Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring decision, ruling involuntary jurisdiction allows court discretion on evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance decision regarding debt restructuring under involuntary jurisdiction. The appellant argued the court erred by considering an unproven claim of fraudulent transfer against a non-present creditor, but the court held that involuntary jurisdiction permits the court to investigate facts ex officio. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the costs were not awarded to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 744 and 3 of Law 3869/2010; In cases of involuntary jurisdiction, the court enjoys the freedom of ex officio initiative to collect evidence and ascertain facts, meaning Article 560(5) of the Code of Civil Procedure does not apply to create grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1485/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βρεττό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γιαβή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) τελούσης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την με αριθμ. .../11-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Α., που με επίκληση προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 4-5-2018 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 15-3-2019, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ' αυτή της εν λόγω αναιρεσίβλητης (άρθρ. 226 § 4 εδ. τρίτο και 575 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, αφού η πιο πάνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η κρινόμενη από 24-7-2017 (με αριθμ. κατ. 1/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 38/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Ν. 3869/ 2010), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το παράβολο ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010 και των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 577 και 769 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αυτής κρίση, τα εξής: "Ο αιτών έχει γεννηθεί το έτος 1960 και είναι πατέρας δύο τέκνων, του Ν.
Σ., ηλικίας σήμερα 19 περίπου ετών και της Θ. Σ., ηλικίας 8 περίπου ετών (βλ. προσκομισθείσα βεβαίωση οικογενειακής κατάστασης). Είναι αγρότης, όπως προκύπτει από το με αριθμό κωδ. ... βιβλιάριο υγείας του ΟΓΑ και την από 24.7.2013 υπεύθυνη δήλωσή του προς την ΔΟΥ …. και το ετήσιο εισόδημά του από το έτος 2010 και εντεύθεν δεν υπερέβαινε τα 300 € μηνιαίως, ήδη δε το έτος 2015 το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε στο ποσό των 7.500 € περίπου (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα του φορολογικού έτους 2015). Στερείται πτωχευτικής ικανότητας, καθώς είναι αγρότης, έχει δε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, λόγω υπερχρέωσης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αιτήσεως ως ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αιτήσεως (βλ.
σχετ. Κρητικός "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" σελ. 98 επ.), υπολογίζονται δε βάσει των καταστάσεων του προσκομίσθηκαν από τους καθ' ων με την ανάλυση του κεφαλαίου και των τόκων κατά το χρόνο της επίδοσης της αιτήσεως σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 3 Ν. 3869/2010: Α) Από την πρώτη πιστώτρια με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" έχουν χορηγηθεί τα παρακάτω δάνεια, στα οποία έχει συμβληθεί είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής:
α) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 104.354,67 €, β) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο και τόκους το ποσό των 466,08 €, γ) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο και τόκους το ποσό των 377,74 €, δ) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο το ποσό των 6.228,57 €, ε) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 61.045,64 €, στ) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 38,277,41 €, ζ) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 125.650,55 € και η) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, στεγαστικό δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 10.496,02 €. Συνολικά από τις ανωτέρω συμβάσεις ο αιτών οφείλει στην πρώτη πιστώτρια τράπεζα το ποσό των 346.896,68 €.
Β) Από την δεύτερη πιστώτρια με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ ΑΕ" έχουν χορηγηθεί τα παρακάτω δάνεια στα οποία ο αιτών έχει συμβληθεί είτε ως οφειλέτης είτε ως εγγυητής: α) με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση, δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα το ποσό των 342,38 € και β) με την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση, δάνειο, από το οποίο οφείλει για κεφάλαιο και τόκους το ποσό των 9.755,64 €. Συνολικά από τις ανωτέρω συμβάσεις ο αιτών οφείλει στην δεύτερη πιστώτρια τράπεζα το ποσό των 10.098,02 €, ενώ το συνολικό ύψος των οφειλών του προς τις πιστώτριές του ανέρχεται σε 356.994,70 €. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αιτών έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του ένα οικόπεδο εμβαδού 423,17 τ.μ.
μετά της εντός αυτού υφιστάμενης διώροφης οικίας με ολική επιφάνεια ορόφων 285,35 τ.μ. και με καλυπτόμενη επιφάνεια 155,50 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον οικισμό ... του Δήμου … και το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθμ. ... 20.1.1993 συμβολαίου περιουσιακής παροχής ψιλής κυριότητας αστικού ακινήτου με παρακράτηση δικαιώματος επικαρπίας της συμβολαιογράφου Λευκάδας Χ.
Γ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας, με το οποίο ο πατέρας του Ν. Σ. του μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα επί του ως άνω αστικού ακινήτου και το οποίο μετά τον θάνατο αυτού (πατρός του) στις 1.5.2013 περιήλθε αυτοδικαίως στην αποκλειστική κυριότητα του αιτούντος. Η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου (οικοπέδου μετά κτίσματος) ανέρχεται στο ποσό των 44.794,43 € (βλ.
στοιχεία εκκαθάρισης ΕΝΦΙΑ έτους 2015). Το παραπάνω ακίνητο, με βάση τους ισχυρισμούς του αιτούντος, αποτελεί την κύρια και μοναδική κατοικία του για την οποία υποβάλλει αίτημα εξαίρεσης από την διαδικασία ρευστοποίησης. Επίσης, ο αιτών διαθέτει τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία, ήτοι: α) την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου με ελιές εκτάσεως 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." στους ..., β) την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου με ελιές εκτάσεως 2.455 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." στους ..., γ) την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα επί ενός αγροτεμαχίου με ελιές εκτάσεως 1.000 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..." στους ..., δ) την κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου με ελιές εκτάσεως 4.012.24 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." στους .... Η αντικειμενική αξία καθενός εκ των ανωτέρω αγροτεμαχίων δεν υπερβαίνει σήμερα το ποσό των 1.000 €, καθόσον αυτά βρίσκονται εκτός σχεδίου και είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Επίσης ο αιτών διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1.761 cc, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1994, το οποίο δεν αναφέρει στην ένδικη αίτησή του. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο αιτών και ο δικαιοπάροχός του, πατέρας του, έλαβαν, κυρίως στο όνομα του πρώτου εξ αυτών, τα προαναφερθέντα στεγαστικά δάνεια από την πρώτη πιστώτρια τράπεζα, τα έτη 2005 - 2007 προκειμένου να αποπερατώσουν τον πρώτο όροφο του προαναφερθέντος ακινήτου και να χρησιμοποιήσουν αυτά ως επιχείρηση ενοικιαζομένων δωματίων.
Ο αιτών είχε περιορισθεί στην διενέργεια αγροτικών εργασιών, από τις οποίες είχε μηδενικά εισοδήματα, όπως ο ίδιος συνομολογεί στο δικόγραφο των προτάσεών του, αλλά και όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2007 και 2008, τα οποία αφορούν τα έτη 2006 και 2007, οπότε και ελήφθησαν τα ανωτέρω δάνεια, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκθέτει.
Επίσης, αποδεικνύεται ότι μεγάλο τμήμα του ισογείου της ανωτέρω οικίας χρησιμοποιείται ως ψησταριά, την οποία διατηρούσε ο πατέρας του αιτούντος, ενώ σήμερα είναι εκμισθωμένη σε κάποιον Ν. Σ. (προφανώς τον υιό του αιτούντος) και χρησιμοποιείται επίσης ως ψησταριά. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι ο πρώτος όροφος της ανωτέρω οικοδομής δεν είναι αποπερατωμένος, προσκομίζει δε προς απόδειξη αυτού φωτογραφίες της οικοδομής αυτής.
Πλην όμως, οι φωτογραφίες δεν απεικονίζουν τον πρώτο όροφο της οικοδομής, αλλά μόνο το ισόγειο αυτής, αποδεικνύεται δε ότι ο πρώτος όροφος είναι στην πραγματικότητα αποπερατωμένος, καθώς 70 τ.μ. αυτού έχουν εκμισθωθεί ως οικία στον G. N. από τις 1.9.2015 (βλ. σχετ. την αναλυτικά κατάσταση για μισθώματα ακίνητης περιουσίας Ε2 φορολογικού έτους 2015).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αιτών έλαβε ή, τουλάχιστον, ανέλαβε ως εγγυητής, τα προαναφερθέντα στεγαστικά δάνεια από την πρώτη πιστώτρια τράπεζα, συνολικού ύψους άνω των 200.000 €, προκειμένου να αποπερατώσει τον πρώτο όροφο του ανωτέρω ακινήτου, ιδιοκτησίας του, ήτοι προκειμένου να ωφεληθεί ο ίδιος, γνωρίζοντας, κατά το χρόνο αναλήψεώς τους, ότι δεν θα είχε τη δυνατότητα να τα αποπληρώσει, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, το εισόδημά του ήταν μηδενικό.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από του χρόνου λήψεως των ως άνω δανείων διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον, καθώς δεν διέθετε κανένα εισόδημα. Ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει, άνευ άλλου τινός, τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε η πρώτη εκ των μετεχουσών πιστωτριών, η οποία έχει εξασφαλίσει τις απαιτήσεις της με προσημειώσεις υποθήκης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, για την αποπεράτωση της οποίας και ελήφθησαν τα υπό κρίση δάνεια (βλ.
αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου του ακινήτου με ΚΑΕΚ ...). Από όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο αιτών, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής, δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, προβαίνοντας στη λήψη των προαναφερθέντων στεγαστικών δανείων, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Και τούτο διότι παρά τον ισχυρισμό της πρώτης πιστώτριας τράπεζας περί δόλιας περιέλευσής του στην σημερινή κατάσταση της υπερχρέωσης, δεν ανταπέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επιδίκων οφειλών του, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής τους, ούτε δε και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του μηδενικού εισοδήματός του και μάλιστα τέτοια ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες εξυπηρέτησης των ανωτέρω δανείων.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο αιτών περιήλθε δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του οφειλών, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως που προέβαλε νόμιμα η πρώτη των εφεσίβλητων ως βάσιμη κατ' ουσίαν και απέρριψε την υπό κρίση αίτηση ως ουσία αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως ο σχετικός λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος".
Με τις κρίσεις του αυτές το Πρωτοδικείο Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο επί της από 2-6-2015 εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 57/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λευκάδας και στις οποίες (κρίσεις του) στήριξε την παραδοχή της ενστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης περί δολίας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και την απόρριψη της ένδικης αίτησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προεκτεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 και επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ειδικότερα δε α) η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο δόλος του αιτούντος υπήρξε κατά την ανάληψη των δανείων υπό την έννοια ότι αυτός ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας αυτά, γνώριζε ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να τα εξυπηρετήσει, χωρίς να ερευνάται αν ο δόλος υπήρχε και κατά το χρονικό διάστημα μετά την ανάληψη των δανείων μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο, ουδόλως παραβιάζει την προεκτεθείσα διάταξη, δεδομένου ότι, όπως ήδη έχει προεκτεθεί στη μείζονα σκέψη, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει είτε κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής είτε κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, β) ο δόλος του αιτούντος οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών χρεών του ορθά περιορίστηκε από την προσβαλλόμενη στην πρόθεσή του και μόνο, χωρίς την προσθήκη της εξαπάτησης των υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης και της παράλειψης από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν τα δάνεια, της πιστοληπτικής ικανότητας του αιτούντος, γ) οι επιμέρους αιτιάσεις του αιτούντος ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απέρριψε την αίτηση διότι 1) πλήρως αποδείχτηκε η έλλειψη κάθε μορφής δόλου, τόσο κατά την υπογραφή των δανειακών συμβάσεων όσο και μεταγενέστερα, 2) πλήρως αποδείχτηκε ότι ανέμενε και ήλπιζε και εν τέλει επήλθε βελτίωση των οικονομικών του δυνατοτήτων με το γεωργικό του εισόδημα και την εκμίσθωση μέρους του προσημειωμένου ακινήτου ως ψησταριάς, καθώς και του πρώτου ορόφου αυτού και 3) πλήρως αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων υφίστατο η δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων και τα προς τούτο αναγκαία και επαρκή εισοδήματα, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο μάρτυράς του, πλήττουν απαραδέκτως την, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων, μεταξύ των οποίων είναι και το περιεχόμενο των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι γι' αυτό απορριπτέες.
Τέλος, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι "εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τη νομίμως υποβληθείσα και πλήρως αποδειχθείσα ένστασή μου περί αοριστίας της ένστασης της α' αντιδίκου περί δήθεν δολίας περιέλευσής μου σε αδυναμία πληρωμών", είναι απορριπτέα:
α) ως αβάσιμη μεν υπό την εκδοχή ότι με αυτήν προτείνεται ο από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πράγματος που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν ως Εφετείο Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμη την ως άνω ένσταση, την οποία ο αιτών είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο εφέσεως (βλ.
σχετ. Ολ.ΑΠ 25/2003), και β) ως απαράδεκτη δε υπό την εκδοχή ότι με αυτήν προτείνεται η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της εν λόγω ενστάσεως ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, καθόσον ο λόγος αυτός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά αναφερομένων στους από το άρθρο 560 του ιδίου Κώδικα λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων όπως είναι η προσβαλλόμενη.
IV. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του ΚΠολΔ στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις του καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους (ΑΠ 28/2015) ως εκδήλωση δε της αρχής αυτής (της αντικειμενικής ενέργειας των πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων) υφίσταται η πλασματική αντιπροσώπευση των απολειπομένων ομοδίκων από τους νόμιμα παριστάμενους, εφόσον οι απολειπόμενοι έχουν κλητευθεί νόμιμα ή έχουν προσεπικληθεί.
Στην περίπτωση αυτή, οι ομόδικοι που δεν παρίστανται θεωρείται ότι συμμετέχουν στη συζήτηση και ότι ενεργούν κατά τον ίδιο τρόπο με τον παριστάμενο διάδικο. Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1049/2017 και 1978/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 5 περ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πράγματος που δεν προτάθηκε και συνίσταται στο ότι έλαβε υπόψη του προταθέντα από την πρώτη αναιρεσίβλητη ισχυρισμό περί δολίας περιέλευσης του αναιρεσείοντος - αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του (με συνέπεια την απόρριψη της ένδικης αίτησης) και ως προς την μη παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι επί των εκδιδόμενων κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αποφάσεων, όπως η προσβαλλόμενη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1835/2007, 2228/2007, 1844/2009 και 246/2008), καθόσον με το άρθρο 744 του ιδίου Κώδικα εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι, όπως έχει προαναφερθεί στη μείζονα σκέψη, οι αναιρεσίβλητες τράπεζες - πιστώτριες συνδέονται μεταξύ τους με αναγκαστική ομοδικία και συνεπώς ορθά η προσβαλλόμενη δέχτηκε τον ως άνω ισχυρισμό και ως προς την ερημοδικασθείσα δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω κι αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του πιο πάνω νόμου, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 65/2017, 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-2017 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της 38/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ