Legislator Case Law & Legislation
1485/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling the lower court correctly applied fee rules to the converted claim.

Case Number 1485/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in applying fee regulations to a claim converted from a counterclaim after the appellant failed to appear in the first instance. The court rejected this, holding that the procedural history established the claim as a counterclaim throughout the appellate stage, making the fee rules applicable regardless of the appellant's absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 and 8 of Law 700/1912; The claim remains a counterclaim after conversion, so the appellant must advance the required court fees.

Keywords

AI generated
counterclaim conversion court fees advance appeal admissibility procedural history fee regulation application

Cited Legislation

AI generated
Law 3994/2011
Law 4055/2012
Law 700/1912
Articles 176, 183, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1485 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1485/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Καρελλά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... AE"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1331/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4217/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα, προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4217/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, πέραν άλλων, που δεν ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση, έγινε δεκτή η από 10-6-2013 έφεση, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, εξαφανίσθηκε ως προς αυτόν η υπ' αριθ. 1331/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 30-10-2009 αγωγή του, ερήμην του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας, διότι, ενώ εμφανίστηκε και υπέβαλε αίτημα αναβολής, το οποίο απορρίφθηκε, δεν κατέθεσε προτάσεις, αναδικάστηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή.

Ειδικότερα, η αγωγή, με την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματός της, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, σε αναγνωριστικό, ζήτησε, όπως δέχτηκε το Εφετείο, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη υποχρεούται να του καταβάλει νομιμότοκα, λόγω αδικοπραξίας, το ποσό των 401.000,00€ ως αποζημίωση, απορρίφθηκε, λόγω πλασματικής ερημοδικίας αυτού (ενάγοντος), εξαιτίας μη προκαταβολής του οφειλομένου για το αντικείμενό της δικαστικού ενσήμου, βάσει των διατάξεων του ν. 3994/2011 και του ν. 4055/2012, καθόσον ασκήθηκε ως καταψηφιστική, πριν από την ισχύ του ν. 3994/2011, στις 25-7-2011, και περιορίστηκε σε αναγνωριστική, μετά την ημερομηνία αυτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ). Κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001).

Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1εδ.β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον, αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο ( ΟλΑΠ 17/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, που δικάστηκε ερήμην από το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της αγωγής του, λόγω μη καταβολής για το αντικείμενο της τέλους δικαστικού ενσήμου, άσκησε στις 29-6-2016 απευθείας, χωρίς δηλαδή προηγούμενη επίδοση της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης και παρέλευση της δεκαπενθήμερης προς άσκηση κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4217/2014 οριστικής απόφασης του Εφετείου, που υπογράφεται από την πληρεξουσία αυτού δικηγόρο Αθηνών Χριστίνα Καρελλά.

Η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ. 10.045/23-6-2016 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. (Μ.) Π.-Τ., προκύπτει ότι αυτός, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς την άνω δικηγόρο να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να προσδιορίσει τη συζήτησή της και να παραστεί κατ' αυτή και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνει και όλες τις πράξεις αυτής στο πλαίσιο των άνω εντολών ως νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές και συνεπώς και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ως κανόνας δε ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνος, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 608/2008).

Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/ 1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/42 και η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 11 του ν.δ. 4189/1961, 70 παρ. 3 και 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012, διότι οι διατάξεις αυτές εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, που καθορίζουν, ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου, στις οριζόμενες σ' αυτές υποθέσεις, στο πλαίσιο όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, αλλά του δικονομικού δικαίου, ήτοι των κανόνων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Ειδικότερα από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλομένου δικαστικού ενσήμου ο ενάγων θεωρείται, ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό σε περίπτωση παράβασης αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνον αυτός από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 1107/2005).

Συνεπώς, ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του σκέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προαναφερόμενη αγωγή του αναιρεσείοντος, λόγω πλασματικής ερημοδικίας του, εκ της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων ως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις, που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο.

Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ προκύπτει, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός δεν μπορεί να γίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, ακόμη και στην περίπτωση, που ο ενάγων είχε δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό και κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, γι' αυτό και αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 1572/2013).

Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκδοθεί ερήμην του ενάγοντος, λόγω πλασματικής ερημοδικίας, διότι, ενώ εμφανίστηκε και υπέβαλε αίτημα αναβολής, το οποίο απορρίφθηκε, δεν κατέθεσε προτάσεις και είχε απορρίψει την αγωγή του, αναδίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο, ότι ο ενάγων λογίζεται ερήμην δικαζόμενος, με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "...με την πιο πάνω αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι, μετά από πρόταση των υπαλλήλων-επενδυτικών συμβούλων της εναγομένης τράπεζας, που ενεργούσαν για λογαριασμό της, επένδυσε μέρος των καταθέσεών του σε τίτλους εγγυημένου κεφαλαίου.

Ειδικότερα, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 401.000 ευρώ, για την τοποθέτηση σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, έκδοσης των αναφερομένων στην αγωγή εταιριών, που του υπέδειξαν οι υπάλληλοί της εναγομένης, διαβεβαιώνοντάς τον, ότι πρόκειται για επενδύσεις με 100% προστασία κεφαλαίου. Ζητεί δε, μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής από τον εκκαλούντα με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, εξαιτίας της περιγραφόμενης στην αγωγή αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς, να του καταβάλει νομιμότοκα το πιο πάνω ποσό.

Όμως ο πιο πάνω περιορισμός του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ακόμη και αν θεωρηθεί παραδεκτός, δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση για καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου. Τούτου διότι, αφού πρόκειται για αγωγή που ασκήθηκε πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011 (25-7-2011), όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης δικογράφου στις 19-11-2009 και την από 24-11-2009 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά..., στο δικόγραφό της, σε συνδυασμό με την 6992/25-1-2011 έκθεση επίδοσης της ίδιας αναφορικά με την από 17-12-2010 κλήση της αγωγής, ο ενάγων υποχρεούται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012, στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, το οποίο, ωστόσο, δεν έχει προκαταβάλει κατά την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου συζήτηση της αγωγής...".

Ο αναιρεσείων με το σχετικό σκέλος του λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δικάσθηκε ερήμην από το Εφετείο και απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη καταβολής του αναλογούντος στο αντικείμενο της δικαστικού ενσήμου, διότι αυτός, αφού μετέτρεψε παραδεκτά το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, καθόσον επρόκειτο για πρώτη συζήτηση αυτής, λόγω της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό, δεν καταλαμβάνεται από τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 70 παρ. 3 του ν. 3994/2011 και 21 του ν. 4055/2012, διότι η αγωγή του ασκήθηκε πριν από την 25-7-2011, που αποτελεί κρίσιμο σημείο για την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί αναγνωριστικών αγωγών και σε κάθε περίπτωση η ρύθμιση αυτή είναι αντίθετη προς τα άρθρα 4, 20 και 77 παρ.2 του Συντάγματος, διότι εισάγει αναδρομικά άνιση μεταχείριση μεταξύ εκείνων, που επέλεξαν να ασκήσουν εξαρχής αναγνωριστική αγωγή και όσων άσκησαν καταψηφιστική αγωγή με πρόθεση να τη μετατρέψουν σε αναγνωριστική, όπως αυτός, και δυσχεραίνει το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας τους, καθόσον τους επιβαρύνει με επιπλέον δαπάνες.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι προϋποθέτει παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ήτοι μέχρι το πέρας της δίκης στον πρώτο βαθμό και όχι περιορισμό, που έγινε, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων δέχεται και προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση, το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του εφετείου και είναι απαράδεκτος, ακόμη και στην περίπτωση, που είχε δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό και κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, διότι το αίτημα της αγωγής παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων υποχρεούται στην προκαταβολή του οφειλομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν.

ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", τέλους δικαστικού ενσήμου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4217/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ