, αν με την εις βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 387/2005 και 6/2004).
Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 2030/2014, ΑΠ 179/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία (πρώτη αναιρεσίβλητη) είχε ως αντικείμενο μεταξύ άλλων την παρασκευή των γνωστών παγωτών υπό τα σήματα ...
και ..., τα οποία διανέμει στο καταναλωτικό κοινό μέσω ενός δικτύου αποκλειστικών συνεργατών ανά την Ελλάδα. Η επωνυμία της εναγόμενης προήλθε από την μετατροπή της αρχικής της επωνυμίας "... ... μετά την εξαγορά του ελέγχοντος πακέτου μετοχών της άνω εταιρείας από την εταιρεία με την επωνυμία "... τον Μάρτιο του έτους 2006.
Η εναγόμενη όμως εταιρεία "... στις 30/9/2016 μεταβίβασε την επιχείρηση (κλάδο) παγωτού στην εταιρεία με την επωνυμία ..." όπως συνομολογείται από όλους τους διαδίκους. Ο ενάγων Χ. Γ. με την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου και διαχειριστή των λοιπών τριών εναγουσών εταιρειών υπήρξε από την 5/6/2000 έως και την 28/1/2014, αρχικά με την μορφή της ατομικής επιχείρησης και στην συνέχεια μέσω των λοιπών εναγουσών εταιρειών, εμπορικός συνεργάτης της ..., υπό τις εκάστοτε εταιρικές μορφές, επωνυμίες και μετοχική σύνθεση αυτής και είχε ανατεθεί σ' αυτόν η παράδοση παγωτών παραγωγής της σε συγκεκριμένες περιοχές και σημεία πώλησης στην Αθήνα, όπως Κυψέλη, Γκύζη, Πολύγωνο, Γαλάτσι, Κηφισιά, Νέα Ερυθραία, Εκάλη, Πεύκη, ..., Ν.
Ηράκλειο, Μελίσσια, Άγιο Στέφανο, Κρυονέρι, Άνοιξη, Καπανδρίτι, Αφίδνες. Μέχρι το έτος 2009 οι διανομείς που συνεργάζονταν με την εναγόμενη εταιρεία αγόραζαν από αυτήν και μεταπωλούσαν τα παγωτά στους πελάτες. Κάθε διανομέας εξ αυτών είχε ένα φορτηγό-αυτοκίνητο. Ο ενάγων Χ. Γ. είχε τις τρεις ενάγουσες εταιρείες και τέσσερα φορτηγά -αυτοκίνητα προκειμένου να διανέμει τυποποιημένα παγωτά σε ατομικές και οικογενειακές συσκευασίες.
Από την 1/1/2010 οι διανομείς δεν αγόραζαν τα παγωτά αλλά τα παραλάμβαναν με σύμβαση παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ ΑΚ) και έκδοση δελτίου - αποστολής από την εναγόμενη και στην συνέχεια τα πωλούσαν στους πελάτες και απέδιδαν τις εισπράξεις μετά το πέρας της διανομής στην εναγομένη, εκτός του ποσοστού αμοιβής, ενώ συγχρόνως γινόταν παρακράτηση 2% επί της δικαιούμενης αμοιβής τους.
Ο εναγόμενος Ά. Ι. εργαζόταν από το έτος 2001 ως ιδιωτικός υπάλληλος στις επιχειρήσεις του Χ. Γ., ενώ το έτος 2008, έχοντας αναπτύξει φιλικές σχέσεις μαζί του, αποδέχθηκε πρόταση του τελευταίου να συμμετάσχει ως ετερόρρυθμος εταίρος, με ποσοστό 50% στην σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία "... συνέχισε όμως να εργάζεται και να αμείβεται και μετά την σύσταση της ως άνω εταιρείας ως υπάλληλος και συγκεκριμένα να εκτελεί τα ίδια με το προ της σύστασης αυτής καθήκοντα του οδηγού - μεταφορέα (ex van) παγωτού από τα εργοστάσια της εταιρείας ...
στα μικρά καταστήματα, περίπτερα και συνοικιακά σουπερμάρκετ, αποκλειστικά και μόνο στις περιοχές Αμαρουσίου, Πεύκης και Λυκόβρυσης, χρησιμοποιώντας για την εκτέλεση των καθηκόντων και το φορτηγό ιδιοκτησίας του Χ. Γ.. Σύμφωνα με τον όρο 4 του από 3/1/2008 καταστατικού της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, η διάρκεια αυτής ήταν αορίστου χρόνου και μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο μόνο από τον ομόρρυθμο εταίρο της Χ.
Γ. ή με κοινή απόφαση όλων των συνεταίρων. Σύμφωνα δε με τους όρους 6 και 8 του άνω καταστατικού, διαχειριστής, εκπρόσωπος, ταμίας και εκκαθαριστής της εταιρείας ήταν μόνο ο Χ. Γ.. Η ως άνω εταιρεία λύθηκε τελικά μονομερώς από τον Χ. Γ. στις 31/12/2012, χωρίς αυτός να ενημερώσει τον Ά. Ι., ο οποίος συνέχισε να απασχολείται μέχρι και τον Μάιο του 2013 ως υπάλληλος στις επιχειρήσεις του, δηλαδή για πέντε (5) μήνες από την λύση της εταιρείας, οπότε ο Χ.
Γ. του ζήτησε να αποχωρήσει από την εργασία του λόγω της οικονομικής κρίσης, υποσχόμενος ότι θα τον επαναπροσλάβει όταν αυτό θα καθίστατο και πάλι εφικτό. Η σύζυγος δε του ενάγοντος Τ. Σ. του Ε., στην υπ' αριθ. 3384/7-3-2017 ένορκη βεβαίωση της, σαφώς καταθέτει ότι λόγω της κουμπαριάς και της εμπιστοσύνης που είχε ο Χ.
Γ. στον εναγόμενο, ο τελευταίος αναμιγνυόταν και στα άλλα δρομολόγια που είχε ο ενάγων με τις λοιπές τρεις ενάγουσες εταιρείες, γεγονός που ενισχύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με την απασχόληση του εναγόμενου από τον ενάγοντα και ύστερα από την λύση της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, τελικά την λύση της εταιρείας αυτής πληροφορήθηκε ο Ά.
Ι. για πρώτη φορά στις 27-6-2013, όταν χρειάστηκε να ζητήσει την διαγραφή του από τα μητρώα του Ο.Α.Ε.Ε. στις 21-6-2013 με την με αριθμό πρωτοκόλλου 1019039/2013 αίτηση του προς τον ΟΑΕΕ, όπου στο με αριθμό πρωτοκόλλου 1049350/1-7-2013 απαντητικό έγγραφο - απόφαση του ΟΑΕΕ προς τον εναγόμενο, πληροφορείται ο ίδιος για την διακοπή ασκήσεως επαγγέλματος του από την 31/12/2012.
Ο εναγόμενος δε λόγω των φιλικών του σχέσεων και την ιδιότητα του κουμπάρου με τον Χ. Γ., και αποβλέποντας στην επαναπρόσληψή του, δεν διεκδίκησε αποζημίωση απολύσεως. Όταν όμως στο τέλος Σεπτεμβρίου 2013, ελέγχοντας το ασφαλιστικό του βιβλιάριο, ενόψει τοκετού του δεύτερου τέκνου του που γεννήθηκε στις 26/10/2013 (βλ.
την από 5/5/2016 βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης, εκτυπωμένη από την Διαδικτυακή Πύλη "Ερμής"), διαπίστωσε ότι ο Χ. Γ. τον ενέπαιζε, καθώς δεν είχε καταβάλει, ως όφειλε, και αντίθετα με τις υποσχέσεις του, τις ασφαλιστικές του εισφορές και τον είχε καταστήσει ανασφάλιστο επισκέφθηκε τα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στις 24/10/2013, ανέφερε στον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης στον κλάδο του παγωτού κο Κ.
σειρά παρατυπιών του Χ. Γ. έναντι της ..., οι οποίες είχαν υπαγορευθεί από τον τελευταίο και είχαν υποπέσει στην αντίληψη του ίδιου του Α. Ι. και αφορούσαν μεγάλο αριθμό ακυρώσεων τιμολογίων πελατών χαμηλής έκπτωσης εκ μέρους των εναγουσών εταιρειών του Χ. Γ., που στην συνέχεια επανεκδίδονταν σε άλλους πελάτες με υψηλή έκπτωση.
Περαιτέρω η εναγομένη ... είχε διαμορφώσει ένα ειδικό σύστημα παραλαβής ανώνυμων καταγγελιών προκειμένου να υποδέχεται καταγγελίες σε παγκόσμια κλίμακα χωρίς ο καταγγέλλων να είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στην εταιρεία ταυτότητα του, ήτοι το "Integrity Reporting System". Στις 13/9/2013, η ... είχε ήδη δεχθεί στο ως άνω σύστημα ανώνυμη καταγγελία, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εναγομένη, η οποία ανέφερε ότι γίνονται ακυρώσεις τιμολογίων από συνεργάτες "ex van", στους οποίους παρεχόταν μικρό ποσοστό έκπτωσης, και επανέκδοση τους σε πελάτες με μεγαλύτερο ποσοστό έκπτωσης, με αποτέλεσμα αυτοί να αποκομίζουν σημαντικά οφέλη, περίπου 8.000 ευρώ ο καθένας.
Επειδή δε η ... είχε επιβάλει αυστηρότερους ελέγχους από τον Απρίλιο 2013, ο ανώνυμος καταγγέλλων προέτρεπε την εταιρεία να ανατρέξει σε προγενέστερες του Απριλίου χρονικές περιόδους. Τα αναφερόμενα δε από τον Ά. Ι. τον Οκτώβριο του 2013, έλαβαν γνώση ο επιθεωρητής πωλήσεων της ... Α. Κ., ο Περιφερειακός Διευθυντής αυτής Χ.
Τ. ο διευθυντής πωλήσεων του κλάδου του παγωτού της ... Ε. Π. και η εναγόμενη στον Εσωτερικό έλεγχο της εναγομένης Α. Β. - Τ. του Γ. - Β.. Το ζήτημα κρίθηκε ιδιαιτέρως σοβαρό διότι ο Χ. Γ. ήταν ένας από τους μεγαλύτερους αντιπροσώπους της εναγομένης και ξεκίνησαν πλέον συγκεκριμένες εσωτερικές έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί το βάσιμο της ως άνω καταγγελίας.
Από τους ελέγχους που επακολούθησαν διαπιστώθηκε ότι τα προηγούμενη χρόνια οι ενάγουσες εταιρείες του Χ. Γ. εμφάνισαν ραγδαία αύξηση του αριθμού των ακυρούμενων τιμολογίων. Συγκεκριμένα, όπως καταγράφεται στον με επίκληση προσκομιζόμενο από την εναγόμενη εταιρεία πίνακα με την "Ανάλυση Προόδου Ακυρωτικών Τιμολογίων σε Σχέση με Τζίρο και επί Συνόλου Αντιπροσώπων", οι ενάγουσες είχαν εκδώσει τα ακόλουθα ακυρωτικά τιμολόγια:
το έτος 2010: 152 ακυρωτικά τιμολόγια αξίας 30.662 ευρώ, που αντιστοιχούν στο 2,3% του τζίρου τους. Το έτος 2011: 220 ακυρωτικά τιμολόγια αξίας 35.803 ευρώ που αντιστοιχούν στο 2%του τζίρου τους. Το έτος 2012: 251 ακυρωτικά τιμολόγια αξίας 80.222 ευρώ, που αντιστοιχούν στο 5,5% του τζίρου τους. Ο αριθμός των παραπάνω ακυρωτικών τιμολογίων και η αξία τους σε σχέση με τον τζίρο, σε σύγκριση προς τον αριθμό και την αξία των ακυρωτικών τιμολογίων των υπολοίπων εμπορικών συνεργατών της εναγόμενης εταιρείας, ήταν σε τέτοιο βαθμό μεγαλύτερος, ώστε να μην δικαιολογείται.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους μετ' επικλήσεως από την εναγομένη πίνακες με "Ακυρωτικά Τιμολόγια" των αντιπροσώπων κατά την περίοδο 2010 έως και 2012 τόσο σε αξία όσο και σε αριθμό, οι ενάγουσες εταιρείες προέβησαν σε διπλάσιες έως και τριπλάσιες ακυρώσεις σε σχέση με εκείνες τους αμέσως επόμενου εμπορικού της συνεργάτη και πολλαπλάσιες του μέσου όρου ακυρώσεων των εμπορικών συνεργατών της συνολικά.
Επίσης ο προσκομιζόμενος μετ' επικλήσεως πίνακας, στον οποίο καταγράφεται η "Πρόοδος Ακυρωτικών Τιμολογίων Αντιπρόσωπο" για τους 20 σημαντικότερους από αυτούς, καταδεικνύει την ραγδαία αύξηση του αριθμού των ακυρωτικών τιμολογίων την τελευταία τριετία με κορύφωση το έτος 2012. Οι ακυρώσεις αυτές αφορούσαν κατά κανόνα πελάτες, προς τους οποίους η εναγόμενη εταιρεία παρείχε μικρή έκπτωση, σε περίπτωση δε ακύρωσης ενός τιμολογίου πώλησης παγωτών σε πελάτη που του παρέχεται μικρό ποσοστό έκπτωσης και έκδοσης για τα ίδια προϊόντα τιμολογίου σε πελάτη με μεγάλο ποσοστό έκπτωσης, τα χρήματα που έπρεπε ν' αποδοθούν στην εναγομένη για την ποσότητα των πωληθέντων παγωτών ήταν λιγότερα.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της πολιτικής προώθησης των προϊόντων της, η εναγομένη προσέφερε μέσω των συνεργατών της προς τα σημεία πώλησης, ως πρόσθετη παροχή σε είδος, δωρεάν ποσότητες παγωτών την αξία των οποίων επιβαρυνόταν η ίδια. Αυτό γινόταν με την προσκόμιση προς την εταιρεία (...) ιδιόγραφων σημειωμάτων του εκάστοτε εμπορικού της συνεργάτη, στα οποία αναφερόταν το τελικό σημείο πώλησης και ποσότητες που παραδόθηκαν προς αυτό δωρεάν προκειμένου να επιβαρυνθεί αυτή, με την αξία τους και συνακόλουθα να απαλλαγεί ο εμπορικός συνεργάτης από την υποχρέωση απόδοσης της αξίας των δωρεάν παγωτών σε χρήμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, τον Νοέμβριο 2013 και ενώ συνεχίζονταν οι εσωτερικές έρευνες, ο ενάγων Χ. Γ. προσκόμισε προς την εταιρεία, σημείωμα παροχής αξίας 595 ευρώ με ΦΠΑ προς τον κ. Σ. Π. προκειμένου να λάβει την αξία των παγωτών. Η εναγόμενη εταιρεία αρνήθηκε να το πράξει, κρίνοντας ότι δωρεάν παροχή παγωτού το Νοέμβριο μήνα δεν δικαιολογείται και ακύρωσε την παροχή.
Μετά από αυτό, ο Χ. Γ. προσκόμισε προς την εταιρεία τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την εναγομένη δύο τιμολόγια πώλησης -δελτία αποστολής με αριθμούς 16.981/22-11-2013 και 16.982/25-11-2013 αξίας 290,58 και 306,30 ευρώ αντιστοίχως και συνολικής αξίας 595 ευρώ. Επειδή όμως η συγκεκριμένη περίοδος κρίθηκε ότι δεν ήταν από εκείνες που γεμίζουν τα ψυγεία με παγωτά και επειδή πλέον η εναγόμενη εταιρεία ήταν υποψιασμένη, αποφασίστηκε να γίνει επιτόπιος έλεγχος.
Το σημείο πώλησης επισκέφθηκε ο Επιθεωρητής της εναγομένης Α. Κ. την επόμενη ημέρα, στις 26-11-2013, ο οποίος διαπίστωσε αφενός ότι δεν ίσχυε πλέον η επωνυμία "..." της συγκεκριμένης επιχείρησης, αλλά ότι ήδη από τις 16/11/2013 η επιχείρηση ήταν πλέον στο όνομα "Κ. Ε.", και αφετέρου διαπίστωσε την παντελή ανυπαρξία παγωτών στα ψυγεία της εν λόγω ατομικής επιχείρησης.
Όταν δε μετά την αυτοψία ζητήθηκαν εξηγήσεις από τον Χ. Γ. για το συγκεκριμένο περιστατικό, αυτός απάντησε ότι δήθεν τα εμπορεύματα είχαν τοποθετηθεί τον προηγούμενο Αύγουστο και ότι απλώς είχε παραλείψει να εκδώσει τα σχετικά παραστατικά (βλ. σχετ. την με αριθμό 3518/9-3-2017 ένορκη βεβαίωση του επιθεωρητή πωλήσεων της εναγομένης Α.
Κ.). Περαιτέρω από τους συνεχιζόμενους ελέγχους διαπιστώθηκε ότι πολύ συχνά τα ακυρωτικά τιμολόγια των εναγουσών εταιρειών γίνονται σε τόπους και χρόνους που ήταν αδύνατον να έχει λάβει πραγματικά χώρα η ακύρωση. Ειδικότερα, όπως καταγράφεται στον μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από την εναγομένη, πίνακα με "Παραδείγματα Ακυρωτικών την ίδια Ημέρα/Ωρα, με διαφορά λεπτών σε Πελάτες/Σημεία Διαφορετικών Περιοχών", ενδεικτικά στις 14/6/2012 ο Χ.
Γ. φέρεται ότι βρισκόταν στις 6:20 μμ. στην Κηφισιά, στις 6:22μμ. στην Πεύκη, στις 6:23 μμ. στην Δροσιά, στις 6:24 μμ. στην Κηφισιά και στις 6:27 μμ. στη Νέα Ερυθραία, όμως με δεδομένη την αρκετή χιλιομετρική απόσταση μεταξύ των περιοχών αυτών, είναι βέβαιο ότι δεν βρισκόταν στα συγκεκριμένα αυτά σημεία τις συγκεκριμένες χρονικές στιγμές (βλ.
σχετ. τις ένορκες βεβαιώσεις, 3518 και 3517/7-3-2017 των μαρτύρων της εναγόμενης Α. Κ. και Χ. Τ.). Επιπλέον, στις 11/11/2013 η εναγομένη προέβη σε αιφνιδιαστική απογραφή στα φορτηγά ψυγεία των εναγουσών εταιρειών του Χ. Γ. που βρίσκονταν σταθμευμένα στον χώρο του εργοστασίου της στον .... Από την γενόμενη καταμέτρηση προέκυψαν σοβαρές διαφορές στην απογραφή των υφιστάμενων προϊόντων και συγκεκριμένα έλλειπαν προϊόντα αξίας 9.000 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τον προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την εναγομένη πίνακα με την "Διαφορά Απογραφής 11/11/2013", την οποία ο Χ.
Γ. ανεπιφύλακτα υπέγραψε και στην συνέχεια εξόφλησε. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας των εναγόντων Π. Ι., με την ιδιότητα του πωλητή - οδηγού της εταιρείας ..." ενόρκως βεβαιώνει ότι στις 11/11/2013 έγινε έλεγχος μόνο στα δύο αυτοκίνητα της ενάγουσας εταιρείας "..." (τέταρτη ενάγουσα) και ότι τα παγωτά που έλειπαν από τα εν λόγω αυτοκίνητα βρίσκονταν στα άλλα δύο αυτοκίνητα των λοιπών εταιρειών του Χ.
Γ. (δεύτερης και τρίτης ενάγουσας). Ο εν λόγω μάρτυρας επιχειρεί να υποστηρίξει ότι τα προϊόντα αξίας 9.000 ευρώ, η έλλειψη των οποίων διαπιστώθηκε στα δύο αυτοκίνητα της εταιρείας "...", βρίσκονταν εντός των δύο αυτοκινήτων των άλλων δύο εταιρειών του Χ. Γ., διότι κατά τους χειμερινούς μήνες συνηθιζόταν η πώληση των παγωτών να γίνεται μόνο από δύο αυτοκίνητα της εταιρείας "...", και ότι το γεγονός αυτό το γνώριζε η ίδια η εναγομένη δια των αρμοδίων της οργάνων.
Πλην όμως ο συγκεκριμένος μάρτυρας περιπίπτει σε αντιφάσεις διότι ενώ καταθέτει αρχικά ότι οι πωλήσεις των παγωτών γινόταν κατά τους χειμερινούς μήνες μόνο από τα δύο αυτοκίνητα της εταιρείας "...", ουδόλως εξηγεί στην συνέχεια για ποιον λόγο οι ελλείψεις των παγωτών διαπιστώθηκαν στα ίδια ως άνω αυτοκίνητα και για ποιο λόγο βρίσκονταν τα παγωτά αυτά στα υπόλοιπα δύο αυτοκίνητα των εταιρειών του Χ.
Γ. που κατ' εκείνους τους μήνες δεν διενεργούνταν πωλήσεις παγωτών. Εξάλλου οι άνω ελλείψεις προϊόντων προέκυψαν κατά την απογραφή αυτών στις 11/11/2013 σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα παραστατικά που χορηγούσε η εναγομένη στους οδηγούς των αυτοκινήτων των εταιρειών του Χ. Γ. κατά την φόρτωση τούτων στα εν λόγω αυτοκίνητα, όπου αναγράφονταν ακριβώς οι τιμές των εμπορευμάτων που φορτώνονταν, (βλ.
τις υπ' αριθ. 4519 και 4521/ 23-3-2017 ένορκες βεβαιώσεις του Π. Ι. καθώς και την 3381/7-3-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγόντων Α. Μ.). Σημειώνεται επίσης ότι οι διαπιστωθείσες διαφορές, εκτός από οφειλή των εταιρειών του Χ. Γ. για πληρωμή των προϊόντων που έλλειπαν, συνιστούσαν και φορολογική παράβαση που θα μπορούσε να επιφέρει την επιβολή προστίμου σε βάρος της εναγόμενης εταιρείας σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου.
Από τα προαναφερόμενα περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο Χ. Γ. ως διαχειριστής των εναγουσών εταιρειών προέβαινε στις παραπάνω αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες κατά την εκτέλεση συμβάσεων εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των εναγουσών εταιρειών και της εναγομένης, οι οποίες (ενέργειες) συνιστούν σοβαρό λόγο καταγγελίας των συμβάσεων από την εναγομένη ...
και την μοναδική αιτία για την διακοπή της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, και ουδόλως οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης και ειδικότερα στην βούληση της διοίκησης αυτής να αποδεσμευτεί η εταιρεία αζημίως από τις συμβάσεις με τις ενάγουσας εταιρείες του Χ. Γ.. Α) Συγκεκριμένα η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία ...
είχε συνάψει με την εναγομένη 1ον) την από 16/1/2013 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας επί προμήθεια και συνεργασίας για την φυσική παράδοση παγωτών χρονικής διάρκειας από την 16/1/2013 έως και την 13/12/2015 και 2ον) την από 1/4/2011 σύμβαση διανομής χύμα παγωτού, παγωτινίων και γλυκών σε όλα τα δυνατά σημεία πώλησης στην ανατεθείσα περιοχή του Δήμου Αθήνας της Περιφέρειας Αττικής, χρονικής διάρκειας από 1/4/2011 έως 31/12/2013 και από 1/1/2014 και έκτοτε είχε καταστεί αορίστου χρόνου.
Β) Η τρίτη ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... είχε συνάψει με την εναγομένη 1ον) την από 1/1/2007 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με χρονική διάρκεια από 1/1/2007 έως 31/12/2009. 2ον) Στην συνέχεια και πριν την λήξη της άνω σύμβασης αποκλειστικής διανομής και 3ον) υπογράφηκε η από 3/1/2011 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας επί προμήθεια και συνεργασίας για την φυσική παράδοση παγωτών, χρονικής διάρκειας από 1/1/2011 έως 31/12/2013, οπότε κατέστη αορίστου χρόνου.
Γ) Η τρίτη (ενν: τέταρτη) ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." είχε συνάψει με την άνω δικαιοπάροχο της εναγομένης 1ον) από τον Δεκέμβριο 1999 σύμβαση αποκλειστικής διανομής 2ον) από 1/1/2011 η εναγόμενη ανέθεσε στην εν λόγω εταιρεία τη διανομή του χύμα παγωτού, γλυκών της στον τομέα HORECA, σε όλα τα δυνατά σημεία πώλησης στην περιοχή της Περιφέρειας Αττικής και 3ον) υπογράφηκε με την εναγομένη η από 8/3/2011 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας επί προμήθεια και συνεργασίας για την φυσική παράδοση παγωτού, διάρκειας τριών ετών, ήτοι μέχρι 31/12/2013, έκτοτε δε κατέστη αυτή αορίστου χρόνου.
Η εναγόμενη εταιρεία αφού άρχισε από το Νοέμβριο 2013 να διενεργεί έρευνα σχετικά με τα καταγγελλόμενα από τον Ά. Ι., και αφού διαπίστωσε τις ως άνω αντισυμβατικές ενέργειες του Χ. Γ., αποφάσισε τον Ιανουάριο του 2014 να διακόψει τη συνεργασία της με τις ενάγουσας εταιρείες. Για το λόγο δε αυτό η εναγομένη κοινοποίησε στις ενάγουσες εταιρείες στις 28/1/2014 τις τρεις από 24/1/2014 εξώδικες έκτακτες καταγγελίες των αντίστοιχων αμέσως προαναφερόμενων συμβάσεων, επικαλούμενες γενικά αντισυμβατικές ενέργειες - παραβάσεις, του νόμιμου διαχειριστή τους Χ.
Γ.. Επειδή δε η εναγομένη επικαλείτο σπουδαίο λόγο καταγγελίας, κατά τα προαναφερόμενα, πρόκειται για έκτακτη καταγγελία του άρθρου 8 παρ. 8 του π.δ 219/1991 οπότε δεν ήταν υποχρεωμένη να τάξει συγκεκριμένες προθεσμίες του άρθρου 8 παρ. 4 π.δ 219/1991 οι οποίες συνάδουν με τακτική καταγγελία. Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες ελέγχονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η λύση της συνεργασίας με την εναγομένη οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα και ειδικότερα στην βούληση της διοίκησης της να αποδεσμευθεί η εταιρεία αζημίως από τις συμβάσεις με τις ενάγουσες εταιρείες του Χ. Γ. καθώς δήθεν δεν επιθυμεί διανομείς να αποκτούν δύναμη και οικονομική ανεξαρτησία.
Επίσης υποστηρίζουν ότι με το κλείσιμο της χρήσης 2013 των εταιρειών του Χ. Γ. που έλαβε χώρα στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης στο ... Αττικής στις 23/1/2014, η τελευταία δεν ενημέρωσε τον Χ. Γ. σχετικά με τους προεκτιθέμενους ελέγχους εκ μέρους της, ούτε διατύπωσε κανένα παράπονο αλλ' αντιθέτως (η εναγομένη) προέβη σε πωλήσεις συγκεκριμένων ποιοτήτων παγωτών και στις τρεις ενάγουσες" εταιρείες στις αρχές Ιανουαρίου 2014.
Ότι αιφνιδίως κατήγγειλε (η εναγομένη) τις άνω συμβάσεις στις 28/1/2014 επιλέγοντας σκόπιμα την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που είχε ως συνέπεια την εκτόπιση των εταιρειών του Χ. Γ. από την αγορά και ότι για τους λόγους αυτούς οι επίδικες καταγγελίες είναι καταχρηστικές, παράνομες και αντίθετες στα χρηστά ήθη.
Σύμφωνα όμως με τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας αλλά και τους κανόνες της λογικής, εάν ήταν βάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων, τότε η εναγομένη θα είχε καταγγείλει τις επίδικες συμβάσεις τουλάχιστον από τον Ιανουάριο 2013, οπότε κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ο Χ. Γ., κατόπιν ενημερώσεως από την ...
σχετικά με διάφορες ακυρώσεις παραστατικών σε συγκεκριμένα δρομολόγια αφού έκανε έλεγχο διαπίστωσε ότι ο Ά. Ι. έδινε προϊόντα χωρίς να εκδίδει τιμολόγια, ακύρωνε τιμολόγια χωρίς αιτία και ελάμβανε χρήματα χωρίς αποδείξεις και χωρίς να τα αποδίδει ως όφειλε στον Χ. Γ., ο τελευταίος δε ενημέρωσε σχετικά την εναγόμενη εταιρεία προφορικά τον Ιανουάριο 2013 και συγκεκριμένα τον Περιφερειακό της Διευθυντή Χ.
Τ. και τον αρμόδιο Επιθεωρητή Πωλήσεων Α. Κ.. Κρίνεται δηλαδή ότι σε περίπτωση που η εναγομένη αναζητούσε μια αφορμή ένα πρόσχημα προκειμένου να καταγγείλει αζημίως την επίδικη συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής αντιπροσωπείας, μπορούσε από τον Ιανουάριο 2013 ήτοι ένα (1) έτος πιο νωρίς να προβεί στην σχετική καταγγελία για σπουδαίο λόγο τον οποίο συνομολογεί ο ίδιος ο ενάγων Χ.
Γ. και οι ενάγουσες εταιρείες αυτού, ήτοι τις αντισυμβατικές κατά τα ανωτέρω ενέργειες του προστηθέντος αυτού Α. Ι. κατ' άρθρα 334, 914, 922 ΑΚ (βλ. σχετ. σελίδα 4 της συνεκδικαζόμενης με αριθμό κατάθεσης 507554/2685/29-11-2016 αγωγής). Οι ενάγοντες επιρρίπτουν την ευθύνη των αντισυμβατικών και παράνομων ενεργειών τους αποκλειστικά και μόνο στον εναγόμενο Ά.
Ι., συνέταιρο, συνεργάτη, υπάλληλο και κουμπάρο του Χ. Γ., ισχυριζόμενες ότι αυτός ενεργούσε δήθεν αυτοβούλως, ερήμην του Χ. Γ. και καρπωνόταν ο ίδιο τα χρήματα που εισέπραττε από τους πελάτες. Σημειώνεται ότι όλοι οι μάρτυρες της εναγόμενης Α. Κ., Ε. Π., Χ. Τ. και Α. Β. - Τ., ενόρκως βεβαιώνουν σαφώς ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν σχετικά από τον Χ.
Γ. τον Ιανουάριο του 2013 για τις αντισυμβατικές ενέργειες του Α. Ι., διότι στην περίπτωση αυτή θα είχαν καταγγείλει έκτοτε (Ιανουάριος 2013) τις σχετικές συμβάσεις προκειμένου να διαφυλάξουν τη φήμη και το κύρος της εναγόμενης εταιρείας. Επίσης, σε περίπτωση που η εναγόμενη επιδίωκε μία αζήμια καταγγελία των επίδικων συμβάσεων δεν θα συμφωνούσε απλώς στη λύση της εταιρείας ...
στην οποία συμμετείχε ο δεύτερος εναγόμενος ως ετερόρρυθμος εταίρος και να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της η ενάγουσα εταιρεία ... όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, αλλ' αντίθετα θα θεωρούσε το πταίσμα του προστηθέντος Α. Ι. σπουδαίο λόγο και θα κατήγγειλε της εν λόγω συμβάσεις από τον Ιανουάριο του 2013 με τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα με αυτά της καταγγελίας του Ιανουαρίου του 2014, όπως προαναφέρθηκε.
Επιπλέον η καταγγελλόμενη από τον Χ. Γ. κάρπωση των χρημάτων των πελατών στις παραπάνω περιπτώσεις από τον Ά. Ι. ουδαμώς συνάδει με την πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο τελευταίος αμέσως μετά την απόλυση του από τον Χ. Γ. τον Μάιο του 2013, οπότε για να μπορέσει να διαθρέψει την οικογένεια του αναγκάστηκε να προσφύγει στη Μητρόπολη Νίκαιας, στον σύλλογο προστασίας Αγέννητου Παιδιού και στον Δήμο Περάματος (βλ σχετικά την από 20-9-2016 βεβαίωση συμμετοχής σε προγράμματα πρόνοιας του Δήμου Περάματος, την από 19/9/2016 βεβαίωση του συλλόγου προστασίας Αγέννητου Παιδιού "η Αγκαλιά" περί χορηγήσεως στη σύζυγο του εναγόμενου ειδών πρώτης ανάγκης για το κοινό τους τέκνο και την από 19/9/2016 βεβαίωση της Μητρόπολης Νίκαιας περί ενισχύσεων του εναγόμενου και της συζύγου του από το Ενοριακό Φιλόπτωχο ταμείο).
Επίσης, ως ουσιαστικώς αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο Α. Ι. συνεργάστηκε με την εναγόμενη ... προκειμένου να επιτύχουν τον εκτοπισμό των επιχειρήσεων του Χ. Γ. από την αγορά παγωτού, καθόσον τούτος έρχεται σε προφανή αντίφαση με τους παραπάνω ισχυρισμούς τους ότι τις ενέργειες του Α.
Ι. τις έθεσε ο ίδιος ο Χ. Γ. υπόψη των άνω στελεχών της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίοι επιδοκίμασαν τη συμπεριφορά του και συμφώνησαν με τη λύση της εταιρείας ... αλλά και επιπλέον, διότι, όπως αποδείχθηκε, ο Ά. Ι. ουδέν άμεσο όφελος αποκόμισε από την αποκάλυψη των ενεργειών του Χ. Γ. στη ..., αφού τα επόμενα έτη 2013 και 2014 αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια για να διαθρέψει την οικογένεια του, όπως προεκτίθεται το οποίο κρίνεται ότι δεν θα συνέβαινε, εάν συνεργαζόταν με την εναγομένη, οπότε λογικά θα αμειβόταν για τις υπηρεσίες του.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο Ά. Ι. ή υπάλληλοι της ... δυσφήμησαν με οποιονδήποτε τρόπο τον Χ. Γ. και τις λοιπές ενάγουσες εταιρείες αυτού. Ειδικότερα οι μάρτυρες των εναγόντων Ι. Π. και Π. Κ. ενόρκως βεβαιώνουν ότι οι ερωτήσεις που έθεσε ο Ά. Ι. σε πελάτες των περιοχών που εξυπηρετούσαν οι επιχειρήσεις του Χ.
Γ., ήταν "τι τζίρο έκαναν οι πελάτες αν και τι ποσό έλαβαν ως παροχές και εάν η εταιρεία ... τους χρωστάει παροχές". Πλην όμως οι συγκεκριμένες ερωτήσεις έγιναν στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργούσε η εναγομένη και δεν συνιστούν δυσφημιστικά γεγονότα για τους ενάγοντες αλλ' ούτε και ανευρίσκεται πρόθεση δυσφημίσεως ή εξυβρίσεως εκ μέρους των εναγομένων (βλ τις υπ' αριθ 3383 και 3386/7.3.2017, καθώς και τις 4520 ,και 4522/23.3.2017 ένορκες βεβαιώσεις).
Η δε μάρτυρας και σύζυγος του πρώτου ενάγοντα Τ. Σ. του Ε. στην 3384/7.3.2017 ένορκη βεβαίωση της καταθέτει ότι γνωρίζει ότι ο δεύτερος εναγόμενος διέδιδε στους πελάτες των εναγουσών ότι δήθεν οι διάφορες ατασθαλίες που έκανε ήταν κατόπιν οδηγιών και εντολών του Χ. Γ. και κατονομάζει ενδεικτικά ως πελάτες τον Π.
Κ. και τον Α. Η.. (βλ. την με αριθμό 3385/ 7-3-2017 ένορκη βεβαίωση της Σ. Τ.). Εκ των τελευταίων, ο μεν Α. Η. δεν καταθέτει ουδέν, ο δε Π. Κ. ως πελάτης την διαψεύδει καταθέτοντας μόνο για τις προαναφερόμενη ερωτήσεις που έθεσε ο Ά. Ι. στα πλαίσια ερευνών της εναγόμενης εταιρείας (βλ. τις υπ' αριθμ. 4520 και 4533/23.3.2017 ένορκες βεβαιώσεις του Π.
Κ.), με συνέπεια η συγκεκριμένη μάρτυρας να θεωρείται μειωμένης αξιοπιστίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τους κατονομαζόμενους πελάτες των εταιρειών του Χ. Γ. ήτοι Η. Α., Σ. Π. και Π. Κ., μόνο ο τελευταίος ενόρκως βεβαιώνει τις προαναφερόμενες ερωτήσεις του Α. Ι. που δεν συνιστούν, όπως προαναφέρεται ουδόλως συκοφαντική δυσφήμηση των εναγόντων.
Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων, είτε με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμισης, είτε με τη μορφή του αθέμιτου ανταγωνισμού, είτε με τη μορφή της καταχρηστικής, παράνομης και αντίθετης στα χρηστά ήθη καταγγελίας της επίδικης εμπορικής συνεργασίας, γενομένης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της κατ' άρθρο 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991 ενστάσεως της πρώτης εναγόμενης και απορριπτόμενων των αντενστάσεων των εναγόντων περί αοριστίας της άνω ενστάσεως (άρθρα 262, 216 ΚΠολΔ) και περί καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) ως αβάσιμων.
Κατά συνέπεια στοιχειοθετείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου σε βάρος των εναγόντων η οποία δικαιολογεί την εκ μέρους της εναγόμενης μη ανανέωση και καταγγελία των εμπορικών συμβάσεων μεταξύ αυτής και των εναγόντων, με συνέπεια κατ' άρθρο 9 παρ. 3α π.δ. 219/1991 να μην δικαιούνται οι ενάγουσες εταιρείες αποζημίωση πελατείας και αποκατάσταση των διαφυγόντων κερδών τους.
Ομοίως οι αξιώσεις των οφειλομένων πριμ και για υπόλοιπα αμοιβών του έτους 2013, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκαν από κανένα έγγραφο αποδεικτικό μέσο κρίνονται απορριπτέα κατ' άρθρο 9 παρ. 1 γ και 3 π.δ. 219/1991. Ελλείψει δε αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους των εναγομένων οι αξιώσεις περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων ελέγχονται απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Επίσης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμα πρέπει ν' απορριφθούν και τα αιτήματα της υπό στοιχείο 1 αγωγής, περί παραλείψεως στο μέλλον από τους εναγόμενους να διαδίδουν αναληθείς, συκοφαντικούς και αθέμιτους ισχυρισμούς και περί απειλής χρηματικής ποινής σε βάρος τους, καθώς και περί επιβολής προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου για κάθε ημέρα παραβίασης της απόφασης που θα εκδοθεί, διότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε διάδοση αναληθών, συκοφαντικών και αθέμιτων ισχυρισμών, όπως προαναφέρεται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ελέγχονται απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες όλες οι συνεκδικαζόμενες αγωγές". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αγωγή αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1, 11, 12 ν. 146/1914, 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, ως αντίθετης προς τη νομική έννοια "των χρηστών ηθών", ούτε το πραγματικό των νομικών εννοιών της δυσφήμησης και προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων με παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά, ούτε και υπήρξε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά αυτών κατά το άρθρο 919 ΑΚ, καθώς και υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων σε βάρος των αναιρεσειόντων κατά την έννοια του άρθρου 920 ΑΚ, με συνέπεια να μη δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής των αναιρεσείοντων για προστασία της προσωπικότητάς τους και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, κατά τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο πρώτος αναιρεσείων Χ.
Γ., ως διαχειριστής των εναγουσών εταιρειών, κατά την εκτέλεση των συμβάσεων εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των εταιρειών αυτών και της πρώτης εναγομένης, προέβαινε στις αναλυτικά περιγραφόμενες αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες, οι οποίες συνιστούν σοβαρό λόγο καταγγελίας των συμβάσεων από την πρώτη εναγομένη, αποτελώντας έτσι οι ενέργειες αυτές τη μοναδική αιτία για την διακοπή της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας μεταξύ τους, η οποία, κατά συνέπεια, δεν οφείλεται στη βούληση της διοίκησης της πρώτης εναγομένης να αποδεσμευτεί η εταιρεία αζημίως από τις συμβάσεις με τις ενάγουσας εταιρείες, β) δεν αποδείχθηκε ότι ο Ά.
Ι. ή υπάλληλοι της ... δυσφήμησαν με οποιονδήποτε τρόπο τον Χ. Γ. και τις λοιπές ενάγουσες εταιρείες αυτού, αφού οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ερωτήσεις έγιναν στο πλαίσιο του ελέγχου που διενεργούσε η πρώτη εναγομένη, χωρίς να συνιστούν δυσφημιστικά γεγονότα για τους ενάγοντες αλλ' ούτε και αν ανευρίσκεται πρόθεση δυσφημίσεως ή εξυβρίσεως αυτών εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, γ) οι αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν σε διάδοση αναληθών, συκοφαντικών και αθέμιτων ισχυρισμών, και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε η διάδοση εκ μέρους του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων του ισχυρισμού ότι οι διάφορες ατασθαλίες στις οποίες προέβη έγιναν με τις οδηγίες και τις εντολές του πρώτου αναιρεσείοντος, η υποβολή δε ερωτήσεων προς τους πελάτες των αναιρεσιβλήτων για τον κύκλο εργασιών (τζίρο) που πραγματοποίησαν, για τις παροχές που έλαβαν από τους αναιρεσείοντες και αν τυχόν οι τελευταίοι τους οφείλουν παροχές, δεν συνιστούν ειδήσεις ή ισχυρισμούς ή γεγονότα για το πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος ή τις επιχειρήσεις των υπολοίπων αναιρεσειόντων και συνακόλουθα δεν προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητα αυτών ούτε έθεσαν σε κίνδυνο την πίστη και το επάγγελμά τους, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων, είτε με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμισης, είτε με τη μορφή του αθέμιτου ανταγωνισμού, είτε με τη μορφή της καταχρηστικής, παράνομης και αντίθετης στα χρηστά ήθη καταγγελίας της επίδικης εμπορικής συνεργασίας.
Επίσης, το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4, 9 παρ. 3α, π.δ. 219/1991, 288, 281, 361 ΑΚ, 25 Σ, και 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον η ένδικη υπόθεση αφορά αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία και προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων από διάδοση προσβλητικών για αυτούς ισχυρισμών με πρόθεση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, υπό στοιχεία
ΙΙ.Α.1.α,
ΙΙ.Α.1.β.,
ΙΙ.Α.2.α., και
ΙΙ.Α.2.β., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν ισχυρίστηκε ούτε διέδωσε ότι οι διάφορες ατασθαλίες στις οποίες προέβη έγιναν με τις οδηγίες και τις εντολές του πρώτου αναιρεσείοντος και άρα δεν διέδωσε γεγονότα ή ειδήσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητα των αναιρεσειόντων ή που θα μπορούσαν να βλάψουν την πίστη ή το επάγγελμα ή το μέλλον ή την εργασία ή την επιχείρηση άλλου ,ενώ περαιτέρω η απλή υποβολή ερωτήσεων με το προαναφερόμενο περιεχόμενο δεν συνιστούσε διάδοση ισχυρισμών ή ειδήσεων. Εξάλλου, ορθά το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές για την εφαρμογή των άρθρων 4, 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991, 288, 281 ΑΚ, 25 Σ και 52 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τα άρθρα αυτά δεν ήταν εφαρμοστέα επί της κρινομένης υποθέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, υπό τα στοιχεία
ΙΙ.Α.1.γ,
ΙΙ.2.,
ΙΙ.Α.3.β. και
ΙΙ.Α.4.β., είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/ 2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ1142/2019).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο υπό στοιχεία IV.1.β., IV.2.α., και με τον δεύτερο λόγο υπό στοιχεία
ΙΙ.3.α. και
ΙΙ.4.α., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι : α) έλαβε υπόψη και έκανε δεκτή ένσταση από το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 προβληθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη για απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως πελατείας, διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης παρότι δεν επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου, β) επικουρικά, υπό την εκδοχή ότι επαναφέρθηκε νόμιμα από την πρώτη αναιρεσίβλητη η προαναφερθείσα ένσταση, τότε το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και απέρριψε την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης από το προαναφερόμενο άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991, δεχόμενο περιστατικά που θεμελίωναν την ένσταση από το άρθρο 8 παρ. 8 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, γ) δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα αντένστασή τους από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης του δικαιώματος από το άρθρο 8 παρ. 8 του π.δ. 219/1991, το οποίο προέβαλε κατ' ένσταση, και δ) δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση που πρότειναν από το άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης του δικαιώματος από το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 το οποίο πρόβαλε κατ' ένσταση.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας περιγράφεται ανωτέρω, προκύπτει ότι με αυτήν οι πρώτοι άσκησαν αξίωση από αδικοπραξία και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους και ζήτησαν άρση της προσβολής, παράλειψη στο μέλλον και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ισχυριζόμενοι ότι οι αναιρεσίβλητοι διέδωσαν ότι οι οικονομικές ατασθαλίες στις οποίες προέβη ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έγιναν με τις οδηγίες και εντολές του πρώτου αναιρεσείοντος. Με βάση το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, οι αιτιάσεις που προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ισχυρισμοί που αναφέρονται ανωτέρω, προβάλλονται αλυσιτελώς αφού δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη, στην έκβαση της δίκης με το περιγραφόμενο ανωτέρω αντικείμενο (άρση της προσβολής, παράλειψη στο μέλλον και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη διάδοση των προσβλητικών ισχυρισμών). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, υπό στοιχεία IV.1.β. και IV.2.α. και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως υπό στοιχεία
ΙΙ.3.α και
ΙΙ.4.α. είναι αβάσιμοι. Με τη διάταξη του αριθμού 11 περ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 238, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.
Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που αφορά μεν τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, πλην όμως εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 794/2017).
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ` έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων αυτών (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 794/2017, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 982/2013, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο υπό στοιχεία Β.Ι. της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος σε βάρος των αναιρεσειουσών εταιρειών, που δικαιολογεί την εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης έκτακτη καταγγελία της εμπορικής συμβάσεως κατ' άρθρο 9 παρ.3 α του π.δ. 219/1991, τα εξής έγγραφα : 1) ανώνυμη καταγγελία στο σύστημα 'Integrity Reporting System" στις 13.09.2013, 2) η από 09.03.2017 ένορκη βεβαίωση του Χ.
Τ. με αριθμό 3517/2017 ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, 3) η με αριθμό 3496Γ'/2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Δ., 4) πίνακας με ανάλυση προόδου ακυρωτικών τιμολογίων σε σχέση με τζίρο και επί συνόλου αντιπροσώπων, 5) πίνακας με ακυρωτικά τιμολόγια των αντιπροσώπων κατά τη περίοδο 2010 έως και 2012 τόσο σε αξία όσο και σε αριθμό, 6) πίνακας με "πρόοδο ακυρωτικών τιμολογίων ανά αντιπρόσωπο" για τους 20 σημαντικότερους, 7) τιμολόγιο με αριθ.16.981 και ημερομηνία 22-11-2013 αξίας 290,58 ευρώ, 8) τιμολόγιο με αριθ.16.982 και ημερομηνία 25-11-2013 αξίας 306,30 ευρώ, 9) Φωτογραφίες των ψυγείων, 10) η από 09.03.2017 ένορκη βεβαίωση του Α.
Κ. με αριθμό 3518/2017 ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, 11) πίνακας με "παραδείγματα ακυρωτικών την ίδια ημέρα/ώρα (διαφορά λεπτών σε πελάτες/σημεία διαφορετικών περιοχών)" και 12) πίνακας με τη "διαφορά απογραφής", δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση, με τις από 31-10-2018 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου.
Οι αιτιάσεις που προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά έγγραφα, που αναφέρονται ανωτέρω, προβάλλονται αλυσιτελώς αφού δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη, στην έκβαση της δίκης με το περιγραφόμενο ανωτέρω αντικείμενο (άρση της προσβολής, παράλειψη στο μέλλον και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη διάδοση των προσβλητικών ισχυρισμών).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος υπό στοιχεία Β.Ι. της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Αλλά και ανεξαρτήτως αυτού, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι "Η αναιρεσίβλητη στο δικόγραφο των προτάσεων της ενώπιον του Εφετείου υπό τον τίτλο "Επαναφορά ισχυρισμών και επιχειρημάτων κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ", ενσωματώνει αυτολεξεί τις από 9/3/2017 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου διαλαμβάνεται και η επίκληση πίνακα σχετικών εγγράφων, καθώς και την από 24/3/2017 προσθήκη - αντίκρουση, στην συνέχεια εκθέτει συνοπτικά τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς, που διαλαμβάνονται στις παραπάνω προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και στο τέλος του δικογράφου των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, έχει τεθεί η ιδιόχειρη υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναιρεσίβλητη νόμιμα επανέφερε ενώπιον του Εφετείου τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά της μέσα της τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου καθιστώντας αυτές ενιαίο κείμενο καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της".
Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, Α.Π.1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υπό στοιχεία IV.1.α. και IV.2.β. οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση από το άρθρο 9 παρ. 3α του π.δ. 219/1991 (την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη πρότεινε για την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως πελατείας, διαφυγόντων κερδών και ηθικής βλάβης) λόγω μη παραδεκτής επαναφοράς της ένστασης αυτής στην κατ' έφεση δίκη, καθόσον επανέφερε όλους τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της με ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεών της και της από προσθήκης αυτών στις εφετειακές της προτάσεις και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ενστάσεις από τα άρθρα 8 παρ. 8 και 9 παρ. 3α π.δ. 219/1991.
Οι αιτιάσεις αυτές αλυσιτελώς προβάλλονται διότι με βάση το περιεχόμενο της αγωγής, όπως αυτό περιγράφεται ανωτέρω, αντικείμενο αυτής (αγωγή) είναι η παύση της προσβολής (ήτοι η παύση της διάδοσης δυσφημιστικών ισχυρισμών και ειδήσεων βλαπτικών για τους ενάγοντες αναιρεσείοντες), η παράλειψη αυτής στο μέλλον και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη διάδοση των ισχυρισμών αυτών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, υπό στοιχεία IV.1.α. και IV.2.β., είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2019 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ. Γ., της εταιρείας ....", της εταιρείας "...." και "...." κατά της υπ' αριθ. 3617/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ