Legislator Case Law & Legislation
1485/2012 AI generated

1485/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1485/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1485/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1485 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1485/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Λ. - Α. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. - Μ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Καρελλά.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ά. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-2-2006 και 8-3-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ της αντιδίκου εταιρίας παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 230/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 9-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και τώρα Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566§1 και 577§3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997, ΟλΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων και η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης. Επομένως και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθ. 559, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη 230/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης, που έκρινε επί αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης με αντικείμενο την καταβολή οφειλομένων αποδοχών λόγω μη αποδοχής από την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της στα πλαίσια της μεταξύ αυτών σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, επιδομάτων εορτών κ.λπ.

και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος προεχόντων ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ευθέως ή εκ πλαγίου φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου, καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίαση, η δε αναφορά στον λόγο αυτόν ότι παραβιάσθηκε ο ουσιαστικός κανόνας του άρθ. 5 ν. 3198/1955, που αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της καταγγελίας αυτής, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον την διάταξη αυτή το δικαστήριο ούτε ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε, αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν θεμελιώνονται στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας "εφόσον δεν έγινε τέτοια καταγγελία", αλλ' αντιθέτως στην ανυπαρξία καταγγελίας.

Όλες οι αποδιδόμενες αιτιάσεις και συγκεκριμένα (Α) ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι (1) ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της και ότι δεν αποδεικνύει αυτό η αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησής της ως μη φέρουσα την υπογραφή της (2) η ενάγουσα εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία της, εφόσον η εργασιακή σύμβαση δεν είχε καταγγελθεί, ενώ η είσπραξη εκ μέρους της επιχειρηματικής αμοιβής αποδεικνύει ότι αυτή δεν παρείχε εξαρτημένη εργασία και ότι η επίκληση της κοινής λογικής για το ότι κλήθηκε η αστυνομία στο αναφερόμενο στην απόφαση επεισόδιο δεν είναι νόμιμη, αφού δεν προκύπτει από την κοινή πείρα ότι το επεισόδιο είχε ως "υποκείμενο" την εργασιακή σχέση των διαδίκων (3) η ενάγουσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας λόγω μη απόλυσής της, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν δικαιούται κάποιο ποσό λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής της και της μη προσφοράς οποιασδήποτε εργασίας στην εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία (4) η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας αλλά ακριβώς το αντίθετο (Β) η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει και αντιφατικές παραδοχές και εκδοχές επί του ιδίου θέματος καθόσον (1) ενώ διαλαμβάνει ότι η ενάγουσα απεκρούσθη στην παροχή της εργασίας της από τον Ν.

Λ. την 15-2-2005 και εμφανίσθηκε λίγες φορές στην εταιρεία για να εργασθεί, εν τούτοις δεν αναφέρει εάν εμφανίσθηκε και μετά την 1-7-2005 με τον ίδιο σκοπό και επίσης αποκρούσθηκε από τους συνεκκαθαριστές και μάλιστα τον Π. Σ. που ενεργούσε κυριολεκτικά για λογαριασμό του συνεταίρου συζύγου της αλλά και της ίδιας (2) δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν η ενάγουσα να εμφανίζεται να εργάζεται στη αναιρεσείουσα εταιρεία και συγχρόνως, κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο, να είναι αντιπρόεδρος της ΑΦΟΙ Μ.

ΑΕ, στην οποία εργαζόταν καθημερινά, ως εκ τούτου δε από τις σκέψεις της απόφασης δεν συνάγεται με ασφάλεια το διατακτικό της, απαράδεκτα προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση παράβασης ουσιαστικού κανόνα δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και της ουσίας της υπόθεσης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).

(Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του κάθε ενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στην παραβίαση των ορισμών του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, στις περιπτώσεις που έχει κατ' άρθ. 340 ΚΠολΔ δικαίωμα προς τούτο, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται στην ειδική διαδικασία των άρθ. 664 επ. (εργατικών διαφορών), κατά την οποία εκδικάσθηκε και η κρινόμενη υπόθεση, στην οποία ισχύει ο γενικός κανόνας του ως άνω άρθ. 340 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τ' αποδεικτικά μέσα, εκτός, βέβαια, από την δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα αναφορικά με τα γενόμενα από τον συντάκτη του εγγράφου ή ενώπιόν του, αφού στ' αποδεικτικά αυτά μέσα ο νόμος προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ανεξάρτητ' από τη διαδικασία εκδίκασης συγκεκριμένης διαφοράς (άρθ. 352§1, 438 ΚΠολΔ, βλ.

και επιφύλαξη "εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος ..." στο άρθ. 340 ΚΠολΔ).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 11 και 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι προσκόμισαν, πλην άλλων, νόμιμα με επίκληση (α) το 32/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης που εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας, ύστερ' από μήνυσή τους, για τις αναφερόμενες σ' αυτό κακουργηματικές πράξεις και από το οποίο αποδεικνύονται αληθείς οι περιεχόμενου στις προτάσεις τους ισχυρισμοί τους (β) την έκθεση ελέγχου της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης που είναι δημόσιο έγγραφο και έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αλλά και συνιστά αμάχητη απόδειξη για τα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτήν (γ) αντίγραφο της 9760/2004 πράξης σύστασης ανώνυμης εταιρείας, από την οποία προκύπτει ότι τα δύο τέκνα του Ά.

Μ. ίδρυσαν ανταγωνιστική προς την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, στο ΔΣ της οποίας μετέχει και η ενάγουσα, το Εφετείο, όμως, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε ουσιαστικά υπόψη κανένα από τα προσκομισθέντα απ' αυτούς με επίκληση έγγραφα "ή τουλάχιστον δεν τα έλαβε υπόψη... με την βαρύτητα που τους άρμοζε, αλλά έχει στηρίξει την εσφαλμένη κρίση...

κυρίως στα Δελτία Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας που προσκόμισε η αντίδικος", χωρίς να αξιολογήσει το έγγραφο και τ' αναφερόμενα στην αίτηση γεγονότα, αλλά και ούτε αξιολόγησε και τα προσκομισθέντα απ' αυτούς πιο πάνω έγγραφα κατά τον αναφερόμενο στην αναίρεση τρόπο, συγχρόνως δε, κατά τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα έλαβε υπόψη με μεγαλύτερη βαρύτητα το Δελτίο Εργατικής Διαφοράς και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα με αυξημένη αποδεικτική δύναμη και τις εκεί αναφερόμενες καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ. 12 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, περί παραβίασης δηλ. των ορισμών του νόμου ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε αποδεικτικά μέσα που δεν έχουν εκ του νόμου αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθ. 11 γ' της ίδιας ως άνω διάταξης, της μη λήψης δηλ.

υπόψη νόμιμα προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικών μέσων (όπως και ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του ειδικά ως προς το προαναφερόμενο βούλευμα) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η αναφορά στον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ότι "η προσβαλλομένη απόφαση παραποίησε ουσιώδη ισχυρισμό μας που συνιστά "πράγμα" υπό την νομική έννοια του όρου, καθώς επίσης παραποίησε το περιεχόμενο εγγράφου και μάλιστα την ανάκληση της καταγγελίας της συμβάσεως της αντιδίκου που κατάθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας ο συννεκαθαριστής Π.

Σ." εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές (κατά λέξη) περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου ούτε το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο και δεν προκύπτει ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης.

(Γ) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων), ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν δέχεται περιστατικά αντίθετα προς αυτόν. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκαν, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα πράγματα ήταν ουσιώδη, καθώς και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την 17-8-1990, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη υπό εκκαθάριση, ομόρρυθμη εταιρεία ως υπάλληλος γραφείου, ότι κατά την λύση της εταιρείας την 18-3-2005 λόγω παρόδου του χρόνου διάρκειάς της διορίσθηκαν αρχικά εκκαθαριστές με την 159/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης οι Π.

Σ. και Φ. Α., οι οποίοι, όπως ρητά προβλεπόταν στην ως άνω απόφαση, μόνον από κοινού με την υπογραφή τους θα δέσμευαν την εταιρεία, ότι η ενάγουσα έπαυσε να προσφέρει την εργασία της στην εναγομένη την 16-2-2005, ενώ ο εκ των εκκαθαριστών Π. Σ. προέβη μόνος, χωρίς τη σύμπραξη του ετέρου εκκαθαριστή, σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, κοινοποιηθείσα σ' αυτήν την 6-9-2005, η οποία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, διότι δεν έγινε νομότυπα από κοινού και από τους δύο συνεκκαθαριστές, και ότι η από 27-22005 "δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης" της ενάγουσας, την οποία υπέβαλε η εναγομένη στον ΟΑΕΔ, δεν παράγει έννομες συνέπειες, αφού επί του εντύπου της και στη σχετική προβλεπομένη θέση δεν υπάρχει η υπογραφή της ενάγουσας.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα πράγματα, ειδικότερα δε, αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, "παραποίησε ουσιώδη ισχυρισμό μας που συνιστά "πράγμα" υπό την νομική έννοια του όρου, καθώς επίσης παραποίησε το περιεχόμενο εγγράφου και μάλιστα την ανάκληση της καταγγελίας της συμβάσεως της αντιδίκου που κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας ο συνεκκαθαριστής Π.

Σ.". Επίσης οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι αποδείχθηκε ότι η υποβληθείσα καταγγελία της σύμβασης δεν ήταν τυπικά σύννομη, πλην όμως ήταν άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η αντίδικός τους είχε ήδη αποχωρήσει οικειοθελώς, το Εφετείο όμως δεν ερεύνησε το ζήτημα αυτό, ομοίως δε δεν αξιολόγησε εάν η άκυρη καταγγελία υποβλήθηκε από τον Π.

Σ. για την δημιουργία εντυπώσεων και για την θεμελίωση δήθεν αξιώσεων της ενάγουσας, ούτε την συμπεριφορά της ενάγουσας μετά την εικονική και κατ' επίφαση άκυρη καταγγελία και παρέλειψε να αξιολογήσει το πραγματικό γεγονός ότι η ενάγουσα επίστευσε στην καταγγελία και ζήτησε την αποζημίωση λόγω καταγγελίας και έκτοτε δεν εμφανίσθηκε στην εταιρεία.

Με το περιεχόμενο αυτό ο εδώ ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, καθόσον δεν εκτίθενται με σαφήνεια οι ισχυρισμοί που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, αν και είχαν προταθεί από τους αναιρεσείοντες, τα στοιχεία που τους καθιστούν ουσιώδεις και αν αυτοί είχαν προταθεί παραδεκτά. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και η επακολουθήσασα άκυρη καταγγελία, που κατέθεσε στην Επιθεώρηση Εργασίας ο συνεκκαθαριστής Π.

Σ., δεν είχε αντικείμενο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, το δικαστήριο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ως άνω λόγο αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση του λόγου αυτού πλήττεται στην πραγματικότητα η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, όπως αυτά καθορίζονται στο διατακτικό, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθ. 183, 191§1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 230/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ