Supreme Court partially allows appeal on contract characterization grounds but dismisses other arguments regarding remuneration periods.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding a dispute over fees and compensation. The appellant argued that the legal relationship between the parties was not an indefinite-term employment contract, while the State contended it was. The court accepted the appeal only regarding the reasoning on the contract's nature, ordering a new judgment on that specific issue to avoid contradicting prior final rulings, while dismissing the rest of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 16, 578, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal to correct erroneous reasoning in the lower court's decision without creating a new precedent, provided the factual findings remain consistent with existing final judgments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Φ.-Μ. του Δ., κατοίκου ……, κατοίκου που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Αναστασίας Σκουντή, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 97/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1936/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2022 αίτησή του και τους από 14-12-2022 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 28-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6188/701/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 1936/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 4-1-2022 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 97/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 29-9-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 579205/ 236/2017) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, β) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από …….έως …….και της αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας έτους 20.. προσαυξημένης κατά ποσοστό 100% και γ) αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια, απέρριψε ως προς αυτά την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με το από 14-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 176/16-12-2022) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. ……/20-12-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β.
Δ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων), ο τελευταίος άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-9-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 579205/236/2017) αγωγή κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος διορισμένος στον Άρειο Πάγο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ……..
και ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του εναγομένου, η πρώτη από τις οποίες τιτλοφορείται ως ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών και οι λοιπές ως συμβάσεις έργου, του ανατέθηκε το έργο της συμμετοχής του, αρχικά ως μέλους και από τις ……..2017 ως Προέδρου, στις Ε.
Π. του άρθρου 44 του Ν. 3907/2011 όσον αφορά την πρώτη σύμβαση και του άρθρου 122 παρ. 5γ' του Ν. 4249/2014 όσον αφορά τις λοιπές. Ότι παρά τον ως άνω χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων, η αληθής φύση της συμβατικής σχέσης που τον συνέδεε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ήταν αυτή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία.
Ότι καθ' όλη τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων, ήτοι από …….έως……, παρείχε στο εναγόμενο τις υπηρεσίες του συνεχώς και αδιαλείπτως, σύμφωνα με τους λεπτομερώς αναφερόμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους, ακόμη και κατά τα κενά χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ δύο διαδοχικών συμβάσεων, ενώ εξακολούθησε να παρέχει τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες μέχρι την……., ήτοι και μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης στις……., τις οποίες (υπηρεσίες) αποδέχθηκε το εναγόμενο.
Ότι, παρά ταύτα, από την ……το τελευταίο έπαυσε να του καταβάλλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ανερχόμενη στο ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των (2.500 Χ 7 =) 17.500 ευρώ. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το εναγόμενο υπαιτίως δεν του χορήγησε την αιτηθείσα άδεια αναψυχής του έτους 20.., ευθυνόμενο, για τον λόγο αυτό, σε καταβολή αποζημίωσης προσαυξημένης κατά ποσοστό 100% και ανερχόμενης στο συνολικό ποσό των (2.021,25 Χ 2 =) 4.042,50 ευρώ.
Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, συνισταμένης στην άρνηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του και της οφειλόμενης αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 2.000 ευρώ.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (17.500 + 4.042,50 + 2.000 =) 23.542,50 ευρώ, επικουρικά δε το ποσό των (17.500 + 2.021,25 + 2.000 =) 21.521,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 97/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 21.542,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε το εναγόμενο με την από 4-1-2022 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 1936/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από …….έως ……και της αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας έτους 20..
προσαυξημένης κατά ποσοστό 100%, απορρίφθηκε ως προς αυτά η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020, "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1α' του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021, "1.
α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", περαιτέρω δε, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021, "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022, "2. Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην αναστολή των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 υπόκεινται και οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ καταχρηστικές προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης αντίστοιχα (ΑΠ 1130/2022, ΑΠ 987/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με τον τέταρτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στην παρά τον νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ειδικότερα στο γεγονός ότι με την ως άνω απόφαση έγινε δεκτή η από 4-1-2022 έφεση που άσκησε ο εναγόμενος κατά της υπ' αριθ. 97/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, εφόσον από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης έως την άσκηση της έφεσης είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών και οι περί αναστολής προθεσμιών λόγω COVID διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή επί των καταχρηστικών προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων (πρώτος κύριος λόγος), η δε ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022 δεν θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4, 20 και 26 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ (τέταρτος πρόσθετος λόγος).
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η υπ' αριθ. 97/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε στις 20-6-2019 και το εναγόμενο Δημόσιο άσκησε κατ' αυτής έφεση στις 19-1-2022, ήτοι μετά από δύο έτη και επτά μήνες.
Σύμφωνα, όμως, με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, η διετής προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ ανεστάλη αρχικά από 13-3-2020 έως 31-5-2020, ήτοι επί δύο μήνες και δεκαοκτώ ημέρες, ακολούθως δε από 7-11-2020 έως 6-4-2021, ήτοι επί πέντε μήνες, συνεπώς, αφαιρουμένου του συνολικού χρόνου αναστολής των επτά μηνών και δεκαοκτώ ημερών, η ως άνω έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Και τούτο, διότι η δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του Ν. 4790/2021 αναστολή των προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων, τις οποίες διατάξεις ερμηνεύει η επίμαχη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 4963/2022, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι η εν λόγω αναστολή καταλαμβάνει, εκτός από τις γνήσιες, και τις καταχρηστικές προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, ήταν επιβεβλημένη λόγω των έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της πανδημίας και είχαν ως αναγκαία συνέπεια την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων, κατά συνέπεια η ως άνω ερμηνευτική διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4, 20 και 26 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, αντιθέτως η εφαρμογή της αναστολής μόνο επί των γνησίων, όχι δε και επί των καταχρηστικών προθεσμιών άσκησης ενδίκων μέσων, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ι) Στη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 εδ. α' του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση για το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/25-9-2013), κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) ξεκίνησε και εξελίχθηκε εν μέρει η πρώτη από τις ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων (διάρκειας από ……έως ……) ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστη προς το Δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο:
α) η, επί παγία ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικής ή πολιτικών επιστημών" και στην παρ. 5 εδ. α' και β' του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμία.
Τέτοια, υπό προθεσμία, σύμβαση που έγινε και προ του Κώδικα, θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ιδίου Κώδικα, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντά του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, ενώ στο άρθρο 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 1366/183, ορίζεται ότι έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι' αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, ότι η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στον δικηγόρο και ότι επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στον δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του ως άνω προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ. και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω Κώδικα "κάθε άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικη, μη απαγορευμένη από τον νόμο και δυνάμενη να εκτελεσθεί και από οποιονδήποτε άλλο εντολοδόχο, αμείβεται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.
Για την πληρωμή τέτοιων αμοιβών για εξώδικες ενέργειες, εφόσον δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η εκκαθάριση με πίνακα κλπ.". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ.
α' του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την υποπαράγραφο ΙΓ παρ. 1 στοιχ. 8β' του Ν. 4093/2012), οφείλεται στον δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως, εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνον όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 1518/2021, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016).
Περαιτέρω, ναι μεν από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ.
ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 1518/2021, ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 227/2011), πλην όμως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερθέντων είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την προαναφερθείσα έννοια. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου, άλλωστε, δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση ούτε μετατρέπει αυτή σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται, κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 63 του Κώδικα, μόνο πειθαρχική ευθύνη του δικηγόρου που την κατάρτισε (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 1518/2021).
Επίσης, με τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 8, 36, 42 περ. α', 44 και 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), που ισχύει από 27-09-2013 και εφαρμόζεται για το χρονικό διάστημα που ξεκίνησαν και εξελίχθηκαν οι λοιπές (πλην της πρώτης) ένδικες συμβάσεις συνεργασίας των διαδίκων, (……έως …….), ορίζονται τα εξής:
Στο άρθρο 8 παρ. α': "Επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στον δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει: α) Να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμβάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή [...]".
Στο άρθρο 36, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τους Ν. 4700/2020 και 2745/2020, με τον τίτλο "Περιγραφή του έργου του δικηγόρου" ορίζεται: "1. Αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται τον εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή.
Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται και η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή διά δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο. 2.
Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων. Η αίτηση και η λήψη των πιστοποιητικών και αντιγράφων δεν απαιτούν παράσταση ή διαμεσολάβηση δικηγόρου. β) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων.
Τα αντίγραφα αυτά έχουν πλήρη ισχύ ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, καθώς και έναντι ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων. γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετάφρασε.
δ) Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα του, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε κάθε άλλη ειδική διάταξη". Περαιτέρω, στο άρθρο 42 ορίζεται: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Ενώ στο άρθρο 43 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις πρόσληψης του έμμισθου δικηγόρου στον δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα στην παρ. 2 ορίζεται ότι: "2.
Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά με νόμο, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη, με βάση όσα παρακάτω ορίζονται, εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα [...]".
Εξάλλου, στο άρθρο 44 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2.
Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".
Τέλος, στο άρθρο 46 παρ. 2 ορίζεται ότι: "2. Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο: α) με τον θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.
Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. α' και β' του Ν. 1649/1986, "Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Με τις διατάξεις που παρατίθενται στη συνέχεια του ίδιου άρθρου καθορίζεται η νόμιμη διαδικασία προκήρυξης και επιλογής, ενώ στο εδ. δ' της παρ. 6 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, ορίζεται ότι "Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (από 10-10-1989) χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ' αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες".
Από τη σαφή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της μεθοδολογίας του δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο νόμο ως απόκλιση από κάποιο γενικότερο κανόνα που τίθεται με αυτόν, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται με στενό τρόπο, συνάγεται ότι ως προϊστάμενος νομικής υπηρεσίας ή ως νομικός σύμβουλος θεωρείται εκείνος που παρέχει έργο επιτελικού χαρακτήρα, με συνέπεια η επιλογή του να προϋποθέτει εντονότερη σχέση εμπιστοσύνης.
Γι' αυτό και προς εξασφάλιση της σχέσης αυτής, με απόκλιση από τη διαφάνεια που απαιτεί ο κανόνας (διαδικασία πρόσληψης μετά από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση), επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, η επιλογή να γίνει με τρόπο, στον οποίο επικρατεί το προσωπικό στοιχείο (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 706/2019, ΑΠ 540/2017). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων, του νέου Κώδικα Δικηγόρων και της παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν. 1646/1986, σαφώς συνάγεται ότι θεσπίστηκε για λόγους δημόσιου συμφέροντος ενιαία ρύθμιση, με την οποία καθιερώθηκε ειδική διοικητική διαδικασία, που διασφαλίζει την αξιοκρατική πρόσβαση στις οικείες δημόσιες θέσεις, για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στους φορείς του δημόσιου τομέα.
Η ειδική αυτή διοικητική διαδικασία έχει ως αφετηρία τη σχετική προκήρυξη, διενεργείται από επιτροπή, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοίκησης, η δε πράξη επιλογής, την οποία εκδίδει το συλλογικό αυτό όργανο, δεσμεύει τον ως άνω φορέα. Από την ειδική αυτή διοικητική διαδικασία εξαιρείται ρητώς η πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου, ο οποίος προσλαμβάνεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του οικείου φορέα.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω, συνάγεται ότι έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά τις νομικές του υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος σε ορισμένο εντολέα σταθερά και μόνιμα, αμείβεται δε με πάγια περιοδική αμοιβή. Ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος δε, θεωρείται εκείνος ο οποίος, άσχετα με τον τίτλο της θέσης που κατέχει και την ονομασία που έλαβε κατά την πρόσληψή του ή μεταγενέστερα, δεν ασχολείται με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέα του προς τρίτους, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στην παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων προς αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους.
Συγκεκριμένα, για τον χαρακτηρισμό ως έμμισθης εντολής της εργασιακής σχέσης ορισμένου δικηγόρου, ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση σε φορέα του δημόσιου τομέα, θα πρέπει αναμφισβήτητα οι νομικές υπηρεσίες που προσφέρει ο εν λόγω δικηγόρος να έχουν ως αντικείμενο έργα, τα οποία, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (παλαιού και νέου), να εμπίπτουν στα όρια εκείνα που επιτρέπουν και συγχρόνως περιγράφουν οι εν λόγω διατάξεις.
Επιπλέον, οι υπόψη νομικές υπηρεσίες θα πρέπει να παρέχονται υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου και να αφορούν τη διαφύλαξη ή την προστασία του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς με τη δικηγορική ιδιότητα και μπορούν να εκτελεστούν και από τρίτο νομικό (ή μη), που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και αν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση, που καταρτίζει ο δικηγόρος, δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 79/2016).
ΙΙ) Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Π.Δ. 114/2010, όπως ίσχυε αρχικά και πριν την κατάργησή του με το Ν. 4686/2020, ορίζεται ότι: "1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μία ή περισσότερες Ε. Π. που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η θητεία των Επιτροπών.
Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α. έναν υπάλληλο Υπουργείου ή νομικού προσώπου που εποπτεύεται από Υπουργείο, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχο ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε.
για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και γ. έναν νομικό, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη. 2. [...]. 3. Οι πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών είναι πλήρους απασχόλησης. Στην κάθε Επιτροπή εξασφαλίζεται πενταμελής γραμματειακή υποστήριξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που είναι αποκλειστικής απασχόλησης.
Στα μέλη των επιτροπών ορίζεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 (γ) του ν. 3205/2003, όπως ισχύει. Η αποζημίωση των εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες καταβάλλεται στον φορέα αυτό. 4. Οι Ε. Π. αποφαίνονται επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. (α) εντός έξι (6) μηνών, για δε τις λοιπές προσφυγές εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της προσφυγής σε κάθε περίπτωση.
Οι Επιτροπές λειτουργούν με βάση κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη". Εξάλλου, με το άρθρο 3 του Ν. 3907/2011, όπως ίσχυε αρχικά και πριν την κατάργησή του με τον Ν. 4375/2016, ορίζεται ότι: "1. Στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη συνιστάται Αρχή Προσφυγών, η οποία εξετάζει τις προσφυγές αιτούντων διεθνή προστασία κατά αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 5. 2.
Η Αρχή Προσφυγών υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Στην Αρχή λειτουργούν μία ή περισσότερες τριμελείς Ε. Π., που συγκροτούνται, ανάλογα με τον αριθμό των προσφυγών που υποβάλλονται, με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη με θητεία δύο ετών που μπορεί να ανανεώνεται. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η τοπική τους αρμοδιότητα. 3.
Οι Ε. Π. απαρτίζονται από ένα πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με εξειδίκευση ή εμπειρία στο προσφυγικό δίκαιο ή στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή στο διεθνές δίκαιο, ως πρόεδρο, έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες και έναν πτυχιούχο Α.Ε.Ι. με τίτλο σπουδών νομικών, πολιτικών ή κοινωνικών επιστημών με εξειδικευμένες γνώσεις στα ζητήματα διεθνούς προστασίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως μέλη, με τους αναπληρωτές τους.
Ο πρόεδρος και το τρίτο μέλος της Επιτροπής, καθώς και οι αναπληρωτές τους, επιλέγονται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη από σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται από την Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της. 4. Τα μέλη των Επιτροπών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαμβάνουν προσωπικής ανεξαρτησίας.
Ο πρόεδρος και τα μέλη των Επιτροπών αυτών αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου, που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν. Δικηγόροι που τυχόν ορίζονται ως μέλη των ως άνω Επιτροπών δεν αναλαμβάνουν υποθέσεις πολιτών τρίτων χωρών που αφορούν υποθέσεις μετανάστευσης ή διεθνούς προστασίας ούτε τους εκπροσωπούν ενώπιον των αρχών.
Η ανάληψη τέτοιας δραστηριότητας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωσή τους από τη θέση του μέλους της ως άνω Επιτροπής". Με το άρθρο 44 του ίδιου νόμου ορίζεται: "1. Οι ιδιώτες που συμμετέχουν με πλήρη απασχόληση στις Ε. Π. του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 (ΦΕΚ Α' 195) αμείβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου που συνάπτεται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν. 2.
Στις Ε. Π. των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010 μπορεί να ορίζονται ως πρόεδροι υπάλληλοι Υπουργείων και νομικών προσώπων που εποπτεύονται από αυτά, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχοι ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον οικείο Υπουργό.
Οι υπάλληλοι του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ορίζονται και ως μέλη των ιδίων ως άνω επιτροπών αντί του εκπροσώπου της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και αντί του νομικού με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, εφόσον η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε.
για τους πρόσφυγες ή η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιστοίχως δεν ορίζουν για οποιοδήποτε λόγο τα μέλη των επιτροπών που καθορίζονται από τις διατάξεις των προαναφερόμενων άρθρων του π.δ. 114/2010. Θεωρείται ότι δεν ορίζονται τα μέλη των εν λόγω επιτροπών, αν αυτά δεν υποδειχτούν από τους ως άνω φορείς μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την έγγραφη ειδοποίηση - πρόσκληση της αρμόδιας Υπηρεσίας".
ΙΙΙ) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων περί έμμισθης εντολής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ……. Ο ενάγων είχε υποδειχθεί ως εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ με το υπ' αριθ. ... από …..2013 έγγραφό της για συμμετοχή στις επιτροπές των άρθρων 26 και 32 του ΠΔ 114/2010 και με την υπ' αριθ.
………από 13-5-2013 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη ορίστηκε να συμμετέχει ως τακτικό μέλος της….. Επιτροπής Προσφύγων, εκπροσωπώντας την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και ως αναπληρωματικό μέλος των λοιπών επιτροπών. Αντικείμενο των ως άνω Επιτροπών ήταν η σε ….Βαθμό εξέταση 1) Όλων των εκκρεμών προσφυγών που είχαν υποβληθεί υπό το καθεστώς προηγουμένων νομοθεσιών έως τη δημοσίευση του ΠΔ 114/2010 (αρμοδιότητα ειδικών επιτροπών) και 2) όλων των εκκρεμών προσφυγών που υποβλήθηκαν και θα υποβληθούν κατά πρωτοβάθμιων απορριπτικών αποφάσεων μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 114/2010 έως και την ……..(αρμοδιότητα Κανονικών Επιτροπών).
Την ……….συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη την με ίδια ημερομηνία "ΕΙΔΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Σύμφωνα με το άρθρο 3 της συμβάσεως αυτής ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει στις εργασίες και στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών στην οποία τοποθετήθηκε ως τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος, σε καθημερινή βάση, για τον αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της ημερήσιας διάταξης και γενικά να εκτελεί τα καθήκοντά του ως μέλος των Επιτροπών Προσφυγών, όπως αυτά περιγράφονται στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του Π.Δ. 114/2010 όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.
Οι υπηρεσίες του περιλάμβαναν ιδίως: τη συμμετοχή στη λήψη συνέντευξης των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, καθώς και τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, τη μελέτη των φακέλων των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο και την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων, καθώς και για σχετική με την υπόθεσή τους ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία.
Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε για ένα έτος δυναμένη να ανανεωθεί για ένα ακόμη έτος. Η αμοιβή του ενάγοντος ορίστηκε στο ποσό των 27.000 ευρώ, η οποία θα καταβαλλόταν σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ. Εν συνεχεία ο ενάγων συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη την από …….."ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", με την οποία ανέλαβε τις ίδιες με την πρώτη σύμβαση υποχρεώσεις.
Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε έως την …….δυναμένη να ανανεωθεί. Στην σύμβαση γίνεται αναφορά στην άνω αναφερομένη παρ. 5γ του άρθρου 122 του Ν. 4249/2010, που αναφέρεται σε προσωπική ανεξαρτησία των μελών των επιτροπών. Αμοιβή ορίστηκε το ποσό των 17.370 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ.
Εν συνέχεια ο ενάγων συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης την από …….."ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει στις εργασίες και στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών στην οποία τοποθετήθηκε ως μέλος, σε καθημερινή βάση, για τον αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της ημερήσιας διάταξης και γενικά να εκτελεί τα καθήκοντά του ως μέλος των Επιτροπών Προσφυγών, όπως αυτά περιγράφονται στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.
Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρέχει το έργο αυτοπροσώπως χωρίς να μπορεί να υποκαταστήσει άλλον σ' αυτό, πλην της προβλεπόμενης νόμιμης αναπλήρωσής του. Το έργο του περιλάμβανε ιδίως: τη συμμετοχή στη λήψη συνέντευξης των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων, καθώς και για σχετική με την υπόθεσή τους ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία (βλ.άρθρο 3 της συμβάσεως).
Επιπλέον ορίστηκε ότι "Ο αντισυμ-βαλλόμενος [εννοεί ο ενάγων] συμμετέχει σε ομάδα προετοιμασίας των φακέλων που εκκρεμούν προς εξέταση στο β' βαθμό κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως ισχύει, σύμφωνα με πρόγραμμα που καταρτίζεται ανά ομάδα υποδεικνυόμενων μελών από τους δύο φορείς υπόδειξης (Ύπατη Αρμοστεία και ΕΕΔΑ) σε μηνιαία βάση (4 μέλη ανά ομάδα) και το οποίο κοινοποιείται στον Συντονιστή των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010 τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την έναρξη λειτουργίας της κάθε ομάδας.
Ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει τον έλεγχο και την προετοιμασία των φακέλων που εκκρεμούν στο β' βαθμό κατά τα οριζόμενα στο ΠΔ 114/2010, μετά από ανάθεση του Συντονιστή και σε συνεργασία με τις Γραμματείες των Επιτροπών και τις αρμόδιες αρχές. Ο έλεγχος και η προετοιμασία των φακέλων λαμβάνει χώρα τις μισές εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, σύμφωνα με τις οδηγίες που παρέχονται εγγράφως από τον Συντονιστή.
Εν συνεχεία, οι υποθέσεις προωθούνται προς εξέταση όπως προβλέπεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο." (άρθρο 4 της συμβάσεως). Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε έως την ………δυναμένη να ανανεωθεί και αμοιβή ορίστηκε το ποσό των 9.000 ευρώ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ. Η τελευταία σύμβαση την……….με την με ίδια ημερομηνία τροποποιητική σύμβαση τροποποιήθηκε ως προς τη διάρκειά της και ορίστηκε η διάρκεια έως την……., καθορισθείσας της αμοιβής στο ποσό των 5.800 ευρώ, καταβαλλόμενο σε ισόποσες δόσεις των 2.250 ευρώ.
Επίσης με την από ………τροποποιητική σύμβαση τροποποιήθηκε η άνω από ………σύμβαση ως προς τη διάρκεια αυτής και ορίστηκε η διάρκεια έως την ……….δυναμένη να ανανεωθεί, καθορισθείσας της αμοιβής στο ποσό των 3.240 ευρώ, καταβαλλόμενο σε μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ. Εξάλλου με την από ……..τροποποιητική σύμβαση τροποποιήθηκε η άνω από ……..σύμβαση ως προς τη διάρκεια αυτής και ορίστηκε η διάρκεια από ……..έως την …….δυναμένη να ανανεωθεί, καθορισθείσας της αμοιβής στο ποσό των 9.000 ευρώ , καταβαλλόμενο σε μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ.
Εν συνεχεία ο ενάγων συνήψε με το εναγόμενο την από …….σύμβαση έργου με διάρκεια έως …….( βλ. το από …….και με Αριθ. Πρωτ.: .......... έγγραφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας Κλάδος Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων Διεύθυνση Αλλοδαπών/Τμήμα Ιθαγένειας, Ομογενών και Υπηκόων Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ δεν προσκομίζεται τροποποιητική, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, της από ……..συμβάσεως για το χρονικό διάστημα από ……..έως……., με όμοιο κατά περιεχόμενο με τις ανωτέρω.
Εν συνέχεια ο ενάγων συνήψε με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης την από …….."ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει στις εργασίες και στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών στην οποία τοποθετήθηκε ως μέλος, σε καθημερινή βάση, για τον αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της ημερήσιας διάταξης και γενικά να εκτελεί τα καθήκοντά του ως μέλος των Επιτροπών Προσφυγών, όπως αυτά περιγράφονται στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.
Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρέχει το έργο αυτοπροσώπως χωρίς να μπορεί να υποκαταστήσει άλλον σ' αυτό, πλην της προβλεπόμενης νόμιμης αναπλήρωσής του. Το έργο του περιλάμβανε ιδίως: τη συμμετοχή στη λήψη συνέντευξης των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων, καθώς και για σχετική με την υπόθεσή τους ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία (βλ.
άρθρο 3 της συμβάσεως) . Επιπλέον ορίστηκε ότι "Ο αντισυμβαλλόμενος [εννοεί ο ενάγων] συμμετέχει σε ομάδα προετοιμασίας των φακέλων που εκκρεμούν προς εξέταση στο ….. βαθμό κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως ισχύει, σύμφωνα με πρόγραμμα που καταρτίζεται ανά ομάδα υποδεικνυόμενων μελών από τους δύο φορείς υπόδειξης (Ύπατη Αρμοστεία και ΕΕΔΑ) σε μηνιαία βάση (4 μέλη ανά ομάδα) και το οποίο κοινοποιείται στον Συντονιστή των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010 τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την έναρξη λειτουργίας της κάθε ομάδας.
Ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει τον έλεγχο και την προετοιμασία των φακέλων που εκκρεμούν στο …. βαθμό κατά τα οριζόμενα στο ΠΔ 114/2010, μετά από ανάθεση του Συντονιστή και σε συνεργασία με τις Γραμματείες των Επιτροπών και τις αρμόδιες αρχές. Ο έλεγχος και η προετοιμασία των φακέλων λαμβάνει χώρα τις μισές εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, σύμφωνα με τις οδηγίες που παρέχονται εγγράφως από τον Συντονιστή.
Εν συνεχεία, οι υποθέσεις προωθούνται προς εξέταση όπως προβλέπεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο." (άρθρο 4 της συμβάσεως ). Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε έως την ……..δυναμένη να ανανεωθεί και αμοιβή ορίστηκε το ποσό των 11.250 ευρώ, καταβαλλόμενη μηνιαίως. Επίσης στη σύμβαση αυτή ορίστηκε ως νομοθετικό πλαίσιο και το άρθρο 80 παρ. 27 του Ν. 4375/2016 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 86 παρ. 27 του Ν. 4399/2016.
Εξάλλου με την από ………τροποποιητική σύμβαση τροποποιήθηκε η άνω σύμβαση ως προς τη διάρκεια αυτής και ορίστηκε η διάρκεια από ………έως ……..δυναμένη να ανανεωθεί, καθορισθείσας της αμοιβής στο ποσό των 13.500 ευρώ, καταβαλλόμενο σε μηνιαίες δόσεις των 2.250 ευρώ. Η άνω από ……….. σύμβαση όπως τροποποιήθηκε με την από ……..τροποποιητική σύμβαση έπαψε να ισχύει από…….., όταν και ορίστηκε ο ενάγων, βάσει υποδείξεως της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, πρόεδρος της ...
Επιτροπής Προσφυγών συνάπτοντας με τον νόμιμο εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών την από ……."ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ", δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να συμμετέχει στις εργασίες και στις συνεδριάσεις της Επιτροπής Προσφυγών στην οποία τοποθετήθηκε ως Πρόεδρος, σε καθημερινή βάση, για τον αναγκαίο χρόνο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της ημερήσιας διάταξης και γενικά να εκτελεί τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος των Επιτροπών Προσφυγών, όπως αυτά περιγράφονται στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.
Επίσης ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρέχει το έργο αυτοπροσώπως, χωρίς να μπορεί να υποκαταστήσει άλλον σ' αυτό, πλην της προβλεπόμενης νόμιμης αναπλήρωσής του. Το έργο του ενάγοντος περιλάμβανε ιδίως: τη συμμετοχή στη λήψη συνέντευξης των προσφευγόντων αιτούντων άσυλο, τη διάσκεψη για τη λήψη των αποφάσεων που τους αφορούν, τη σύνταξη των σχετικών αποφάσεων, την έρευνα πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής των προσφευγόντων, καθώς και για σχετική με την υπόθεσή τους ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία (βλ.
άρθρο 3 της συμβάσεως). Επίσης στο άρθρο 4 της συμβάσεως ορίστηκε ότι "Ο αντισυμβαλλόμενος [εννοεί ο ενάγων] συμμετέχει σε ομάδα προετοιμασίας των φακέλων που εκκρεμούν προς εξέταση στο … βαθμό κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Λειτουργίας των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010, όπως ισχύει, σύμφωνα με πρόγραμμα που καταρτίζεται ανά ομάδα υποδεικνυόμενων μελών από τους δύο φορείς υπόδειξης (Ύπατη Αρμοστεία και ΕΕΔΑ) σε μηνιαία βάση (4 μέλη ανά ομάδα) και το οποίο κοινοποιείται στον Συντονιστή των Επιτροπών Προσφυγών του ΠΔ 114/2010 τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την έναρξη λειτουργίας της κάθε ομάδας.
Ο αντισυμβαλλόμενος αναλαμβάνει τον έλεγχο και την προετοιμασία των φακέλων που εκκρεμούν στο … βαθμό κατά τα οριζόμενα στο ΠΔ 114/2010 και 4375/16, μετά από ανάθεση του Συντονιστή και σε συνεργασία με τις Γραμματείες των Επιτροπών και τις αρμόδιες αρχές. Ο έλεγχος και η προετοιμασία των φακέλων λαμβάνει χώρα τις μισές εργάσιμες ημέρες κάθε μήνα, σύμφωνα με τις Οδηγίες που παρέχονται εγγράφως από τον Συντονιστή.
Εν συνεχεία, οι υποθέσεις προωθούνται προς εξέταση όπως προβλέπεται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο." Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε έως την …….δυναμένη να ανανεωθεί και αμοιβή ορίστηκε το ποσό των 3.800 ευρώ. Μετά το πέρας της άνω ημερομηνίας έληξε η θητεία των επιτροπών των άρθρων 26 και 32 του ΠΔ 114/2010 και έπαψαν να υφίστανται.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων ουδέποτε προσλήφθηκε και δη ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος του εναγομένου και ουδέποτε εκπροσώπησε το εναγόμενο δικαστικά ούτε εκτελούσε έργο νομικού συμβούλου. Καθ' όλη τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, ναι μεν διέθετε και χρησιμοποιούσε τις νομικές του γνώσεις, δεν παρείχε όμως νομικές συμβουλές ούτε γνωμοδοτήσεις, αντίθετα συμμετείχε σε συλλογικό όργανο με αποφασιστική αρμοδιότητα, είχε ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων του έναντι του εναγομένου.
Το προπεριγραφόμενο έργο που παρείχε ο ενάγων, δεν συνιστά έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του εναγομένου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, το οποίο ουδέποτε αυτός εκπροσώπησε δικαστικά ή εξώδικα, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του ενώπιων τρίτων ούτε παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους, στις οποίες ουδέποτε προέβη ο ενάγων, αλλά συνιστά παροχή υπηρεσιών ως μέλους συλλογικού οργάνου, οι οποίες μπορούσαν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό που δεν ήταν απαραίτητο να διαθέτει και την ιδιότητα του δικηγόρου, η οποία (ιδιότητα) απλά συνέπιπτε, στην περίπτωση του ενάγοντος, στο ίδιο πρόσωπο.
Επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η μεταξύ των διαδίκων σχέση, που διέπεται από το σύνολο των συμβάσεων, ως ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, εφόσον τούτο μπορεί να συμβεί μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, πράγμα που δεν αποδείχθηκε στην περίπτωση του ενάγοντος.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που δέχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε το ενάγοντα με το εναγόμενο ήταν της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή επιδικάζοντας ως αποδοχές του χρονικού διαστήματος από …….έως …….το ποσό των 17.500 ευρώ και ως αποζημίωση για μη λήψη άδειας έτους 20… προσαυξημένης κατά 100% το ποσό των 4.042,50 ευρώ....
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση όσον αφορά τα κεφάλαια των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από …….έως ……και της αποζημίωσης για μη λήψη άδειας έτους 20.. προσαυξημένης κατά 100%.... να κρατήσει το Δικαστήριο τούτο την υπόθεση....
και να απορριφθεί η αγωγή ως προς τα κεφάλαια των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από ……..έως …….και της αποζημίωσης για μη λήψη άδειας έτους 20… προσαυξημένης κατά 100%." Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ.
Ι και ΙΙ, συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Κώδικα δικηγόρων περί έμμισθης εντολής κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα, και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 170/2023, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 14/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και δη με το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, καθώς και με το τρίτο σκέλος του κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα από …….έως…….., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ και κατ' ορθή νομική υπαγωγή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια των αποδοχών του χρονικού διαστήματος από ……έως ……..και της αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας έτους 20… προσαυξημένης κατά ποσοστό 100% και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, ακολούθως παρέλειψε να προσδώσει στη σχέση αυτή τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφαρμόζοντας τις διατάξεις περί σύμβασης εργασίας (ΑΚ 648 επ.), άλλως περί σύμβασης έργου (ΑΚ 681 επ.).
Οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η σχέση που τον συνέδεε με το εναγόμενο Δημόσιο ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και όχι εκείνη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών ή της σύμβασης έργου, όπως κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν (κατά τους ισχυρισμούς του) οι διαδοχικές συμβάσεις που είχε συνάψει με το εναγόμενο, με βάση δε την εν λόγω σύμβαση (έμμισθης εντολής) ζήτησε να του επιδικαστούν τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά, συνεπώς τα καταψηφιστικά αιτήματα της αγωγής του είχαν ως προϋπόθεση την αναγνώριση από το Δικαστήριο ότι η έννομη σχέση που τον συνδέει με το εναγόμενο είναι αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου και δη κατά το μέρος που αυτό αφορά το χρονικό διάστημα από ……..έως…….., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την ως άνω απόφασή του άφησε αίτηση αδίκαστη και ειδικότερα δεν αποφάνθηκε επί του αγωγικού αιτήματος επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών του μήνα Ιουνίου 20…, το οποίο αίτημα είχε μεταβιβαστεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την εκ μέρους του εναγομένου ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κάνει δεκτό το ανωτέρω αίτημα.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η σχέση που τον συνέδεε με το εναγόμενο ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ακολούθως δέχθηκε ότι η τελευταία από τις συμβάσεις που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων έληξε στις……, συνακόλουθα δε, ότι ο ενάγων δεν δικαιούται τις αιτηθείσες με την αγωγή του δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από ……..έως ……ούτε την αιτηθείσα αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας έτους 20.., προσαυξημένη κατά ποσοστό 100%.
Κατόπιν αυτού δε, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από …… έως ……. και της αποζημίωσης μη χορηγηθείσας αδείας έτους 20.., προσαυξημένης κατά ποσοστό 100%, απέρριψε ως προς αυτά την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνεπώς, ως προς το κονδύλιο των δεδουλευμένων αποδοχών του μήνα Ιουνίου 20… υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 97/2019 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτό το εν λόγω αίτημα και επικυρώθηκε, ως προς τη σχετική καταψηφιστική της διάταξη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, ως εκ τούτου, δεν άφησε αδίκαστο το ως άνω αίτημα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε την ύπαρξή του.
Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως λόγος από τον αριθμό 8. Τέλος, προκειμένου να εξεταστεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία, την οποία έκρινε (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 14/2022).
Προς τούτο, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει, με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 416/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της απόφασης που προσβάλλεται κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει την αιτιολογία, δηλ. την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (τις ουσιαστικές παραδοχές), εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς την αιτιολογία της (ΑΠ 1212/2022, ΑΠ 794/2022, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 540/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα από αυτόν ένσταση δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά το ζήτημα του χαρακτηρισμού της μεταξύ αυτού και του εναγομένου έννομης σχέσης ως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσκομιζόμενης από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 522/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος διορισμένος στο Εφετείο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου ……., καθώς και ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτού και του εναγομένου κατά τα έτη 20..
έως 20…, παρείχε στο τελευταίο τις υπηρεσίες του ως μέλος των Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 44 του Ν. 3907/2011 όσον αφορά την πρώτη σύμβαση και του άρθρου 122 παρ. 5γ' του Ν. 4249/2014 όσον αφορά τις λοιπές. Ότι η αληθής φύση της συμβατικής σχέσης που τον συνέδεε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, παρότι οι ένδικες συμβάσεις τιτλοφορούνταν η μεν πρώτη ως ειδική σύμβαση παροχής υπηρεσιών, οι δε λοιπές ως συμβάσεις έργου.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούσε να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα στην ως άνω αγωγή ποσά που αφορούσαν δεδουλευμένες αποδοχές, ασφαλιστικές εισφορές, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας αναψυχής, προσαυξημένη κατά ποσοστό 100%, επίδομα αδείας και δώρα εορτών και γενόμενες επί της συμφωνηθείσας αμοιβής του κρατήσεις υπέρ τρίτων, όλα δε τα ανωτέρω κονδύλια ανέτρεχαν στο επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 20..., 20..
και 20... Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω υπ' αριθ. 522/2020 απόφασή του έκρινε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από …. έως ….., ήταν αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο του οφείλει τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά, πλην των δώρων εορτών, της προσαύξησης αποζημίωσης αδείας μη χορηγηθείσας από υπαιτιότητα του εργοδότη και της χρηματικής ικανοποίησης, όπως είχε γίνει δεκτό και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ακολούθως δε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και την αντέφεση του ενάγοντος και έτσι κατέστη τελεσίδικη η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 171/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από τον τότε εφεσίβλητο - ενάγοντα ένσταση δεδικασμένου, δέχθηκε τα εξής: ".... Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων ουδέποτε προσλήφθηκε και δη ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος του εναγομένου και ουδέποτε εκπροσώπησε το εναγόμενο δικαστικά ούτε εκτελούσε έργο νομικού συμβούλου.
Καθ' όλη τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, ναι μεν διέθετε και χρησιμοποιούσε τις νομικές του γνώσεις, δεν παρείχε όμως νομικές συμβουλές ούτε γνωμοδοτήσεις, αντίθετα συμμετείχε σε συλλογικό όργανο με αποφασιστική αρμοδιότητα, είχε ανεξαρτησία κατά την άσκηση των καθηκόντων του έναντι του εναγομένου.
Το προπεριγραφόμενο έργο που παρείχε ο ενάγων, δεν συνιστά έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του εναγομένου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, το οποίο ουδέποτε αυτός εκπροσώπησε δικαστικά ή εξώδικα, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του ενώπιων τρίτων ούτε παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους, στις οποίες ουδέποτε προέβη ο ενάγων, αλλά συνιστά παροχή υπηρεσιών ως μέλους συλλογικού οργάνου, οι οποίες μπορούσαν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό που δεν ήταν απαραίτητο να διαθέτει και την ιδιότητα του δικηγόρου, η οποία (ιδιότητα) απλά συνέπιπτε, στην περίπτωση του ενάγοντος, στο ίδιο πρόσωπο.
Επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η μεταξύ των διαδίκων σχέση, που διέπεται από το σύνολο των συμβάσεων, ως ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, εφόσον τούτο μπορεί να συμβεί μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, πράγμα που δεν αποδείχθηκε στην περίπτωση του ενάγοντος....
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί διότι δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας, καθόσον εν προκειμένω υφίστανται επιπλέον συμβάσεις έργου μεταγενεστέρων των χρονικών διαστημάτων που εξέτασε η άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και μάλιστα στις δύο τελευταίες συμβάσεις περιλαμβάνεται ως νομοθετικό πλαίσιο και το άρθρο 80 παρ. 27 του Ν. 4375/2016 και στην τελευταία ο ενάγων έχει την ιδιότητα του προέδρου επιτροπής, ενώ το χρονικό διάστημα από …….έως ……δεν υφίσταται σύμβαση έργου όπως και για το χρονικό διάστημα που ζητούνται αποδοχές." Από τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες λοιπές παραδοχές της, προκύπτει ότι αυτή κατέληξε σε ορθό διατακτικό, απορρίπτοντας την ένσταση δεδικασμένου, καθώς και τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν το χρονικό διάστημα από …….έως ….., ενώ η επίμαχη υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αφορά απαιτήσεις του τελευταίου, οι οποίες ανάγονται στο χρονικό διάστημα από …….έως…….
Και τούτο, διότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις, εκ των οποίων μόνο οι συναφθείσες στις………, ……., ……, …..και ….(με ημερομηνία λήξης της από …..σύμβασης την……..) αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση, συνεπώς το δεδικασμένο αυτής, ως προς τον χαρακτήρα της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης, δεν καταλαμβάνει και το μετά την…….., χρονικό διάστημα, εντός του οποίου καταρτίστηκαν νέες διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, συνακόλουθα δε, ούτε τις ασκηθείσες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούν, όπως προελέχθη, το χρονικό διάστημα από …….έως……..
Ωστόσο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με εσφαλμένες αιτιολογίες, ήτοι ότι η συνδέουσα ανέκαθεν τους διαδίκους έννομη σχέση δεν είχε τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και δη εξαρχής, ήτοι και κατά το χρονικό διάστημα από τη σύναψη της πρώτης σύμβασης (………) έως…….., για το οποίο υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 522/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συνεπώς ο τρίτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, μόνον ως προς την αιτιολογία για το χρονικό διάστημα από …….έως ……….περαιτέρω δε, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τις ανωτέρω αιτιολογίες της (από το σημείο "Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων ουδέποτε προσλήφθηκε..." έως το σημείο "...
όπως και για το χρονικό διάστημα που ζητούνται αποδοχές") και να αντικατασταθούν αυτές με το ως άνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας, προκειμένου, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, να αποτραπεί η δημιουργία δεδικασμένου ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους κατά το χρονικό διάστημα από ……..έως …….και δη αντίθετου προς το δεδικασμένο της υπ' αριθ. 522/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το ίδιο ζήτημα.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη με αριθ.1936/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνον ως προς την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτολογία της, που αφορά το χρονικό διάστημα από ……….έως ………την οποία αντικαθιστά όπως στο σκεπτικό αναφέρεται.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6188/ 701/2022) αίτηση και τους από 14-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 176/2022) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1936/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ