Legislator Case Law & Legislation
1485/2017 AI generated

1485/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1485/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1485/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στη διαδικασία της δίκης αναιρέσεως. Διότι, βεβαίως, εάν υπήρχε τέτοια δυνατότητα για τον αναιρεσείοντα, θα οριζόταν αναμφιβόλως ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 247 Κ.Πολ.Δ. είναι εφαρμοστέα και στη διαδικασία της αναιρέσεως, για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για την αποφυγή συγχύσεως και για την καλύτερα διευκρίνιση των ζητημάτων εκάστης υποθέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1485 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1485/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ήδη 2ο αναιρεσείοντα, Δ. Μ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 3-3-2011 ανταγωγή της αρχικής διαδίκου Κ. Μ. και του ήδη 2ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4997/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 668/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2016 αίτησή τους και τον από 4-12-2016 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., που μνημονεύει ως εφαρμοστέα στη διαδικασία της αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, τη διάταξη του άρθρου 246, όχι δε και αυτήν του άρθρου 247 του ιδίου Κωδικός, σαφώς συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση κάποιου από τους διαδίκους, να διατάξει μόνο την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών που εκκρεμούν ενώπιον του μεταξύ των ιδίων ή διαφορετικών διαδίκων, εάν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων, όχι δε και να διατάξει να συζητηθούν χωριστά περισσότερες αιτήσεις που υποβλήθηκαν με το αυτό δικόγραφο.

Εκ τούτου επακολουθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι δεν δικαιούται ο αναιρεσείων να σωρεύσει στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι παράπονα κατά περισσοτέρων αποφάσεων, που δεν έχουν εκδοθεί επί της ιδίας υποθέσεως (διαφοράς). Τέτοια δυνατότητα, ήτοι υποβολής με το αυτό δικόγραφο περισσοτέρων αιτήσεων για παροχή ενδίκου εν γένει προστασίας, αναγνωρίζεται μόνο κατ' εξαίρεση, και δη μόνο επί αντικειμενικής σωρεύσεως αγωγών με τις προϋποθέσεις που τάσσονται από το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ., το οποίο, επίσης, δεν ορίζεται ως εφαρμοστέο, αναλόγως, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

στη διαδικασία της δίκης αναιρέσεως. Διότι, βεβαίως, εάν υπήρχε τέτοια δυνατότητα για τον αναιρεσείοντα, θα οριζόταν αναμφιβόλως ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 247 Κ.Πολ.Δ. είναι εφαρμοστέα και στη διαδικασία της αναιρέσεως, για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για την αποφυγή συγχύσεως και για την καλύτερα διευκρίνιση των ζητημάτων εκάστης υποθέσεως.

Επομένως, εφόσον διατυπώνονται στο αυτό αναιρετήριο παράπονα κατά περισσοτέρων αποφάσεων, οι οποίες δεν έχουν εκδοθεί στην ίδια υπόθεση και εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν έχει εξουσία να διατάξει το χωρισμό της συζητήσεως, διότι δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία η διάταξη του άρθρου 247 Κ.Πολ.Δ., το αναιρετήριο, στο οποίο αναφέρονται περισσότερες αιτήσεις αναιρέσεως, όσες είναι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί επί διαφορετικών υποθέσεων, είναι άκυρο και οι ανεπιτρέπτως σωρευόμενες αιτήσεις αναιρέσεως απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες (Α.Π. 970/2015,818/2000, 410/1983).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία, που καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και συνεπεία τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.

Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού ή η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 694/2009 , 778/2009, 574/2008).

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας, ο οποίος φέρεται παραβιασθείς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.

Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005, 15-16/20013). Επίσης για την πληρότητα του από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η εν λόγω πλημμέλεια και επί πλέον να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/96, 27/98).

Ωσαύτως, για την πληρότητα των εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ. λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν (Α.Π. 1632/2007), ή παρά το νόμο τα δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθμ. 16 λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας είχε επιληφθεί αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου διαδίκου της ερεύνης για συνδρομή ή όχι δεδικασμένου και είχε περιλάβει στην απόφαση του σχετική (θετική ή αρνητική) κρίση.

Τέλος για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται: α) το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, ώστε εκ της συγκρίσεως του προς το γενόμενο δεκτό από την απόφαση να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα κρίσεως περί του αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το γενόμενο δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαφορετικό του αληθούς περιεχόμενο, γ) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (Α.Π. 2310/2009, 3/2016).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 1990/1982, ΑΠ 1185/2010, 1065/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπό κρίση υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος Α. Γ., δικηγόρος το επάγγελμα με την ένδικη (από 14-1-2011) αγωγή του κατά των Δ. Ι. Μ. , ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, και της Κ. συζ. Δ. Μ., η οποία ήδη απεβίωσε και στη θέση της υπεισήλθε ως μοναδικός κληρονόμος της και συνεχίζει την δίκη ο υιός της Ι.

Μ., ήδη πρώτος αναιρεσείων, εξέθεσε τα ακόλουθα: Από το Μάιο 2002 κατέστη εντολοδόχος της αδελφής της δευτέρας εναγομένης Μ. χήρας Α. Β., η οποία απεβίωσε στις 30.8.2003. Η εντολοδόχος του και η δευτέρα εναγομένη, είχαν και άλλη εν ζωή αδελφή, την Α. Λ., η οποία απεβίωσε στις 27.2.2005. Η εντολοδόχος του με την από 10.3.2002 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύτηκε νόμιμα κατέλιπε κληρονόμο της την Α.

Λ. σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, όρισε δε καταπιστευματοδόχο μετά το θάνατο της τετιμημένης, το Φιλανθρωπικό Σωματείο "Παιδικά Χωριά 508 Ελλάδος". Οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της διαθήκης αυτής και ξεκίνησαν δίκες, ισχυριζόμενοι ότι την ως άνω διαθήκη είχε πλαστογραφήσει η Α.

Λ. με συνεργό τη φίλη της Ά. Λ. και ηθικό αυτουργό τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν και πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής (Α. Λ.). Επίσης ότι η Α. Λ. είχε πλαστογραφήσει και την από 23.5.2002 εξουσιοδότηση της θανούσης Μ. Β. προς τον ενάγοντα, για να εισπράττει συντάξεις και μισθώματα. Τέλος, ισχυρίστηκαν ότι και οι διαθήκες της μετέπειτα αποβιωσάσης Α.

Λ., (με ημερομηνίες 23.7.2002, 26.9.2002, 19.12.2003, 9.6.2004 και 16.6.2004), ήταν και αυτές πλαστές. Κατά τη σφοδρή αντιδικία τους οι εναγόμενοι υπέβαλαν σε βάρος του ενάγοντος περισσότερες από 25 μηνύσεις, για τις οποίες έχουν εκδοθεί απαλλακτικές εισαγγελικές διατάξεις, απαλλακτικά βουλεύματα και μία αθωωτική απόφαση. Στην από 1.11.2005 εκ των εναντίον του μηνύσεων, με μηνυτές τους εναγομένους και τη δικαστική γραφολόγο Ι.

Δ. και μηνυομένους επιπλέον τη δικαστική γραφολόγο Χ. Τ. και την υπεύθυνη του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος "Παιδικά Χωριά δΟδ Ελλάδος", που υποβλήθηκε μετά την προηγηθείσα από 4.10.2005 μήνυση του ενάγοντος κατά των μηνυτών, διαλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ότι η γραφολόγος Ι. Δ. μετά από εντολή από τον δεύτερο αναιρεσείοντα να διενεργήσει γραφολογική και χαρακτηρολογική πραγματογνωμοσύνη επί των ως άνω από 10.3.2002 διαθήκης και από 23.5.2002 εξουσιοδοτήσεως της Μ.

Β., συνέταξε την υπ' αριθ. 42/22.1.2005 σχετική έκθεση της με την οποία απεφάνθη ότι και τα δύο έγγραφα είναι πλαστογραφημένα από την Α. Λ.. Ενόψει δε αυτών, το ως άνω φιλανθρωπικό ίδρυμα έδωσε εντολή στη δικαστική γραφολόγο Χ. Τ., να εξετάσει την ανωτέρω διαθήκη και την εξουσιοδότηση, η οποία με τις από 19.9.2005 και 23.9.2005 εκθέσεις της απεφάνθη ότι οι προδιαληφθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των συναδέλφων της δεν ήταν αληθείς και ότι οι επίμαχες διαθήκη και εξουσιοδότηση είχαν γραφεί και υπογραφεί από τη Μ.

Β.. Κατόπιν αυτού, ο ήδη ενάγων και αναιρεσίβλητος, Α. Γ., υπέβαλε την ως άνω από 4.10.2005, μήνυση του κατά των εναγομένων ως ηθικών αυτουργών και της γραφολόγου Ι. Δ., ως φυσικής αυτουργού, ότι κατήρτισαν από κοινού και χρησιμοποίησαν την ψευδή πραγματογνωμοσύνη της τελευταίας. Σύμφωνα όμως, με τη μήνυση των εναγομένων και της Ι.

Δ., οι πράξεις του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου και της μηνυομένης Χ. Τ. είναι αξιόποινες, διότι εν γνώσει τους, η μεν Χ. Τ. κατήρτισε ψευδείς (πλαστές) κατά περιεχόμενο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ο δε ενάγων ως ηθικός αυτουργός, έδωσε εντολή για τη διεξαγωγή τους και τις χρησιμοποίησε και εν γνώσει της αναλήθειας τους κατεμήνυσε τους μηνυτές και τούτο για να περιποιήσουν στον εαυτό τους και σε άλλους παράνομο περιουσιακό όφελος ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ήτοι περίπου 2.000.000 €, με αντίστοιχη περιουσιακή και επαγγελματική βλάβη των μηνυτών, καθώς ο ενάγων και η συνεργός του Α.

Λ. έχουν ορισθεί ως κληρονόμοι της περιουσίας, τόσο της Μ. Β. όσο και της Α. Λ. με άκυρες διαθήκες που καταρτίσθηκαν από τον ενάγοντα και την Α. Λ.. Επιπλέον, ο ενάγων ιστορεί στην αγωγή του ότι όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα σε βάρος του είναι ψευδή και εγράφησαν με πρόθεση βλάβης του, διότι οι εναγόμενοι εγνώριζαν ότι τα γραφολογικώς εξετασθέντα έγγραφα, (από 10.3.2002 διαθήκη και από 23.5.2002 εξουσιοδότηση) είναι γνήσια έγγραφα της Μ.

Β., αλλά παρά ταύτα υπέβαλαν την ανωτέρω μήνυση σε βάρος του και την επιβεβαίωσαν με ψευδορκία με αποτέλεσμα να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, καθώς και την ατομική και επαγγελματική του αξιοπιστία. Εζήτησε δε ακολούθως με την αγωγή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 20.000 ευρώ ο καθένας και να αναγνωρισθεί επί πλέον ότι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν για την αυτή αιτία το ποσό των 80.000 ευρώ έκαστος, νομιμοτόκως από της επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Εξάλλου οι ανωτέρω εναγόμενοι άσκησαν κατά του ενάγοντος την από 3.3.2011 ανταγωγή με την οποίαν ισχυρίσθηκαν ότι ο αντεναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) Α. Γ. , που έχει την ιδιότητα του δικηγόρου και εξ αυτού του λόγου δύναται να προκαλεί ανέξοδα δίκες, με σκοπό να καταστεί κληρονόμος των αδελφών της πρώτης αντεναγούσης, Μ.

Β. και Α. Λ., έχει αποδυθεί από το έτος 2002 σε άνομο αγώνα εναντίον τους, με βάση αποδεδειγμένα και εν γνώσει του πλαστά και δη κατασκευασμένα με επιμέλεια του, έγγραφα, ήτοι τις από 10.3.2002 διαθήκη και από 23.5.2002 εξουσιοδότηση, φερόμενες ως συνταχθείσες από τη Μ. Β.. Ότι στα δικόγραφα του αναφέρει ότι τα ανωτέρω έγγραφα είναι γνήσια και ότι εκείνοι (αντενάγοντες) αδίκως ισχυρίζονται ότι είναι πλαστά και τον κατονομάζουν ως πλαστογράφο.

Ότι προς επίρρωση των ισχυρισμών του χρησιμοποιεί εν γνώσει του ψευδείς πραγματογνωμοσύνες των Δ., Τ., Κ. και Κ., οι οποίοι ενήργησαν ενωμένα υπέρ του αντεναγομένου και εναντίον τους καίτοι τα έγγραφα είναι πλαστά. Ότι επίσης επικαλείται α) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων που εξεδόθησαν με "παρωδία δίκης", δυνάμει των οποίων αυτός (αντεναγόμενος) αθωώθηκε και αυτοί (αντενάγοντες) καταδικάσθηκαν, β) χαριστικώς απαλλακτικά για τον αντεναγόμενο βουλεύματα, γ) απαλλακτικές εισαγγελικές διατάξεις που αποτελούν απλές διοικητικές πράξεις εκτελεστικών οργάνων προς αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από μεγάλο όγκο υποθέσεων και δ) αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων που αναγνωρίζουν ως δήθεν γνήσια τα ως άνω επίμαχα έγγραφα, (διαθήκη και εξουσιοδότηση) και όλα τα ανωτέρω αποτελούν δημιουργήματα του.

Ότι οι ανωτέρω αποφάσεις δεν είναι τελεσίδικες και αμετάκλητες, (πλην της αθωωτικής για τον αντεναγόμενο), η δε χρήση τους αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητος (για τις ποινικές υποθέσεις) και της αρχής της εκκρεμοδικίας, (για τις πολιτικές υποθέσεις). Ότι η εναντίον τους, ως άνω, αγωγή, η οποία και ενσωματώνεται στο κείμενο της ανταγωγής τους, είναι ψευδής και συκοφαντική, ενώ οι δικές τους πράξεις ήταν για υποστήριξη των νομίμων δικαιωμάτων τους, (367 ΠΚ) και όχι με σκοπό συκοφαντήσεως του αντεναγομένου.

Τέλος δε ότι η ψευδής και συκοφαντική γι' αυτούς αγωγή του αντεναγομένου προξένησε σ' αυτούς ηθική βλάβη. Με βάση τα ανωτέρω εζήτησαν να αναγνωριστεί ότι ο αντεναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον καθένα τους νομιμοτόκως το ποσό των 5.000 €. Με την πρωτόδικη (υπ' αριθμ. 4997/2013) απόφαση απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανταγωγή, έγινε δε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες, Ι.

Μ. υιός της αποβιωσάσης πρώτης αρχικώς εναγομένης, Κ. Μ., στην θέση της οποίας ως μοναδικός κληρονόμος της υπεισήλθε και συνεχίζει τη δίκη και Δ. Μ. (δεύτερος εναγόμενος) να καταβαλουν ο καθένας στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη, από την τελεσθείσα εις βάρος του αδικοπραξία, το χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ασκήθηκαν εφέσεις παρ' αμφοτέρων των διαδίκων, οι οποίες απερρίφθησαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον εναγόμενο με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και τον από 4-12-2016 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επιγράφεται ως ταυτόσημο δικόγραφο για τις αποφάσεις 310/2015, 311/2015 668/2015, ο δε πρόσθετος λόγος ως κοινός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Εκ του περιεχομένου των ανωτέρω δικογράφων προκύπτει σαφώς ότι η αίτηση αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται και με τον πρόσθετο λόγο, μολονότι τυπικώς απευθύνεται κατά της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 668/2015 αποφάσεως στην πραγματικότητα στρέφεται ενιαίως και κατά των προειρημένων υπ' αριθμ. 310/2015 και 311/2015 αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, οι οποίες, όπως εκ του περιεχομένου αυτών προκύπτει, έχουν εκδοθεί επί διαφορετικών υποθέσεων και δη α) η πρώτη εξ αυτών επί της από 10-6-2004 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου Α.

Γ., κατά της Κ. Μ. και της από 19-7-2004 ανταγωγής της εναγομένης κατά του ενάγοντος και β) η δευτέρα επί της από 29-1-2004 αγωγής των Δ. Μ. (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) και Κ. συζ. Δ. Μ. κατά του Α. Γ. (ήδη αναιρεσιβλήτου) και της από 6-2-2004 αγωγής του τελευταίου κατά των Δ. Μ. και Κ. συζ. Δ. Μ.. Έτσι με το ίδιο αναιρετήριο προβάλλονται αιτιάσεις κατά περισσοτέρων αποφάσεων, οι οποίες έχουν εκδοθεί επί διαφορετικών υποθέσεων (αγωγών και ανταγωγών με διαφορετικό αντικείμενο, μεταξύ των ιδίων διαδίκων υπό διαφορετικές εκάστοτε ιδιότητες παρισταμένων), και μάλιστα κατά τρόπο ενιαίο και αόριστο, χωρίς μάλιστα και να διευκρινίζονται τα ζητήματα εκάστης υποθέσεως και να εξειδικεύονται οι αναιρετικές αιτιάσεις που την αφορούν.

Επομένως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, εφόσον δεν είναι επιτρεπτός ο χωρισμός της συζητήσεως, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε, ως εκ του τρόπου συντάξεως του δικογράφου, να αποτρέψει την προκαλουμένη σύγχυση, το αναιρετήριο, είναι άκυρο και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκείται δι' αυτού σωρευτικώς μετά των λοιπών ως άνω αιτήσεων είναι απαράδεκτη, και ως εκ τοιαύτη απορριπτέα.

Ανεξαρτήτως όμως αυτού, και αν δηλαδή ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το αναιρετήριο δεν πάσχει ακυρότητα και η κρινομένη αίτηση δεν είναι απαράδεκτη για την ρηθείσα αιτία, είναι ωστόσο σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, καθόσον με το δικόγραφο αυτής δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κάποιος από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

αναφερομένους λόγους αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα στο αναιρετήριο γίνεται εκτενής αναφορά στην ουσία της υποθέσεως και δη στην αιτία των μεταξύ των διαδίκων διαφορών και δικαστικών διενέξεων, που ήταν η αμφισβήτηση της γνησιότητος της ιδιογράφου διαθήκης της Μ. Β., αδελφής της Α.

Λ. (ήδη αποβιωσάσης εντολέως του αναιρεσιβλήτου) και της Κ. Μ. (αρχικώς εναγομένης, επίσης αποβιωσάσης), και της από 23-5-2002 εξουσιοδοτήσεως της ιδίας προς τον αναιρεσίβλητο, και εξελίχθηκε σε σφοδρότατη και μακροχρόνια μεταξύ των αντιδικία, με σωρεία αντιθέτων αγωγών, ανταγωγών, μηνύσεων, εισαγγελικών διατάξεων, βουλευμάτων και αποφάσεων πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων.

Διατυπώνονται δε παράπονα αναγόμενα στην ουσία της υποθέσεως και αναφερόμενα συλλήβδην στις απαραδέκτως , κατά τα προλεχθέντα, συμπροσβαλλόμενες, ως άνω, αποφάσεις. Από απόψεως δε αναιρετικού ελέγχου, κατά την εξιστόρηση της ουσίας της υποθέσεως, γίνεται αναφορά στον αριθμό και στο κείμενο διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την συγκρότηση των αντιστοίχων λόγων αναιρέσεως, αλλά και να εξειδικεύεται η απόφαση στην οποία αναφέρονται οι λόγοι αυτοί, ενόψει της προεκτεθείσης συμπροσβολής τριών αποφάσεων, που αφορούν διαφορετικές υποθέσεις.

Ειδικότερα ως προς τις προσαπτόμενες στην απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υφίσταται αοριστία, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποιες συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν και ποιο το αποδιδόμενο στο Εφετείο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα σε σχέση με τις διατάξεις αυτές.

Περαιτέρω ως προς την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αναγκαία για την συγκρότηση των αντιστοίχων αναιρετικών λόγων στοιχεία και δη ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δέχθηκε για να κρίνει ορισμένη την αγωγή καίτοι δεν προτάθηκαν παραδεκτώς ή δεν έλαβε υπόψη, μολονότι είχαν προταθεί νομίμως, και επί πλέον παρά το νόμο τα δέχθηκε ως αληθή χωρίς απόδειξη και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης.

Επίσης ως προς την παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. , υπάρχει αοριστία, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο επελήφθη της ερεύνης δεδικασμένου και διέλαβε στην απόφαση του σχετική (θετική ή αρνητική) κρίση. Ωσαύτως παντελώς αόριστες είναι και οι αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ως προς την πρώτη των αιτιάσεων τούτων οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες φέρεται συντελεσθείσα η πλημμέλεια αυτή και δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ενώ ως προς την δευτέρα αιτίαση (από τον αριθμό 20 του 559) δεν προσδιορίζεται καν τα έγγραφα, στο οποίο αναφέρεται η αντίστοιχη πλημμέλεια.

Εξάλλου, με τον ίδιο επιγραμματικό και αόριστο τρόπο μνημονεύονται στο αναιρετήριο αιτιάσεις από τους αριθμούς 9,11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να παρατίθενται τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντίστοιχες πλημμέλειες, αλλά και να γίνεται σύνδεση αυτών με την ένδικη υπόθεση. Περαιτέρω, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αφού παρατίθενται συνοπτικώς τα προβαλλόμενα δια του αναιρετηρίου παράπονα, αναφέρονται εν κατακλείδι τα εξής: "Επί των ανωτέρω, προσθέτουμε και τον κάτωθι πρόσθετο λόγο.

Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 471/16 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναγνωρίζει πλήρη κληρονομικά δικαιώματα εμού του πρώτου, επί ολοκλήρου της περιουσίας και των δύο αδελφών, Μ. Β. και Α. Λ.. Έστω και με την αναγνώριση υπό του Δικαστηρίου με την απόφαση 871/08 του Εφετείου Πειραιώς της από 10-3-2001 ιδιογράφου διαθήκης ως γνήσιας. Κατόπιν λοιπόν αυτού , ο δικαιωθείς εις το αποτέλεσμα δεν δύναται να υφίσταται και διωγμό για συκοφάντηση του αντιδίκου, δια την επιδίωξίν του αυτή. Αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 Α.Κ., δηλαδή παράβαση της περ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πέραν της αοριστίας του, οφειλομένης στο ότι δεν αναφέρεται ότι προεβλήθη ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, είναι απαράδεκτος αφού τα προβαλλόμενα προς θεμελίωση του στοιχεία δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., ώστε να στοιχειοθετείται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχη πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν , να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες , ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2016 αίτηση και τον από 4 Δεκεμβρίου 2016 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως των Ι. Μ., ως κληρονόμου της εναγομένης μητρός του Κ. Μ. και Δ. Μ. κατά της υπ' αριθμ.668/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ