Greece Supreme Court dismisses appeal regarding mandatory compensation payment deadlines for expropriation cases.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance judgment concerning the mandatory payment deadline for expropriation compensation. The appellants argued that the state failed to pay compensation within the constitutionally required six-month period following the temporary valuation. The court held that while the Constitution mandates full compensation and timely payment, the specific procedural deadline for the final determination was not violated in this instance. Consequently, the court set aside the contested reasoning but upheld the substantive judgment on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 paragraphs 1, 2, and 4 of the Constitution; Article 17 paragraph 1 of Law 797/1971; Article 18 of Law 2882/2001: The Constitution guarantees full compensation for expropriation within six months of the temporary valuation decision; failure to pay within this period results in automatic revocation of the expropriation, but does not invalidate the underlying expropriation order itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1485 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1485/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Η. Θ. Α., κατοίκου ..., 2. Ά. Θ. Α. και 3. Β. Θ. Α., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Χορομίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ , Κων/νο Γεωργιάδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ. καταθ. 430/26-10-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-9-2006 αίτησή τους και του από 11-6-2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Εκδόθηκε η 908/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 16/2012 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, της οποίας την αναίρεση ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-9-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 13-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του δεύτερου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1, 2 και 4 του Συντάγματος η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά τον χρόνο της συζήτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 17 παρ.1 του Ν.Δ. 797/1971 και ήδη του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης, εν όψει της, ως άνω, διατάξεως του Συντάγματος, καθώς
και του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων), σύμφωνα με το οποίο "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους", αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως και της αρμοδιότητος του Εφετείου, είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως, σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτου αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη (Ολ.ΑΠ 10-11/2004).
Όμως, θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημιώσεως δεν αποτελεί η διαφορά, η οποία γεννάται επ' ευκαιρία της απαλλοτριώσεως και έχει ως αντικείμενο αξίωση αποζημιώσεως, για ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από παράνομες πράξεις των οργάνων της διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων των, στα πλαίσια της διαδικασίας της απαλλοτριώσεως.
Η αγωγή, με το ανωτέρω αντικείμενο, ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγ. Ν. του ΑΚ και υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση αυτής (Α.Ε.Δ 13/1992). Περαιτέρω, η εσφαλμένη παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας ελέγχεται με βάση τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ του Συντάγματος 1975, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, που έχει στην κρινόμενη υπόθεση εφαρμογή κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001(Κ.Α.Α.Α) προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά το άρθρο 7 του ν.δ. 797/1971, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδίκαια.
Όμως, στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίζεται, ότι η ως άνω επερχόμενη αυτοδίκαια ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την εκπνοή της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλει στη διεύθυνση απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με εκείνη του άρθρου 8 παρ. 1-3 του ν.δ. 797/1971, προκύπτει, ότι η αξίωση του καθού η απαλλοτρίωση για καταβολή της αποζημίωσης είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή ευθύς ως 7 παρέλθει η προθεσμία του ενός και ημίσεως έτους, που τάσσεται από το Σύνταγμα στον υπόχρεο για καταβολή της.
Η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση. Από την εκ μέρους του τελευταίου έγερση αγωγής για την αναγνώριση του ως δικαιούχου της αποζημίωσης μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την πάροδο της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, συνάγεται σαφώς η βούλησή του να μην ασκήσει το δικαίωμα, που θεσπίστηκε για το συμφέρον του, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενος την αυτοδίκαιη ανάκληση της, αλλά η βούλησή του να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση θεωρείται ως μη γενόμενη, έστω και αν αυτός δεν υπέβαλε την πιο πάνω δήλωση στο Υπουργείο Οικονομικών, αφού η υποβολή αυτής απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για ανάκληση της απαλλοτρίωσης που έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (ΟλΑΠ 7/2007).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη μη ορθή εφαρμογή η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Τέλος, κατ' άρθρο 219 παρ.1 ΚΠολΔ αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση και κατά την παρ.2 ιδίου άρθρου, η επιβοηθητική σύμφωνα με την παρ.1 άσκηση αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο.
Με τις ως άνω διατάξεις, σκοπός της ρυθμίσεως των οποίων είναι η ανάγκη για ασφάλεια και βεβαιότητα της διαδικασίας που ακολουθείται και της βεβαιότητας της εννόμου σχέσεως, καθιερώνεται η αρχή της απαγορεύσεως διενέργειας διαδικαστικής πράξεως υπό αίρεση και συνεπώς, αγωγή, ανταγωγή, ή και ένδικο μέσο δεν μπορούν να ασκηθούν υπό αίρεση.
Εξαίρεση από τον κανόνα της απαγορεύσεως ασκήσεως αγωγής υπό αίρεση αναγνωρίζεται από την ίδια διάταξη για την επικουρική θεμελίωση της αγωγής, βάσει της οποίας παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα στηρίξεως της αγωγής του σε άλλη ή σε άλλες βάσεις του ιδίου επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος ή της προβολής άλλης αιτήσεως διάγνωσης άλλου ουσιαστικού δικαιώματος που στηρίζεται στην ίδια ή διαφορετική βάση, δηλαδή παράθεσης διαφόρων πραγματικών περιστατικών που είναι ικανά να στηρίξουν το ίδιο αίτημα, υπό την προϋπόθεση της προεξέτασης της κυρίας βάσης και μετεξέτασης των επικουρικών μετά την απόρριψη της κυρίας και εκάστης των προηγουμένων επικουρικών.
Κατά συνέπεια, το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίτηση της απορρίψεως άλλης βάσεως ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα, μόνο μετά την πλήρωση της αιρέσεως, δηλαδή την απόρριψη της προηγούμενης βάσεως ή αιτήματος. Μόνο μετά την απόρριψη της κύριας ή την τυχόν παραίτηση του ενάγοντος από την κύρια βάση, υποχρεούται το δικαστήριο να ερευνήσει την επικουρική αγωγή και εκδώσει για αυτήν απόφαση.
Έρευνα της επικουρικής βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, προ της απορρίψεως της αντιστοίχου κυρίας αποκλείεται εκ του άρθρου 219 ΚΠολΔ και θα προσέκρουε στην από το άρθρο 106 ΚΠολΔΣ καθεριούμενη αρχή της διαθέσεως. Η εξέταση της επικουρικής βάσης της αγωγής τελεί υπό την ενδοδιαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας.
Αν δε η κυρία βάση γίνει δεκτή, τότε το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να εξετάσει την επικουρική βάση, διότι η παραδοχή της κύριας βάσης επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς την επικουρική βάση και συνεπώς, δεν απαιτείται η έκδοση αποφάσεως γι' αυτήν.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτούντες με την υπό κρίση αίτηση τους, που παραδεκτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ισχυρίζονται ότι είναι συγκύριοι του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, το οποίο εντάχθηκε μέσα στη ζώνη του αιγιαλού της με προβλεπόμενη από το ν. 2344/1940 διαδικασία και έτσι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του καθού Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι με την υπ' αριθμ. 172/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση και με την υπ' αριθμ. 400/1987 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος σε 66.030,81 ευρώ. Ότι με την από 5-6-1987 αίτησή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας ζήτησαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, η αίτηση τους όμως αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 326/1988 απόφαση του άνω δικαστηρίου λόγω προβολής δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου από το Δημόσιο.
Ότι ακολούθως άσκησαν την από 1-12-1988 αγωγή κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας για την αναγνώριση των ως δικαιούχων της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος, το δικαστήριο δε αυτό εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθμ. 9/1990 πράξη και στη συνέχεια την υπ' αριθμ. 53/1993 οριστική απόφαση με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.
Ότι κατά της απόφασης αυτής το Δημόσιο άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που την απέρριψε, κατά της απόφασης δε αυτής το Δημόσιο άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 931/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο τελικά εξέδωσε την υπ' αριθμ. 250/2003 αμετάκλητη ήδη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Ότι το Δημόσιο δεν έχει καταβάλει, ούτε έχει παρακαταθέσει την αποζημίωση και έτσι η απαλλοτρίωση του ακινήτου τους δεν έχει συντελεστεί. Ότι ο ως άνω δικαστικός αγώνας δεν θα διεξήγετο, εάν δεν είχε λάβει χώρα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία συνίσταται στο ότι, ενώ το τελευταίο είχε μεταβιβάσει το επίδικο κατά κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο τους Γ.
Θ. Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. 37941/1940 παραχωρητηρίου του Υπουργού των Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα, εν τούτοις, κατά τη δίκη αναγνωρίσεώς τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, διεκδίκησε δικαίωμα κυριότητας στο απαλλοτριωθέν ως αιγιαλό (παλαιό). Ότι λόγω της παρεμβληθείσας μακροχρόνιας αντιδικίας και της αδυναμίας εισπράξεως της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε κατά τα ανωτέρω για την απαλλοτρίωση του ακινήτου τους, η αποζημίωση αυτή έχει μειωθεί, ώστε να μην πληροί πλέον την έννοια της πλήρους αποζημιώσεως κατά το Σύνταγμα και το αρθρ. 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με βάση τα ανωτέρω και ειδικότερα λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας ζήτησαν, όπως η αίτησή τους συμπληρώθηκε με την από 24.9.2009 αίτηση - κλήση: α) Να υποχρεωθεί το καθού η αίτηση- ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει την δικαστικά καθορισθείσα οριστική αποζημίωση ποσού 66.030,81 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενη με τα εκάστοτε επιτόκια που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπρατταν από την κατάθεση της αποζημιώσεως σε Τράπεζα κατά το χρονικό διάστημα από 9.7.1988, ήτοι από την ημέρα έκδοσης της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που απέρριψε την αίτηση αναγνωρίσεως τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης μέχρι 23.9.2009, ανατοκιζόμενο ανά εξάμηνο, άλλως, ανά έτος, που ανέρχονται αντίστοιχα σε 4.230.608,02, άλλως, σε 3.581.332,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αίτηση.
Β) άλλως, όλως επικουρικώς, να επανακαθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης σε 3.000 ευρώ ανά τ.μ., όπως διορθώθηκε η αίτηση ως προς το ποσό αυτό με δήλωση που έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, αλλιώς να προσδιορισθεί ως συμπληρωματική της απόφασης 400/1987 του Εφετείου Ναυπλίου, οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως 1.533 ευρώ ανά τ.μ.
και περαιτέρω, όπως ζητήθηκε με την από 24.9.2009 κλήση-αίτηση, να επανακαθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε 3500 ευρώ και 3.350 ευρώ ανά τ.μ., αντίστοιχα και να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλλει συμμέτρως την οριστική τιμή αποζημίωσης που θα καθορισθεί δικαστικά, νομιμότοκα με τον κοινό τόκο υπερημερίας, από τον δικαστικό καθορισμό της, άλλως, μετά παρέλευση έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης δικαστικού καθορισμού και γ) να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει ως αποζημίωση, άλλως, ως δίκαιη ικανοποίηση για τη στέρηση της χρήσης του ακινήτου τους από 10.5.2007 μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η με το προεκτεθέν περιεχόμενο ένδικη αίτηση φέρει το χαρακτήρα αγωγής αποζημιώσεως του άρθρου 105 Εισ.Ν.ΑΚ, εφ' όσον έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση ιδιώτου από παράνομη και υπαίτια πράξη των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους στα πλαίσια της, ως άνω, αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που έλαβε χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο και επομένως, πρέπει να απορριφθεί, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του Εφετείου, ως πολιτικού δικαστηρίου για την εκδίκασή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τα υπό στοιχείο α και γ αιτήματα αυτής ορθά κήρυξε απαράδεκτο και απέρριψε την ένδικη αίτηση για έλλειψη δικαιοδοσίας, αφού η ένδικη αίτηση κατά τα αιτήματά της αυτά φέρει χαρακτήρα αγωγής αποζημιώσεως του άρθρου 105 του Εισ.Ν.ΑΚ, από παράνομες και υπαίτιες πράξεις των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια της ως άνω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που έλαβαν χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.
Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο, το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο ως προς τα αιτήματα αυτά και απέρριψε την ένδικη αίτηση για έλλειψη δικαιοδοσίας, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όμως, αναφορικά με το υπό στοιχείο β επικουρικό αυτής αίτημα επανακαθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, αλλιώς καθορισμού συμπληρωματικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως της προσδιορισθείσας με την 400/1987 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και απέρριψε την ένδικη αίτηση ως προς αυτό για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Πρέπει επομένως, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως βάσιμος σε σχέση με το επικουρικό ως άνω αίτημα.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως να γίνει δεκτή η από 12.9.2012 αίτηση για αναίρεση της 16/2012 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας, κατά το μέρος αυτό. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 αι 2 μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση" και επομένως πρέπει, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξή της με την οποία η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε κατά το επικουρικής αυτής υπό στοιχείο β τη ανωτέρω αίτημα και να ερευνηθεί κατ' ουσία.
Επειδή το κύρος της διοικητικής πράξεως της κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κρίνεται κατά το Σύνταγμα που ίσχυε κατά το χρόνο της εκδόσεώς της, όταν όμως μετά την κήρυξε και πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, δηλ. πριν από την απώλεια της ιδιοκτησίας εκείνου σε βάρος του οποίου γίνεται η απαλλοτρίωση, επέλθει συνταγματική μεταβολή, η προστασία της υπάρχουσας ακόμη ιδιοκτησίας διέπεται από το νέο συνταγματικό καθεστώς, από τις διατάξεις του οποίου κρίνεται πλέον η νομιμότητα της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι τη συντέλεση ή την τυχόν ανάκληση ή άρση της απαλλοτριώσεως.
Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος 1986, οι οποίες μεταξύ άλλων ορίζουν ότι η αποζημίωση για την αναγκαστική απαλλοτρίωση καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισυ έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφαρμόζονται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος των συνταγματικών αυτών διατάξεων, εφ' όσον οποιαδήποτε απόφαση, η οποία καθορίζει την αποζημίωση, δημοσιεύτηκε υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών.
Η απόφαση δε αυτή αποτελεί τη βάση για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, με την καταβολή στο δικαιούχο του ποσού που ορίζεται σ' αυτή, καθώς και την αφετηρία για τη μέτρηση της αποκλειστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η καταβολή της αποζημιώσεως, χωρίς την οποία επέρχεται αυτοδικαίως, άρση της απαλλοτριώσεως.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.παρ.2 και 3 του Συντάγματος του έτους 1986 προκύπτει ότι: α) πλήρης αποζημίωση, χωρίς την καταβολή της οποίας ο ιδιοκτήτης διατηρεί όλα τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας του στο ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, είναι η αξία του, κατά το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ή αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός, ο χρόνος του προσδιορισμού αυτού, β) αν μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή τον οριστικό, σε περίπτωση που ο προσωρινός παραλειφθεί, επέλθει ανατίμηση του απαλλοτριωμένου, δεν γίνεται η αποζημίωση που ορίστηκε μη πλήρης, αφού το Σύνταγμα ρητά απαιτεί την ύπαρξη πλήρους αποζημιώσεως κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, αντιμετωπίζει δε τον κίνδυνο του ιδιοκτήτη από ανατίμηση μόνο με τη διάταξη για αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως σε περίπτωση μη καταβολής της αποζημιώσεως, που ορίστηκε, μέσα σε ενάμιση χρόνο από τον προσωρινό προσδιορισμό της ή τον οριστικό αν παραλείφθηκε ο προσωρινός ή επακολούθησε ο οριστικός και γ) όταν προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά η αποζημίωση και δεν καταβλήθηκε η, όταν η αποζημίωση που ορίστηκε προσωρινά δεν καταβλήθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο ή όταν η διαφορά προσωρινής και οριστικής αποζημιώσεως κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς να δημοσιευτεί η κατάθεση αυτή στην Εφημερίδα της κυβερνήσεως, ο ιδιοκτήτης δεν έχει το δικαίωμα, να προσφύγει στο δικαστήριο για ανακαθορισμό της με τον ισχυρισμό ότι το ακίνητό του που απαλλοτριώθηκε ανατιμήθηκε κατά το χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ του προσδιορισμού της αποζημιώσεως και της καταβολής ή καταθέσεώς της, μόνο δε δικαίωμα έχει, αν πέρασε το δεκαοκτάμηνο, να επικαλεσθεί την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως.
Επομένως, με βάση τα προεκτιθέμενα, η ένδικη αίτηση, ενόψει του περιεχομένου της, πρέπει κατά το υπό στοιχείο β επικουρικό αυτής αίτημα να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να μην επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων δικαστικά έξοδα ελλείψει σχετικού αιτήματος από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16/2012 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος και τη δικάζει κατ' ουσίαν.
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση κατά το υπό στοιχείο β επικουρικό αυτής όπως στο σκεπτικό αίτημα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ